Σοκαριστικές αποκαλύψεις για το βρετανικό ΕΣΥ έπειτα από καταγγελίες: 20 γυναίκες υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή χωρίς να είναι απαραίτητη
Σοβαρές καταγγελίες έρχονται στο φως από τη μονάδα μαστού του County Durham and Darlington Foundation Trust (CDDFT) του NHS (σ.σ. το βρετανικό ΕΣΥ) στη βορειοανατολική Βρετανία, καθώς 20 γυναίκες φέρεται να υποβλήθηκαν σε μαστεκτομή χωρίς να είναι απαραίτητη. Η υπόθεση αφορά εκατοντάδες ασθενείς που υπέστησαν βλάβες κατά τη διάρκεια της θεραπείας τους, ενώ πλέον βρίσκεται σε εξέλιξη έρευνα για τις πρακτικές που εφαρμόζονταν στη συγκεκριμένη μονάδα.
Η παραδοχή έρχεται μετά τις αποκαλύψεις του BBC την περασμένη χρονιά για σοβαρές δυσλειτουργίες στη συγκεκριμένη μονάδα. Ο Στιβ Ράσελ, ο οποίος ανέλαβε πρόσφατα καθήκοντα διευθύνοντος συμβούλου του CDDFT, ζήτησε «ανεπιφύλακτα» συγγνώμη για τη βλάβη που προκλήθηκε στις ασθενείς.
«Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψω πόσο βαθιά με έχει επηρεάσει προσωπικά αυτό που συνέβη. Αυτό που έγινε ήταν απολύτως απαράδεκτο», δήλωσε.
Μετά τα προηγούμενα δημοσιεύματα, δεκάδες γυναίκες που επηρεάστηκαν, αλλά και μέλη των οικογενειών τους επικοινώνησαν με το BBC. Οι ασθενείς περιέγραψαν το σοκ που ένιωσαν όταν πληροφορήθηκαν ότι η μαστεκτομή τους, δηλαδή η αφαίρεση μέρους ή ολόκληρου του μαστού, θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί. Πολλές από αυτές εξακολουθούν να ζουν με τις σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες των επεμβάσεων.
Παράλληλα, πρώην ασθενείς έχουν δημιουργήσει ομάδα υποστήριξης, προκειμένου να στηρίξουν η μία την άλλη και να ζητήσουν τη διεξαγωγή δημόσιας έρευνας.
Εκατοντάδες περιστατικά υπό εξέταση
Το CDDFT πραγματοποιεί εσωτερική επανεξέταση περιστατικών καρκίνου του μαστού από τον Ιανουάριο του 2023 έως τον Φεβρουάριο του 2025. Παράλληλα, εξετάζονται οι περιπτώσεις 640 πρώην ασθενών που επικοινώνησαν με ειδική τηλεφωνική γραμμή.
Από τις 514 περιπτώσεις που έχουν εξεταστεί μέχρι στιγμής, 315 ασθενείς διαπιστώθηκε ότι υπέστησαν βλάβη, ενώ 77 υπέστησαν σημαντική βλάβη. Μία ασθενής είναι γνωστό ότι έχασε τη ζωή της.
Στο πλαίσιο της επανεξέτασης έχουν εντοπιστεί επίσης περιπτώσεις στις οποίες ο καρκίνος δεν διαγνώστηκε ή η διάγνωση καθυστέρησε. Σε ορισμένες από αυτές, ο καρκίνος εξαπλώθηκε στη συνέχεια, σύμφωνα με τον Ράσελ.
Την ίδια ώρα, αναμένεται απόφαση για το αν η έρευνα θα επεκταθεί και σε περιστατικά που χρονολογούνται από το 2015. Σε μια τέτοια περίπτωση, θα μπορούσαν να επανεξεταστούν έως και 10.000 ιατρικοί φάκελοι. Η National Crime Agency συνεργάζεται πλέον με την αστυνομία του Ντάραμ, προκειμένου να διερευνήσει τις καταγγελίες πρώην ασθενών και να διαπιστώσει αν έχουν διαπραχθεί ποινικά αδικήματα.
