Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Πολύ αλάτι ή σχεδόν καθόλου; Η μνήμη φαίνεται να μην αγαπά τα άκρα

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Το αλάτι μπορεί να απογειώσει ή να καταστρέψει ένα πιάτο. Λίγο περισσότερο αλλάζει τη γεύση. Πολύ περισσότερο μπορεί να την εξαφανίσει. Αλλά και η πλήρης σχεδόν απουσία του μπορεί να κάνει ακόμη και τα καλύτερα υλικά να μοιάζουν άνοστα.

Μια νέα μελέτη υποδεικνύει ότι, τουλάχιστον σε πειραματικό επίπεδο, μια αντίστοιχη έννοια ισορροπίας μπορεί να αφορά και τον εγκέφαλο.

Ερευνητές του Zhejiang University στην Κίνα διαπίστωσαν ότι τόσο μια μακροχρόνια δίαιτα με πολύ υψηλή περιεκτικότητα σε αλάτι όσο και μια δίαιτα με εξαιρετικά χαμηλή περιεκτικότητα συνδέθηκαν με προβλήματα μνήμης σε ποντίκια με «ανθρωποποιημένο» εντερικό μικροβίωμα.

Το ιδιαίτερα ενδιαφέρον εύρημα δεν ήταν μόνο ότι και τα δύο άκρα είχαν αρνητικές επιδράσεις. Ήταν ότι φαίνεται να έφταναν στον εγκέφαλο μέσα από διαφορετικούς βιολογικούς δρόμους.

Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Food Research International και οι ερευνητές περιγράφουν έναν σύνθετο άξονα έντερο – μικροβιακοί μεταβολίτες – εγκέφαλος, ο οποίος φαίνεται να διαταράσσεται όταν η πρόσληψη αλατιού απομακρύνεται έντονα από το φυσιολογικό.

Υπάρχει όμως μια κρίσιμη διευκρίνιση: η έρευνα έγινε σε ποντίκια και δεν αποδεικνύει ότι ο αυστηρός περιορισμός του αλατιού προκαλεί απώλεια μνήμης στους ανθρώπους. Και σίγουρα δεν αποτελεί λόγο να αγνοήσουμε τις ισχύουσες συστάσεις για περιορισμό της υπερβολικής πρόσληψης νατρίου.

Το πείραμα που έβαλε στο μικροσκόπιο και τα δύο άκρα

Οι ερευνητές ξεκίνησαν με 32 υγιή αρσενικά ποντίκια. Αρχικά χορήγησαν αντιβιοτικά ώστε να μειώσουν το φυσικό εντερικό μικροβίωμά τους και στη συνέχεια πραγματοποίησαν μεταμόσχευση μικροβιώματος από δείγματα κοπράνων 10 υγιών ανθρώπινων δοτών.

Ο στόχος ήταν να δημιουργηθεί ένα πειραματικό μοντέλο με εντερικό μικροβίωμα περισσότερο προσανατολισμένο προς την ανθρώπινη βιολογία από εκείνο ενός συμβατικού εργαστηριακού ποντικιού.

Στη συνέχεια, τα ζώα χωρίστηκαν τυχαία σε τρεις διατροφικές ομάδες για 14 εβδομάδες:

  • φυσιολογική πρόσληψη αλατιού: 0,5% NaCl
  • χαμηλή πρόσληψη: 0,1% NaCl
  • υψηλή πρόσληψη: 8% NaCl

Η διαφορά είναι τεράστια και αυτό έχει σημασία για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων: η μελέτη δεν εξέτασε μικρές καθημερινές διαφορές στην ανθρώπινη κατανάλωση, αλλά πειραματικά διατροφικά άκρα.

Και το πολύ και το πολύ λίγο συνδέθηκαν με χειρότερη μνήμη

Οι ερευνητές εξέτασαν διαφορετικές μορφές μνήμης. Με τη δοκιμασία Y-maze αξιολόγησαν τη βραχυπρόθεσμη χωρική μνήμη εργασίας. Σε άλλη δοκιμασία αντικατέστησαν ένα γνώριμο αντικείμενο με ένα νέο και μέτρησαν πόσο χρόνο αφιέρωναν τα ζώα στην εξερεύνησή του, ελέγχοντας έτσι τη μακροπρόθεσμη μνήμη αναγνώρισης.

Τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Τόσο τα ποντίκια της δίαιτας χαμηλού αλατιού όσο και εκείνα της δίαιτας υψηλού αλατιού εμφάνισαν χειρότερη μνήμη εργασίας και μνήμη αναγνώρισης σε σύγκριση με τα ζώα που λάμβαναν τη φυσιολογική δίαιτα.

Το εύρημα επιβεβαιώνεται στο πρωτότυπο επιστημονικό άρθρο, στο οποίο οι ερευνητές καταλήγουν ότι και οι δύο διατροφικές παρεμβάσεις προκάλεσαν γνωστική δυσλειτουργία, αλλά συνοδεύονταν από διαφορετικά μικροβιακά, μεταβολικά και φλεγμονώδη πρότυπα.

Τι συνέβαινε μέσα στον ιππόκαμπο

Η διαφορά δεν φάνηκε μόνο στη συμπεριφορά των ζώων. Οι ερευνητές εξέτασαν τον ιππόκαμπο, μια περιοχή του εγκεφάλου με κεντρικό ρόλο στη μάθηση και στη μνήμη.

Και στις δύο ακραίες δίαιτες διαπιστώθηκε μείωση σημαντικών πρωτεϊνών που σχετίζονται με τη λειτουργία των συνάψεων και τη νευρωνική πλαστικότητα, μεταξύ των οποίων οι SYN1, PSD95 και BDNF, καθώς και μειωμένη ενεργοποίηση της CREB.

Με απλούστερα λόγια, φαίνεται ότι επηρεάστηκαν ορισμένα από τα μοριακά «εργαλεία» που χρησιμοποιούν οι νευρώνες για να μεταβάλλουν τη δύναμη των συνδέσεών τους – μια διαδικασία απαραίτητη για τη μάθηση και τον σχηματισμό αναμνήσεων.

Το έντερο μπήκε στο επίκεντρο

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της έρευνας. Τα τελευταία χρόνια συσσωρεύονται στοιχεία ότι η επικοινωνία εγκεφάλου και εντέρου είναι αμφίδρομη και ότι το εντερικό μικροβίωμα παράγει ουσίες που μπορούν να επηρεάσουν μεταβολικές, ανοσολογικές και νευροβιολογικές λειτουργίες.

Στη νέα μελέτη, τόσο η δίαιτα χαμηλού όσο και η δίαιτα υψηλού αλατιού άλλαξαν τη σύνθεση του εντερικού μικροβιώματος και συνδέθηκαν με μειωμένα επίπεδα προπιονικού και βουτυρικού οξέος.

Πρόκειται για λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου [γνωστά ως short-chain fatty acids (SCFAs)] τα οποία παράγονται από τη μικροβιακή ζύμωση στο έντερο και αποτελούν ένα από τα πεδία έντονου ερευνητικού ενδιαφέροντος γύρω από τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου.

Προηγούμενη πειραματική μελέτη για τη δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι είχε επίσης συνδέσει τη μείωση του βουτυρικού οξέος με απώλεια συνάψεων και προβλήματα μνήμης σε ποντίκια. Μάλιστα, η χορήγηση βουτυρικού οξέος περιόρισε εν μέρει τη διαταραχή της μνήμης, ενισχύοντας την υπόθεση ότι το μικροβίωμα δεν είναι απλώς ένας αθώος παρατηρητής.

Το πολύ αλάτι φαίνεται να χτυπά μέσω της φλεγμονής

Στην ομάδα της υψηλής πρόσληψης αλατιού, οι ερευνητές εντόπισαν ένα σαφέστερα προφλεγμονώδες αποτύπωμα.

Η δίαιτα συνδέθηκε με αύξηση προφλεγμονωδών μικροβιακών ομάδων, υψηλότερα επίπεδα κυκλοφορούντων φλεγμονωδών κυτταροκινών και εκτεταμένες αλλαγές στον μεταβολισμό των λιπιδίων. Δεν είναι η πρώτη φορά που παρατηρείται κάτι τέτοιο.

Προγενέστερη πειραματική έρευνα σε ποντίκια είχε δείξει ότι μια δίαιτα υψηλής περιεκτικότητας σε αλάτι συνοδευόταν από:

  • διαταραχή του εντερικού μικροβιώματος,
  • μείωση οξικού,
  • προπιονικού και βουτυρικού οξέος,
  • δυσλειτουργία του αιματοεγκεφαλικού φραγμού και
  • αύξηση δεικτών φλεγμονής στον εγκέφαλο.

Άρα, για το πολύ αλάτι, υπάρχουν πλέον περισσότερα από ένα πειραματικά δεδομένα που δείχνουν προς την ίδια γενική κατεύθυνση.

