Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Μόνιμο κίνδυνο για την καρδιά αποτελούν τα υψηλά επίπεδα λιποπρωτεΐνης (α), σύμφωνα με νέα μελέτη

Η λιποπρωτεΐνη (α), γνωστή και ως Lp(a), είναι ένα σωματίδιο υπεύθυνο για τη μεταφορά της της χοληστερόλη στο αίμα. Δομικά, μοιάζει με τη λιποπρωτεΐνη χαμηλής πυκνότητας (LDL), τη λεγόμενη «κακή» χοληστερόλη.

Ωστόσο, η Lp(a) δεν περιορίζεται μόνο σε αυτή τη λειτουργία. Περιέχει επιπλέον πρωτεΐνες που σχετίζονται με τη διαδικασία της πήξης του αίματος, γεγονός που μπορεί να την καθιστά ακόμη πιο επικίνδυνη ως δείκτη κινδύνου για καρδιαγγειακές παθήσεις σε σχέση με την LDL.

Προηγούμενες μελέτες έχουν δείξει ότι η Lp(a) συμβάλλει στον καρδιαγγειακό κίνδυνο ανεξάρτητα από την LDL και μπορεί να αυξάνει αυτόν τον «υπολειπόμενο κίνδυνο». Ο όρος «υπολειπόμενος καρδιαγγειακός κίνδυνος» περιγράφει την πιθανότητα εμφάνισης νέων αγγειακών επεισοδίων, ακόμη και όταν έχουν μειωθεί βασικοί παράγοντες κινδύνου, όπως τα επίπεδα της LDL.

Τώρα, μια νέα ανάλυση δείχνει ότι η Lp(a) μπορεί να αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο καρδιαγγειακών επεισοδίων, ακόμη και σε άτομα που λαμβάνουν ήδη τις καθιερωμένες θεραπείες, οι οποίες συνήθως στοχεύουν στη μείωση των επιπέδων της LDL μέσω υπολιπιδαιμικών φαρμάκων.

Τα ευρήματα, που παρουσιάστηκαν στο συνέδριο της Society for Cardiovascular Angiography & Interventions 2026 και στη σύνοδο της Canadian Association of Interventional Cardiology στο Μόντρεαλ, αναδεικνύουν τη Lp(a) ως έναν σημαντικό αλλά συχνά παραμελημένο παράγοντα του υπολειπόμενου κινδύνου.

Υψηλά επίπεδα Lp(a) και καρδιαγγειακός κίνδυνος

Οι ερευνητές ανέλυσαν δείγματα αίματος από 20.070 ενήλικες ηλικίας 40 ετών και άνω, οι οποίοι συμμετείχαν σε τρεις μεγάλες μελέτες των National Institutes of Health: τις ACCORD, PEACE και SPRINT.

Η μέση ηλικία των συμμετεχόντων ήταν περίπου 65 έτη και το 65% ήταν άνδρες. Οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε ομάδες ανάλογα με τα επίπεδα της Lp(a), από χαμηλά (κάτω από 75 nmol/L) έως πολύ υψηλά (≥175 nmol/L), καθώς και με βάση το αν είχαν ήδη καρδιακή νόσο.

Σε διάστημα παρακολούθησης περίπου 4 ετών, οι ερευνητές κατέγραψαν σοβαρά καρδιαγγειακά συμβάντα, όπως έμφραγμα, εγκεφαλικό επεισόδιο και θάνατο από καρδιαγγειακά αίτια. Συνολικά, το 7,3% των συμμετεχόντων παρουσίασε κάποιο τέτοιο επεισόδιο.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι άτομα με επίπεδα Lp(a) ίσα ή πάνω από 175 nmol/L είχαν σημαντικά αυξημένο κίνδυνο καρδιαγγειακού θανάτου και εγκεφαλικού. Ο κίνδυνος ήταν ακόμη μεγαλύτερος σε όσους είχαν ήδη καρδιαγγειακή νόσο. Ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι στη συγκεκριμένη ανάλυση δεν διαπιστώθηκε σύνδεση μεταξύ υψηλότερων επιπέδων Lp(a) και αυξημένου κινδύνου εμφράγματος.

Γιατί έχει σημασία

Πολλοί ασθενείς λαμβάνουν θεραπείες για τη μείωση της LDL, όπως οι στατίνες. Ωστόσο, ακόμη και όταν η LDL ελέγχεται αποτελεσματικά, κάποιοι εξακολουθούν να διατρέχουν σημαντικό καρδιαγγειακό κίνδυνο, τον «υπολειπόμενο κίνδυνο», λόγω της Lp(a)

Παρά το γεγονός ότι επηρεάζει περίπου το 20% του παγκόσμιου πληθυσμού, η εξέτασή της δεν αποτελεί ακόμη μέρος της καθημερινής κλινικής πρακτικής, κυρίως λόγω ασυνεπειών στις μετρήσεις και έλλειψης εξειδικευμένων θεραπειών.

Η νέα μελέτη ενισχύει τη σημασία της, καθώς προσδιορίζει ένα σαφές όριο (175 nmol/L) που σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο. Αυτό μπορεί να βοηθήσει τους γιατρούς να αξιολογούν καλύτερα τους ασθενείς και να προσαρμόζουν τις θεραπείες, αλλά και την πρόληψη.

Ο ρόλος της εξέτασης Lp(a)

Τα επίπεδα της Lp(a) καθορίζονται κυρίως από τη γενετική, με το 70–90% να εξαρτάται από το γονίδιο LPA. Αυτό σημαίνει ότι δεν επηρεάζονται σημαντικά από τη διατροφή, την άσκηση ή άλλες συνήθειες ζωής.

Παρόλα αυτά, η εξέταση της Lp(a) είναι απλή και οικονομική, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για τον καρδιαγγειακό κίνδυνο. Οι ειδικοί προτείνουν πλέον όλοι οι ενήλικες να ελέγχουν τουλάχιστον μία φορά τα επίπεδά της.

Σε περιπτώσεις υψηλών τιμών, οι γιατροί μπορεί να συστήσουν καλύτερο έλεγχο της αρτηριακής πίεσης και του διαβήτη, καθώς και στενότερη παρακολούθηση της καρδιαγγειακής υγείας. Παράλληλα, βρίσκονται υπό ανάπτυξη νέες θεραπείες που στοχεύουν ειδικά τη Lp(a), ανοίγοντας τον δρόμο για πιο εξατομικευμένες παρεμβάσεις.

Οι ερευνητές τονίζουν ότι απαιτούνται περαιτέρω μελέτες, ωστόσο τα ευρήματα ενισχύουν την άποψη ότι η μέτρηση της Lp(a) μπορεί να αποτελέσει βασικό εργαλείο στην εκτίμηση του καρδιαγγειακού κινδύνου, ειδικά σε άτομα που έχουν ρυθμίσει τη LDL αλλά εξακολουθούν να διατρέχουν κίνδυνο.