«Ήμουν σε σοκ»
Η Ντενίζ Χάουαρθ είναι μία από τις γυναίκες που ενημερώθηκαν από το NHS ότι η αφαίρεση του μαστού της δεν ήταν απαραίτητη.
«Στην αρχή ήμουν απλώς σε σοκ και μετά άρχισα να κλαίω στο τηλέφωνο», δήλωσε η 51χρονη από το Κόνσετ της κομητείας Ντάραμ.
Η Ντενίζ διαγνώστηκε το 2023 με καρκίνο βαθμού 1, δηλαδή καρκίνο που αναπτύσσεται αργά, αφού εντόπισε ένα εξόγκωμα στο στήθος της. Αρχικά υποβλήθηκε σε ογκεκτομή και στη συνέχεια σε μαστεκτομή, ενώ έκανε επίσης οκτώ κύκλους χημειοθεραπείας και ακτινοθεραπείας.
Τον Σεπτέμβριο του 2025 δέχτηκε τηλεφώνημα από το NHS και λίγο αργότερα έλαβε επιστολή από το CDDFT. Σε αυτή αναφερόταν ότι θα μπορούσε να είχε υποβληθεί σε δεύτερη ογκεκτομή, αντί για πλήρη αφαίρεση του μαστού, ενώ αναγνωριζόταν ότι η συγκεκριμένη επιλογή δεν είχε συζητηθεί ποτέ μαζί της. Η ίδια λέει ότι η συγγνώμη του φορέα «είναι καλή και χρήσιμη», όμως δεν μπορεί να της επιστρέψει τον μαστό της.

Μια ακόμη γυναίκα, η οποία αναφέρεται ως Τζο για την προστασία της ταυτότητάς της, επικοινώνησε με την ειδική γραμμή του φορέα σχετικά με μαστεκτομή στην οποία είχε υποβληθεί το 2021. Η πρώην εργαζόμενη στο NHS λέει ότι νωρίτερα φέτος ενημερώθηκε τηλεφωνικά πως η επέμβαση θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί.
Η Τζο λέει ότι είχε εμπιστευτεί τους ανθρώπους που θεωρούσε συναδέλφους της να κάνουν το καλύτερο δυνατό για εκείνη. «Πηγαίνεις στη δουλειά για να κάνεις το καλύτερο που μπορείς, έτσι δεν είναι; Γιατί λοιπόν να πιστέψω ότι κάποιος άλλος δεν θα έκανε το ίδιο;», δήλωσε.
Τώρα λέει ότι αισθάνεται «ακρωτηριασμένη» από όσα συνέβησαν και χαρακτηρίζει τα λάθη του φορέα «εντελώς ασυγχώρητα».
Στο επίκεντρο ο γιατρός που επέβλεπε τις ασθενείς
Ο γιατρός που είχε την ευθύνη για την παρακολούθηση της Τζο και της Ντενίζ ήταν ο Αμίρ Μπάτι, ο οποίος από το 2013 έως το 2024 ήταν επικεφαλής των υπηρεσιών μαστού του CDDFT.
Ο Μπάτι έχει πλέον τεθεί σε αναστολή από την άσκηση κλινικών καθηκόντων, εξακολουθεί όμως να εργάζεται στον φορέα και να λαμβάνει κανονικά τον μισθό του.
Πέρυσι, το BBC αποκάλυψε ότι μέσα σε έξι χρόνια το CDDFT είχε πληρώσει σχεδόν 6 εκατομμύρια λίρες σε ιδιωτικές κλινικές και εταιρείες που ασχολούνταν με τη διάγνωση και τις χειρουργικές επεμβάσεις για τον καρκίνο του μαστού και τις διαχειριζόταν ο Μπάτι.
Το θέμα είχε εξεταστεί και σε έρευνα του 2025 για τη λειτουργία του φορέα, την οποία έκανε η ειδικός σε θέματα διακυβέρνησης, Μέρι Όμπρεϊ. Η ίδια ανέφερε ότι η ανάθεση ραντεβού ασθενών σε εξωτερικούς συνεργάτες δημιούργησε οικονομικά κίνητρα που ενδεχομένως αποτελούσαν «κίνδυνο για τα κλινικά πρότυπα».