Το πολύ λίγο αλάτι ακολούθησε διαφορετικό δρόμο

Εδώ βρίσκεται η πραγματική καινοτομία της νέας μελέτης. Τα ποντίκια με πολύ χαμηλή πρόσληψη αλατιού παρουσίασαν επίσης προβλήματα μνήμης, χωρίς όμως την ίδια ανιχνεύσιμη συστηματική φλεγμονώδη αντίδραση.

Αντίθετα, οι ερευνητές παρατήρησαν εντονότερη μείωση της μικροβιακής μεταβολικής δραστηριότητας, συμπεριλαμβανομένων χαμηλότερων επιπέδων οξικού και ισοβουτυρικού οξέος.

Έτσι προκύπτει μια ενδιαφέρουσα υπόθεση: Το υπερβολικό αλάτι ενδέχεται να βλάπτει μέσω ενός περισσότερο φλεγμονώδους μηχανισμού, ενώ ο υπερβολικός περιορισμός του μπορεί να διαταράσσει την παραγωγή ουσιών του εντερικού μικροβιώματος που συμμετέχουν στην επικοινωνία με τον εγκέφαλο.

Οι ίδιοι οι συγγραφείς της μελέτης υπογραμμίζουν ότι ο υπερβολικός περιορισμός του αλατιού δεν είναι βιολογικά ισοδύναμος με τη φυσιολογική πρόσληψη και ότι τα ευρήματά τους αναδεικνύουν τη σημασία μιας ισορροπημένης πρόσληψης. Αυτό όμως αποτελεί συμπέρασμα του συγκεκριμένου ζωικού μοντέλου και όχι ακόμη κλινική οδηγία για ανθρώπους.

Προσοχή: Αυτό ΔΕΝ σημαίνει ότι πρέπει να αρχίσουμε να τρώμε περισσότερο αλάτι

Εδώ βρίσκεται η πιο σημαντική διάκριση. Η νέα έρευνα δεν ανατρέπει τις συστάσεις δημόσιας υγείας για το αλάτι.

Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας συστήνει στους ενήλικες πρόσληψη κάτω από 2.000 mg νατρίου την ημέρα, ποσότητα που αντιστοιχεί σε λιγότερα από 5 γραμμάρια αλατιού, δηλαδή λίγο λιγότερο από ένα κουταλάκι του γλυκού συνολικά από όλες τις πηγές.

Η διάκριση μεταξύ νατρίου και αλατιού είναι σημαντική: 2 γραμμάρια νατρίου δεν σημαίνουν 2 γραμμάρια αλατιού. Και ο μέσος άνθρωπος δεν φαίνεται να κινδυνεύει σήμερα επειδή τρώει υπερβολικά λίγο. Το αντίθετο.

Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΠΟΥ, η μέση παγκόσμια πρόσληψη ενηλίκων το 2021 υπολογίστηκε στα 4.278 mg νατρίου ημερησίως, δηλαδή περίπου 11 γραμμάρια αλατιού, περισσότερο από το διπλάσιο της συνιστώμενης ποσότητας.

Ο ΠΟΥ εκτιμά επίσης ότι περίπου 1,7 εκατομμύρια θάνατοι ετησίως συνδέονταν το 2023 με την υπερβολική πρόσληψη νατρίου.

Το αλάτι που δεν βλέπουμε

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η αλατιέρα στο τραπέζι. Μεγάλο μέρος του νατρίου που καταναλώνουμε βρίσκεται ήδη μέσα στα τρόφιμα.

Ο ΠΟΥ επισημαίνει ότι σε πολλές χώρες σημαντικές πηγές είναι τα επεξεργασμένα τρόφιμα, όπως:

  • έτοιμα γεύματα,
  • επεξεργασμένα κρέατα,
  • τυριά και αλμυρά σνακ, αλλά και
  • τρόφιμα που καταναλώνονται συχνά και σε μεγάλες ποσότητες, όπως το ψωμί.

Επομένως, κάποιος μπορεί να θεωρεί ότι «δεν τρώει πολύ αλάτι» επειδή δεν προσθέτει αλάτι στο πιάτο του και παρ’ όλα αυτά να καταναλώνει σημαντική ποσότητα νατρίου καθημερινά.

