Ανατροπή από νέα έρευνα: Η δίαιτα που ξεπέρασε τη Μεσογειακή για αντιμετώπιση του προδιαβήτη και του λιπώδους ήπατος
Μια διατροφή που περιορίζει δραστικά τους υδατάνθρακες και περιλαμβάνει πολλά υγιεινά λιπαρά ενδέχεται να προσφέρει περισσότερα οφέλη σε ανθρώπους με παχυσαρκία από τη Μεσογειακή διατροφή ή ένα διατροφικό μοντέλο χαμηλών λιπαρών με έμφαση στις φυτικές τροφές.
Σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στις 27 Αυγούστου στο επιστημονικό περιοδικό Cell Metabolism, περίπου το 50% των συμμετεχόντων με προδιαβήτη που ακολούθησαν κετογονική διατροφή, δεν πληρούσαν πλέον, στο τέλος της έρευνας, τα κριτήρια για να ενταχθούν στην κατηγορία των προδιαβητικών. Παράλληλα, η συγκεκριμένη δίαιτα βελτίωσε την υγεία του ήπατος και ορισμένους δείκτες της μεταβολικής λειτουργίας περισσότερο από τις άλλες δύο διατροφές.
Συνοπτικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι η κετογονική δίαιτα μπορεί να αποτελεί αποτελεσματικότερη επιλογή για ανθρώπους με παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος.
Πώς έγινε η έρευνα
Για να κατανοήσουν τις μεταβολικές επιδράσεις των τριών διατροφικών μοντέλων, οι ερευνητές πραγματοποίησαν κλινική δοκιμή με τη συμμετοχή 42 ανθρώπων που είχαν παχυσαρκία, προδιαβήτη και λιπώδη νόσο του ήπατος.
Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις ομάδες, οι οποίες ακολούθησαν:
- Κετογονική δίαιτα
- Μεσογειακή διατροφή
- Διατροφή χαμηλή σε λιπαρά, με έμφαση στις φυτικές τροφές
Όλοι οι συμμετέχοντες λάμβαναν το σύνολο των γευμάτων τους από την ερευνητική ομάδα. Παράλληλα, συναντούσαν κάθε εβδομάδα έναν διατροφολόγο, προκειμένου να βοηθηθούν στην πιστή τήρηση του διατροφικού προγράμματος που τους είχε ανατεθεί.
Τα αποτελέσματα της έρευνας – Κορυφαία η κετογονική δίαιτα
Κατά τη διάρκεια της μελέτης, στην κετογονική δίαιτα το 4% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 73% από λιπαρά. Στη Μεσογειακή διατροφή, οι υδατάνθρακες αντιστοιχούσαν στο 50% των θερμίδων και τα λιπαρά στο 35%. Στη διατροφή με έμφαση στις φυτικές τροφές, το 70% των θερμίδων προερχόταν από υδατάνθρακες και το 15% από λιπαρά.
Η ημερήσια πρόσληψη θερμίδων προσαρμόστηκε ξεχωριστά για κάθε συμμετέχοντα, με στόχο την απώλεια περίπου του 10% του σωματικού βάρους μέσα σε τέσσερις έως πέντε μήνες.
Μέχρι το τέλος της μελέτης, και οι τρεις δίαιτες είχαν οδηγήσει σε σημαντική μείωση του σωματικού λίπους. Οι συμμετέχοντες εμφάνισαν επίσης μεγαλύτερη ευαισθησία στην ινσουλίνη, γεγονός που βελτίωσε την ικανότητά τους να ρυθμίζουν το σάκχαρο του αίματος.
Ωστόσο, η ομάδα της κετογονικής δίαιτας παρουσίασε τη μεγαλύτερη βελτίωση σε διάφορους δείκτες της ηπατικής και μεταβολικής λειτουργίας. Χαρακτηριστικά, το λίπος στο ήπαρ μειώθηκε κατά μέσο όρο κατά 67%, έναντι 45% στις άλλες δύο ομάδες.
Ένα από τα πιο απροσδόκητα ευρήματα ήταν ότι οι συμμετέχοντες στην ομάδα της κετογονικής δίαιτας δεν παρουσίασαν αύξηση των λιπιδίων ή της χοληστερόλης στο αίμα, παρά το γεγονός ότι κατανάλωναν τη μεγαλύτερη ποσότητα λιπαρών.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν επίσης τη μεταβολική δραστηριότητα κάθε συμμετέχοντα σε διάστημα 24 ωρών, πραγματοποιώντας επαναλαμβανόμενες αιματολογικές εξετάσεις. Διαπίστωσαν ότι η ομάδα της κετογονικής δίαιτας παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση της γλυκαγόνης, μιας ορμόνης που προάγει την απώλεια λίπους από το ήπαρ.