Ο Ράσελ ανέφερε ότι η πληρωμή ανά υπηρεσία είναι συνηθισμένη πρακτική στον χώρο της υγείας, ωστόσο επιβεβαίωσε ότι το CDDFT έχει πλέον σταματήσει αυτή την πρακτική στις υπηρεσίες για τον καρκίνο του μαστού.
«Αναγνωρίζουμε ότι υπήρχε σύγκρουση συμφερόντων, η οποία δεν αντιμετωπίστηκε σωστά», δήλωσε.

Η Παμ Μπράουν από το Ντάραμ ήταν ασθενής του NHS και υποβλήθηκε σε μαστεκτομή το 2022 στο νοσοκομείο Spire, όπου λειτουργούσε μία από τις ιδιωτικές κλινικές στις οποίες είχαν ανατεθεί περιστατικά. Όπως και η Ντενίζ και η Τζο, η Παμ δεν γνωρίζει ποιος πραγματοποίησε την επέμβασή της. Ο Μπάτι ήταν ο γιατρός που επέβλεπε τη θεραπεία και των τριών γυναικών.
Η Παμ, από όσο γνωρίζει, θεωρεί ότι η μαστεκτομή της ήταν απαραίτητη. Ωστόσο, οι ουλές που της άφησε η επέμβαση, τόσο σωματικά όσο και ψυχολογικά, την έχουν επηρεάσει βαθιά.
Το BBC έδειξε στη Λιζ Ο’Ρίορνταν, πρώην χειρουργό καρκίνου του μαστού, φωτογραφίες από τις ουλές που άφησε στην Παμ η επέμβαση. Η ίδια τις χαρακτήρισε «φρικτές», σημειώνοντας ότι δεν είχε δει ξανά κάτι παρόμοιο. «Αυτό δεν είναι καθόλου αποδεκτό. Θα την είχα παραπέμψει για διορθωτική επέμβαση», δήλωσε.
Ερωτήματα για τον τρόπο λήψης αποφάσεων
Ανησυχίες είχαν εκφραστεί και πέρυσι σε έκθεση του Royal College of Surgeons (RCS), σύμφωνα με την οποία τα περιστατικά καρκίνου του μαστού δεν συζητούνταν σωστά από τις διεπιστημονικές ομάδες (MDTs).
Οι ομάδες αυτές έχουν στόχο να διασφαλίζουν ότι τα θεραπευτικά πλάνα εξετάζονται και αξιολογούνται από χειρουργούς, ακτινολόγους, παθολογοανατόμους και ειδικούς στον καρκίνο, πριν ληφθούν σημαντικές αποφάσεις, όπως η αφαίρεση ενός μαστού.
Σύμφωνα με την έκθεση του RCS, υπήρχαν ελάχιστες ενδείξεις ότι η μονάδα μαστού του φορέα συμμετείχε ουσιαστικά στις συνεδριάσεις των διεπιστημονικών ομάδων. Αντίθετα, οι αποφάσεις για τις ασθενείς φαίνεται να λαμβάνονταν με βάση την άποψη μεμονωμένων χειρουργών, χωρίς να αμφισβητείται ή να εξετάζεται επαρκώς από άλλους ειδικούς.
Μεταξύ των πρακτικών που εφαρμόζονταν στον φορέα και δεν ανταποκρίνονταν στις συστάσεις βέλτιστης πρακτικής ήταν το υψηλό ποσοστό επαναληπτικών επεμβάσεων, η περιορισμένη χρήση άμεσης αποκατάστασης του μαστού μετά τη μαστεκτομή και επεμβάσεις που ενδέχεται να πραγματοποιούνταν «υπερβολικά γρήγορα».
