Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Γιατί είμαστε τόσο κουρασμένοι; Γυναίκες και νέοι στο επίκεντρο της νέας «γεωγραφίας» της εξάντλησης

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

«Είμαι πτώμα». Μία από τις πιο συνηθισμένες ατάκες της καθημερινότητας φαίνεται ότι περιγράφει κάτι πολύ μεγαλύτερο από μία δύσκολη Δευτέρα.

Νέα έκθεση του Εθνικού Κέντρου Στατιστικών Υγείας (NCHS) των αμερικανικών CDC δείχνει ότι το 71,5% των ενηλίκων στις ΗΠΑ ένιωσε πολύ κουρασμένο ή εξαντλημένο τουλάχιστον κάποιες ημέρες κατά το προηγούμενο τρίμηνο. Το 10,7% αισθανόταν έτσι τις περισσότερες ημέρες και το 5,9% καθημερινά. Συνολικά, 16,6% (περίπου ένας στους έξι) παρουσίαζε “συχνή κόπωση”.

Και εδώ βρίσκεται η πρώτη έκπληξη: περισσότερο κουρασμένοι δεν εμφανίζονται οι μεγαλύτεροι σε ηλικία, αλλά οι νεότεροι.

Γυναίκες και νέοι με την «μπαταρία» στο κόκκινο

Μία στις πέντε γυναίκες (20%) ανέφερε συχνή κόπωση, έναντι 13% των ανδρών. Στις ηλικίες 18–34 ετών το ποσοστό έφθανε το 19,5%, ενώ στους 65 ετών και άνω περιοριζόταν στο 12,9%.

Η κόπωση εδώ δεν σημαίνει απλώς «νυστάζω». Μπορεί να εκφράζεται ως:

  • επίμονη σωματική ή νοητική εξάντληση,
  • έλλειψη ενέργειας και
  • δυσκολία στην καθημερινή λειτουργία.

Και, κυρίως, μπορεί να μην εξαφανίζεται με έναν καλό βραδινό ύπνο.

Το CDC δεν διερεύνησε τις αιτίες της, επομένως δεν μπορούμε να πούμε ότι το άγχος, η εργασία ή κάποιος άλλος παράγοντας προκάλεσαν τα ευρήματα. Η εικόνα όμως γίνεται ενδιαφέρουσα όταν δει κανείς τι άλλο ανέφεραν οι άνθρωποι που ήταν συχνά εξαντλημένοι:

  • σχεδόν 70% παρουσίαζε συμπτώματα άγχους, 46,1%
  • γνωστικές δυσκολίες και
  • 45% συμπτώματα κατάθλιψης.

Σε σχέση με τους ανθρώπους χωρίς συχνή κόπωση, είχαν περισσότερο από τριπλάσια πιθανότητα να αναφέρουν συμπτώματα κατάθλιψης και περίπου διπλάσια πιθανότητα να αναφέρουν άγχος.

Και η εξάντληση περνούσε από το σώμα στην καθημερινότητα: 36% ανέφερε περιορισμούς στην εργασία, ενώ σχεδόν τρεις στους δέκα αντιμετώπιζαν από κάποια ελάχιστη έως πολύ μεγάλη δυσκολία στις κοινωνικές δραστηριότητες. Για το 20,2% όσων είχαν συχνή κόπωση, μάλιστα, τα συμπτώματα διαρκούσαν ολόκληρη την ημέρα.

Η Ευρώπη δεν είναι ξεκούραστη

Η αμερικανική έρευνα δεν έχει ακριβές ευρωπαϊκό αντίστοιχο αποτέλεσμα με την ίδια μεθοδολογία, επομένως οι αριθμοί δεν πρέπει να συγκρίνονται απευθείας. Υπάρχουν, όμως, ενδείξεις ότι το ευρύτερο υπόβαθρο ψυχικής και κοινωνικής επιβάρυνσης (ιδίως στις νεότερες ηλικίες και στις γυναίκες) δεν σταματά στον Ατλαντικό.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι περίπου ένας στους έξι ανθρώπους στην Ευρωπαϊκή Περιφέρεια ζει με κάποια κατάσταση ψυχικής υγείας. Στους νέους οι ανισότητες μεταξύ των φύλων είναι χαρακτηριστικές: τα 15χρονα κορίτσια καταγράφουν χαμηλότερη ψυχική ευεξία από τα αγόρια, ενώ 28% των κοριτσιών αναφέρει μοναξιά, έναντι 13% των αγοριών.

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα στις ηλικίες 15–19 ετών: σύμφωνα με τον WHO/Europe, μία στις τέσσερις έφηβες ζει με κάποια κατάσταση επιβαρυμένης ψυχικής υγείας.

Οι δείκτες αυτοί δεν αποτελούν μέτρηση της κόπωσης. Δείχνουν όμως το ευρύτερο περιβάλλον μέσα στο οποίο εμφανίζεται και βοηθούν να καταλάβουμε γιατί η εξάντληση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένη από τον ύπνο, την ψυχική υγεία και τις κοινωνικές συνθήκες.