Στην ίδια ομάδα καταγράφηκε και η μεγαλύτερη μείωση των επιπέδων ινσουλίνης στο αίμα, μια μεταβολή που μπορεί επίσης να συμβάλει στη μείωση του ηπατικού λίπους.
Στο τέλος της μελέτης, περίπου οι μισοί συμμετέχοντες που ακολουθούσαν κετογονική δίαιτα δεν πληρούσαν πλέον τα κριτήρια για τον προδιαβήτη. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 29% στην ομάδα της Μεσογειακής διατροφής και μόλις 7% στην ομάδα της διατροφής με έμφαση στις φυτικές τροφές.
Πώς διαφέρει η Kετογονική από τη Μεσογειακή και τη φυτική διατροφή
Σύμφωνα με διατροφολόγους στο Health Line, η κετογονική δίαιτα είναι ένα διατροφικό μοντέλο πολύ χαμηλό σε υδατάνθρακες, πλούσιο σε λιπαρά (μεταξύ των οποίων ελαιόλαδο, αβοκάντο, ξηροί καρποί, σπόροι, λιπαρά ψάρια, αλλά και αυγά, βούτυρο και πλήρη γαλακτοκομικά) και μέτριο σε πρωτεΐνες. Έχει σχεδιαστεί για να προκαλεί διατροφική κέτωση, μια κατάσταση κατά την οποία ο οργανισμός αρχίζει να αντλεί μεγαλύτερο μέρος της ενέργειάς του από το λίπος. Μπορεί επίσης να βοηθήσει στην απώλεια βάρους.
Η συνηθισμένη κατανομή των μακροθρεπτικών συστατικών σε μια κετογονική δίαιτα είναι:
- 50% έως 60% λιπαρά
- 30% έως 35% πρωτεΐνες
- 5% έως 10% υδατάνθρακες
Η νέα μελέτη δείχνει ότι η κετογονική δίαιτα μπορεί να περιορίσει τον μεταβολικό κίνδυνο, ωστόσο οι διατροφολόγοι προειδοποιούν ότι δεν είναι κατάλληλη για όλους. Είναι επίσης δύσκολο να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα. Άλλωστε, ένα διατροφικό πρόγραμμα μπορεί να λειτουργήσει μόνο εφόσον κάποιος είναι σε θέση να το ακολουθεί με συνέπεια.
Από την άλλη, η Μεσογειακή διατροφή βασίζεται στις τροφές που καταναλώνονται παραδοσιακά στις χώρες γύρω από τη Μεσόγειο. Δίνει έμφαση στα φρούτα, στα λαχανικά, στα δημητριακά ολικής άλεσης, στους ξηρούς καρπούς και στα όσπρια.
Όσοι την ακολουθούν καταναλώνουν συνήθως λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα και περισσότερες τροφές που έχουν υποστεί ελάχιστη επεξεργασία.
Η Μεσογειακή διατροφή μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερους υδατάνθρακες και λιγότερα λιπαρά από την κετογονική δίαιτα. Παρ’ όλα αυτά, οι ειδικοί επισημαίνουν ότι εξακολουθεί να διαθέτει τα ισχυρότερα και περισσότερο δοκιμασμένα επιστημονικά δεδομένα για τη μακροπρόθεσμη πρόληψη του διαβήτη και των καρδιαγγειακών παθήσεων. Μπορεί επίσης να είναι πιο εύκολο να διατηρηθεί σε βάθος χρόνου, καθώς αποτελεί περισσότερο έναν συνολικό τρόπο διατροφής παρά ένα αυστηρό πρόγραμμα δίαιτας.
Τέλος, η φυτική διατροφή δίνει και αυτή μεγαλύτερη έμφαση στα φρούτα, στα λαχανικά, στα δημητριακά ολικής άλεσης και στα όσπρια. Σε αντίθεση, όμως, με μια αυστηρά vegan διατροφή, δεν αποκλείει απαραίτητα όλα τα τρόφιμα ζωικής προέλευσης. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι ότι το κρέας μπορεί να περιλαμβάνεται στα γεύματα, αλλά δεν αποτελεί το κυρίαρχο συστατικό τους.