Η έρευνα της Όμπρεϊ ανέφερε επίσης ότι ορισμένες ασθενείς ενδέχεται να είχαν αντιμετωπιστεί από προσωρινούς γιατρούς που δεν διέθεταν την απαιτούμενη επάρκεια, ενώ σημείωσε ότι ο Μπάτι είχε επανειλημμένα εκφράσει ανησυχίες για καθυστερήσεις του φορέα στην προμήθεια σημαντικού διαγνωστικού εξοπλισμού.
Το CDDFT δηλώνει ότι συνεργάζεται πλήρως με την έρευνα της αστυνομίας του Ντάραμ και της National Crime Agency και παρέχει πληροφορίες όποτε του ζητούνται.
Για τις γυναίκες, όμως, των οποίων οι μαστοί αφαιρέθηκαν χωρίς να είναι απαραίτητο, είναι πλέον αργά. «Δεν μπορείς να βάλεις ξανά έναν μαστό στη θέση του», δήλωσε η Ο’Ρίορνταν. «Πρόκειται για μόνιμες σωματικές βλάβες, είναι φρικτό».
Η ίδια πρόσθεσε ότι η χειρουργική αντιμετώπιση του καρκίνου του μαστού «έχει από τους πιο αυστηρούς κανόνες και πρωτόκολλα» και ότι οι ασθενείς θα πρέπει να λαμβάνουν την ίδια αντιμετώπιση ανεξάρτητα από το αν νοσηλεύονται στον ιδιωτικό ή τον δημόσιο τομέα και από το πού βρίσκονται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Το υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Φροντίδας δήλωσε ότι οι σκέψεις του βρίσκονται στις γυναίκες και τις οικογένειές τους που επηρεάστηκαν, αλλά δεν μπορεί να «σχολιάσει περαιτέρω τις προηγούμενες αστοχίες όσο βρίσκεται σε εξέλιξη η τρέχουσα έρευνα». Πρόσθεσε ότι ο φορέας συνεργάζεται επειγόντως με το NHS England, την Care Quality Commission και ανεξάρτητους ειδικούς, προκειμένου να αντιμετωπιστεί ό,τι συνέβη «και να διασφαλιστεί ότι όλοι οι μελλοντικοί ασθενείς θα λαμβάνουν ασφαλή φροντίδα».

Το BBC επικοινώνησε με τον Αμίρ Μπάτι σχετικά με τις ανησυχίες που έχουν διατυπωθεί. Εκείνος δήλωσε: «Είμαι ευγνώμων για την ευκαιρία να απαντήσω, όμως παραμένω προσηλωμένος στην έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη από τον φορέα και θα ήταν ακατάλληλο να συζητήσω το θέμα όσο η διαδικασία βρίσκεται σε εξέλιξη».
«Δεν έχω ξανανιώσει πιο χάλια στη ζωή μου»
Στο Beamish Football Centre, στην πόλη Στάνλεϊ, συναντιέται μια ομάδα υποστήριξης, όπου γυναίκες και οι άνθρωποί τους μπορούν να μοιραστούν τις εμπειρίες τους από την κακή αντιμετώπιση που, όπως καταγγέλλουν, έλαβαν από τη μονάδα φροντίδας μαστού του CDDFT.
«Η επέμβασή μου έγινε το 2016. Δεν έχω ξανανιώσει πιο χάλια στη ζωή μου», λέει η Λιν, μία από τις διοργανώτριες της ομάδας. Και εκείνη έχει ενημερωθεί από τον φορέα ότι η αφαίρεση του μαστού της δεν ήταν απαραίτητη.
Ορισμένες από τις γυναίκες λένε ότι έχουν λάβει επίσημες συγγνώμες από τον φορέα. Όλες, όμως, δηλώνουν ότι πάνω από όλα θέλουν απαντήσεις για το ποιος ευθύνεται για τα προβλήματα και τις αστοχίες στην περίθαλψή τους.
Η ομάδα δηλώνει πλέον ότι επικεντρώνεται στην προσπάθεια για τη διεξαγωγή δημόσιας έρευνας.
«Δεν είχα καταλάβει πόσες γυναίκες που ζουν τόσο κοντά μου έχουν επηρεαστεί. Είμαι πραγματικά συγκλονισμένη», λέει η Λιν.