Για δεκαετίες, ο κόσμος πίστευε ότι τα πλαστικά συγκαταλέγονταν στα ασφαλέστερα υλικά. Εταιρείες και ερευνητές θεωρούσαν ότι οι μακριές χημικές αλυσίδες τους δεν θα αντιδρούσαν με τα τρόφιμα, το νερό και τον ανθρώπινο οργανισμό.
Τώρα, μια νέα μελέτη που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό Nature δείχνει πόσο λανθασμένη ήταν αυτή η παραδοχή.
Η έρευνα επιστημόνων του Πανεπιστημίου Κολούμπια δείχνει ότι, όταν το νερό έρχεται σε επαφή με μικροσκοπικά μικροπλαστικά, απελευθερώνονται ιδιαίτερα δραστικές χημικές ουσίες. Οι ουσίες αυτές, γνωστές ως δραστικές μορφές οξυγόνου (ROS), είναι γνωστό ότι συμβάλλουν στην εμφάνιση καρδιακών παθήσεων, καρκίνου και νευρολογικών νοσημάτων, όπως η νόσος Αλτσχάιμερ.
«Μπορούν ουσιαστικά να αντιδράσουν με βιολογικά μόρια που βρίσκονται κοντά τους, όπως πρωτεΐνες, DNA, λιπίδια, RNA – με οτιδήποτε – και να τους προκαλέσουν βλάβες», εξηγεί στην Washington Post ο Wei Min, καθηγητής Χημείας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και ένας από τους συγγραφείς της μελέτης. «Επειδή έχουν υψηλή ενέργεια, μπορούν, για παράδειγμα, να προσκρούσουν στο DNA και να προκαλέσουν μεταλλάξεις».
Το στοιχείο που έλειπε από τις προηγούμενες έρευνες
Τα τελευταία χρόνια, μια σειρά μελετών έχει εντοπίσει συσχετίσεις ανάμεσα στην έκθεση σε μικροπλαστικά και σε διάφορα προβλήματα υγείας. Έρευνες σε ανθρώπους έχουν δείξει ότι οι υψηλότερες συγκεντρώσεις μικροπλαστικών σε μια βασική αρτηρία συνδέονται με καρδιακές παθήσεις.
Σε πειράματα με ποντίκια, οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει ότι η έκθεση σε μικροπλαστικά μπορεί να οδηγήσει σε συμπτώματα που μοιάζουν με εκείνα της νόσου Αλτσχάιμερ, καθώς και σε αθηροσκλήρωση.
Αυτό που δεν είχαν εντοπίσει, όμως, ήταν ένας σαφής μηχανισμός δράσης: μια εξήγηση για το πώς τα μικροπλαστικά θα μπορούσαν να προκαλούν αυτές τις βλάβες.
Η νέα μελέτη υποδεικνύει ότι οι χημικές ουσίες που απελευθερώνονται ενδέχεται να προκαλούν οξειδωτικό στρες, μια κατάσταση κατά την οποία η παραγωγή επικίνδυνων ελεύθερων ριζών στον οργανισμό υπερβαίνει τις φυσικές του άμυνες. Αυτό, με τη σειρά του, μπορεί να συμβάλει στη φλεγμονή και σε άλλα προβλήματα υγείας.
Το πείραμα που «άνοιξε το δρόμο»
Σε ένα από τα πειράματα, οι ερευνητές πήραν μικροσκοπικά σωματίδια πολυστυρενίου – του πλαστικού που χρησιμοποιείται σε ποτήρια και σε άλλα δοχεία φαγητού – και τα συνδύασαν με νερό και πορτοκαλί του μεθυλίου, μια χρωστική που αποδομείται όταν εκτίθεται σε δραστικές μορφές οξυγόνου.
Μέσα σε δέκα ημέρες, η χρωστική αποδομήθηκε, αφήνοντας το νερό σχεδόν διαυγές: οι χημικές ουσίες υψηλής ενέργειας την είχαν διασπάσει.
Οι επιστήμονες εξέτασαν επίσης άλλα κοινά πλαστικά, όπως το πολυαιθυλένιο, που χρησιμοποιείται επίσης σε ποτήρια και ως εσωτερική επένδυση σε δοχεία φαγητού, καθώς και το PET, που χρησιμοποιείται στα μπουκάλια νερού.
Ο ανθρώπινος οργανισμός, φυσικά, αποτελείται κυρίως από νερό. Οι ερευνητές δοκίμασαν επίσης την επίδραση των πλαστικών σωματιδίων σε ορό αίματος και σε κυτταρικές καλλιέργειες, διαπιστώνοντας ότι οι δραστικές μορφές οξυγόνου εξακολουθούσαν να είναι παρούσες.
Ακόμη και πλαστικά χωρίς φθορά είναι επικίνδυνα
Όπως επισημαίνουν στην Washington Post ειδικοί που μελετούν την αποδόμηση των πλαστικών, για μεγάλο διάστημα επικρατούσε η άποψη ότι μόνο τα παλαιότερα πλαστικά, τα οποία είχαν υποστεί φθορά από τον άνεμο και τον ήλιο, παρουσίαζαν χημική δραστικότητα.
Η νέα μελέτη, ωστόσο, δείχνει ότι ακόμη και πλαστικά που δεν έχουν υποστεί τέτοια φθορά μπορούν να είναι χημικά δραστικά – απλώς και μόνο – όταν βρίσκονται μέσα σε νερό. Πρόκειται για ένα εύρημα τεράστιας σημασίας, τονίζουν οι ειδικοί.
Γιατί το μικροσκοπικό μέγεθος κάνει τη διαφορά
Σύμφωνα με τους ερευνητές, το κρίσιμο στοιχείο είναι το μέγεθος των πλαστικών σωματιδίων. Ενώ τα μεγάλα κομμάτια πλαστικού είναι απίθανο να αντιδράσουν με το νερό, ο κατακερματισμός τους σε μικροπλαστικά αυξάνει τη συνολική επιφάνεια που εκτίθεται σε αυτό, δημιουργώντας περισσότερες ευκαιρίες για τον σχηματισμό επικίνδυνων μορίων.
Η ανησυχία για τη χρόνια φλεγμονή
Ο ανθρώπινος οργανισμός διαθέτει ορισμένους αμυντικούς μηχανισμούς για την εξουδετέρωση των δραστικών μορφών οξυγόνου. Οι επιστήμονες, όμως, ανησυχούν ότι τα μικροπλαστικά ενδέχεται να συσσωρεύονται στο σώμα, δημιουργώντας περισσότερες δραστικές χημικές ουσίες από όσες είναι προετοιμασμένο να αντιμετωπίσει το ανοσοποιητικό σύστημα.
«Τα πλαστικά παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα», τονίζει ο Min και καταλήγει: «Νομίζω ότι όλοι θα αρχίσουν να ανησυχούν, επειδή πιθανότατα πυροδοτούν χρόνια φλεγμονή».