Και στην Ελλάδα; Ένα ενδιαφέρον παράδοξο

Η Ελλάδα προσφέρει μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα εικόνα. Από τη μία πλευρά, οι νέοι Έλληνες δηλώνουν εντυπωσιακά υγιείς: σύμφωνα με τη Eurostat, 97,4% των ατόμων 16–29 ετών στην Ελλάδα αξιολογούσαν την υγεία τους από καλή έως πολύ καλή το 2022, ένα από τα υψηλότερα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Από την άλλη, οι κοινωνικές πιέσεις είναι δύσκολο να αγνοηθούν. Το 2024, 14,4% των νέων 15–29 ετών στην Ελλάδα βρισκόταν σε σοβαρή υλική και κοινωνική στέρηση, το τρίτο υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ.

Και παλαιότερη, αλλά εθνικά αντιπροσωπευτική ελληνική μελέτη σε 4.894 ενήλικες είχε βρει ότι η κόπωση, η ευερεθιστότητα και η ανησυχία βρίσκονταν μεταξύ των συχνότερων ψυχικών συμπτωμάτων, με την κόπωση να ξεπερνά το 15% του δείγματος. Επειδή όμως η έρευνα είναι αρκετά παλαιότερη και χρησιμοποίησε διαφορετική μέθοδο από το CDC, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως σημερινή εκτίμηση της συχνότητας της κόπωσης στην Ελλάδα.

Υπάρχει και μία πρακτική ελληνική διάσταση: το 2024 η Ελλάδα είχε το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ ανθρώπων που δήλωναν ότι χρειάζονταν ιατρική εξέταση ή θεραπεία αλλά δεν την έλαβαν λόγω κόστους, αναμονής ή απόστασης, 21,9%, έναντι 3,6% στην ΕΕ.

Αυτό δεν προκαλεί κατ’ ανάγκη κόπωση. Δείχνει όμως ότι, όταν ένα επίμονο σύμπτωμα χρειάζεται διερεύνηση, η πρόσβαση στην περίθαλψη μπορεί να αποτελεί από μόνη της εμπόδιο.

Η γυναικεία κόπωση και ο παράγοντας εμμηνόπαυση

Η μεγαλύτερη συχνότητα κόπωσης στις γυναίκες δεν έχει μία εξήγηση:

  • κοινωνικές απαιτήσεις,
  • εργασία και φροντίδα,
  • ψυχική υγεία,
  • ύπνος,
  • νοσήματα και
  • ορμονικές μεταβολές

μπορούν να αλληλεπιδρούν.

Στις γυναίκες μέσης ηλικίας μπαίνει στην εξίσωση και η εμμηνόπαυση. Πρόσφατη ελληνική μελέτη σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες επισημαίνει ότι η περίοδος αυτή συχνά συνοδεύεται από κόπωση, μειωμένη ενέργεια και σωματική δύναμη, συμπτώματα που μπορούν να επηρεάσουν την ποιότητα ζωής.

Σε άλλη ελληνική μελέτη, το 47% των γυναικών του δείγματος ανέφερε κόπωση, μαζί με υψηλά ποσοστά μεταβολών της διάθεσης και άγχους. Πρόκειται όμως για συγκεκριμένο δείγμα γυναικών και όχι για εκτίμηση του γενικού γυναικείου πληθυσμού της χώρας.

Κούραση ή καμπανάκι;

Η κόπωση είναι από εκείνα τα συμπτώματα που έχουν πολλές πιθανές «διευθύνσεις αποστολέα». Μπορεί να σχετίζεται με:

  • έλλειψη ύπνου ή παρατεταμένο στρες,
  • αλλά και με αναιμία,
  • διαταραχές του θυρεοειδούς,
  • λοιμώξεις,
  • χρόνιες παθήσεις,
  • ψυχικές διαταραχές,
  • φάρμακα ή
  • άλλες καταστάσεις.

Το «μάλλον χρειάζομαι απλώς διακοπές» δεν είναι πάντα η σωστή διάγνωση

Όταν η κόπωση επιμένει για εβδομάδες, δεν βελτιώνεται με επαρκή ανάπαυση ή αρχίζει να περιορίζει την εργασία, τη συγκέντρωση και την κοινωνική ζωή, καλό θα είναι να ζητηθεί ιατρική αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται μαζί με άλλα ανεξήγητα συμπτώματα.

Το σημαντικότερο μήνυμα της νέας έρευνας του CDC ίσως τελικά δεν βρίσκεται στο εντυπωσιακό «τρεις στους τέσσερις». Βρίσκεται στο ότι η επίμονη εξάντληση δεν είναι πάντα ένα φυσιολογικό τίμημα της σύγχρονης ζωής.

Και όταν το «είμαι κουρασμένος» μετατρέπεται από περιστασιακή διαπίστωση σε καθημερινή κατάσταση, ίσως αξίζει μία δεύτερη ερώτηση: «Γιατί;»