Τι γνωρίζουμε πραγματικά για το αλάτι και τη μνήμη στους ανθρώπους;

Εδώ η εικόνα είναι πολύ λιγότερο ξεκάθαρη από ό,τι στα πειραματόζωα. Μια συστηματική ανασκόπηση ανθρώπινων μελετών εξέτασε τη σχέση ανάμεσα στην πρόσληψη νατρίου, τη γνωστική λειτουργία και τον κίνδυνο άνοιας σε μεσήλικες και ηλικιωμένους.

Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 15 μελέτες: μία κλινική δοκιμή, έξι μελέτες κοόρτης και οκτώ συγχρονικές μελέτες. Τα αποτελέσματα ήταν μικτά.

Στις μελέτες υψηλότερης ποιότητας, οι τρεις από τις τέσσερις συνέδεσαν την υψηλότερη πρόσληψη νατρίου με χειρότερη γνωστική λειτουργία. Ωστόσο, η μοναδική κλινική δοκιμή της ανασκόπησης έδειξε ότι η χαμηλότερη πρόσληψη νατρίου συνδεόταν με βελτίωση της γνωστικής λειτουργίας μέσα σε έξι μήνες.

Οι συγγραφείς κατέληξαν ότι υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις πως η υψηλή πρόσληψη αλατιού σχετίζεται με χειρότερη γνωστική λειτουργία, αλλά τα διαθέσιμα ανθρώπινα δεδομένα παραμένουν ανεπαρκή και ετερογενή και απαιτούνται καλύτερες προοπτικές μελέτες και κλινικές δοκιμές.

Με άλλα λόγια, δεν έχουμε σήμερα ανθρώπινα δεδομένα που να μας επιτρέπουν να πούμε ότι μια δίαιτα χαμηλή σε αλάτι καταστρέφει τη μνήμη.

Και τι γίνεται με το «πολύ λίγο» νάτριο;

Το νάτριο είναι απαραίτητο για τον οργανισμό. Συμμετέχει, μεταξύ άλλων, στη διατήρηση του όγκου των υγρών, στην οξεοβασική ισορροπία, στη μετάδοση των νευρικών ώσεων και στη φυσιολογική κυτταρική λειτουργία, όπως εξηγεί ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχει σήμερα τεκμηριωμένο ανθρώπινο «κατώφλι μνήμης» κάτω από το οποίο η μείωση του αλατιού προκαλεί γνωστική έκπτωση.

Οι National Academies των ΗΠΑ έχουν ορίσει για τους ενήλικες επαρκή πρόσληψη νατρίου (Adequate Intake) στα 1.500 mg ημερησίως, ενώ αναφέρουν ότι κάτω από πολύ χαμηλά επίπεδα τα δεδομένα για μακροχρόνια κλινικά αποτελέσματα είναι περιορισμένα.

Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα ερωτήματα που ανοίγει η νέα μελέτη, δεν το απαντά ακόμη για τον άνθρωπο.

Η «χρυσή τομή» δεν έχει ακόμη αριθμό για τη μνήμη

Οι ερευνητές θεωρούν ότι επόμενες μελέτες θα πρέπει να διερευνήσουν ποιο είναι το χαμηλότερο επίπεδο πρόσληψης αλατιού που δεν διαταράσσει τον άξονα εντέρου-εγκεφάλου και αν η αποκατάσταση συγκεκριμένων μεταβολιτών του μικροβιώματος μπορεί να περιορίσει τα προβλήματα μνήμης που παρατηρήθηκαν. Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο μήνυμα της έρευνας: Όχι ότι «το αλάτι κάνει καλό στη μνήμη». Ούτε ότι πρέπει να εγκαταλείψουμε τις συστάσεις περιορισμού του.

Αλλά ότι ο οργανισμός είναι ένα σύστημα ισορροπιών και ότι ακόμη και μια διατροφική παρέμβαση που θεωρείται ωφέλιμη πρέπει να μελετάται σε ολόκληρο το βιολογικό της πλαίσιο.

Προς το παρόν, για τους ανθρώπους, τα ισχυρότερα δεδομένα εξακολουθούν να υποστηρίζουν την αποφυγή της υπερβολικής πρόσληψης νατρίου, κυρίως για την αρτηριακή πίεση και την καρδιαγγειακή υγεία.

Η νέα μελέτη προσθέτει όμως ένα ενδιαφέρον κομμάτι στο παζλ: Όταν πρόκειται για τη σχέση διατροφής, εντέρου και εγκεφάλου, ίσως το ερώτημα δεν είναι απλώς «πόσο λιγότερο;» αλλά «πού βρίσκεται η ισορροπία;».