Γιατί «πλακωνόμαστε» στα social media; Κάποιος κερδίζει από τον θυμό σου στα σχόλια, και δεν είσαι εσύ
Ένα βίντεο από μια συναυλία, μια είδηση για την επικαιρότητα, ακόμη και μια φωτογραφία από διακοπές, σχεδόν οτιδήποτε, μπορεί να γίνει πλέον αφορμή για καυγά στα social media.
Κάτω από μια ανάρτηση, άγνωστοι μεταξύ τους ανταλλάσσουν ειρωνείες, ανακαλύπτουν «ύποπτες προθέσεις» ο ένας στον άλλον και, μέσα σε λίγα λεπτά, η συζήτηση έχει απομακρυνθεί από το αρχικό θέμα.
Όποιος ανοίγει την εφαρμογή βλέπει τη σύγκρουση ψηλά στη ροή του και εύλογα αναρωτιέται. Είμαστε πράγματι τόσο θυμωμένοι;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στον χαρακτήρα μας, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο καθοδηγείται η προσοχή μας.
Στην καθημερινή ζωή, ένας καυγάς στο διπλανό τραπέζι θα τελείωνε, θα ξεχνιόταν. Στο διαδίκτυο μπορεί να αποκτήσει εκατοντάδες σχόλια, να αναδημοσιευτεί και να εμφανιστεί μπροστά σε ανθρώπους που δεν γνωρίζουν κανέναν από τους εμπλεκομένους. Έτσι, ένα μεμονωμένο επεισόδιο μοιάζει μεγαλύτερο από όσο είναι.
Η προσοχή ως έπαθλο
Οι πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης δεν εμφανίζουν πάντα τις αναρτήσεις με τη σειρά που έγιναν. Προσπαθούν να προβλέψουν τι θα μας κρατήσει στην οθόνη και τι θεωρούμε ενδιαφέρον. Και ο θυμός «πουλάει».
Μας κάνει να σταματήσουμε το σκρολάρισμα, να διαβάσουμε τα σχόλια, να απαντήσουμε ή να στείλουμε την ανάρτηση σε κάποιον φίλο. Ακόμη και μια οργισμένη απάντηση μπορεί να λειτουργήσει ως ένδειξη ότι το περιεχόμενο προκάλεσε ενδιαφέρον.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε πλατφόρμα «διατάζει» τους χρήστες να τσακωθούν ή ότι όλοι οι αλγόριθμοι δουλεύουν με τον ίδιο τρόπο. Δείχνει, όμως, πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένας κύκλος: το φορτισμένο περιεχόμενο προκαλεί αντιδράσεις, οι αντιδράσεις το κάνουν πιο ορατό και η μεγαλύτερη προβολή φέρνει νέες αντιδράσεις. Σε πείραμα με 2.000 συμμετέχοντες, που δημοσιεύσε το περιοδικό Nature, ροές που κατέτασσαν τις αναρτήσεις με βάση την αλληλεπίδραση εμφάνιζαν περισσότερο περιεχόμενο ηθικής αγανάκτησης και τοξικότητας από ροές με αντίστροφη χρονολογική σειρά.
Οι συμμετέχοντες έβλεπαν επίσης μεγαλύτερη εχθρότητα ανάμεσα στις πολιτικές ιδεολογίες. Η ίδια μελέτη, πάντως, δεν διαπίστωσε σημαντική αλλαγή στον τρόπο που οι ίδιοι αλληλεπιδρούσαν με τις αναρτήσεις.
Μαθαίνουμε τον τρόπο του καυγά
Δεν χρειάζεται να ξεκινήσει κανείς όντας επιθετικός για να παρασυρθεί. Μπαίνοντας σε μια συζήτηση όπου οι περισσότεροι μιλούν απότομα, αντιλαμβάνεται γρήγορα ποιος τόνος «περνάει».
Αν μια οργισμένη ανάρτηση συγκεντρώνει επιδοκιμασία, ο συντάκτης της μπορεί να έχει έναν ακόμη λόγο να γράψει έτσι την επόμενη φορά.
Έρευνα που δημοσιέυτηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιοτεχνολογίας των ΗΠΑ, σε αναρτήσεις του Χ (πρώην Twitter) και σε πειράματα συμπεριφοράς, βρήκε ότι η θετική ανταπόκριση σε εκφράσεις αγανάκτησης συνδεόταν με περισσότερες ανάλογες εκφράσεις αργότερα. Οι χρήστες επηρεάζονταν επίσης από τον τρόπο που συνήθιζε να εκφράζεται ο κύκλος τους.
The Outrage Economy: Why Companies Are Embracing Rage-Bait In High-Stakes Gamblehttps://t.co/KYyJn53JOW pic.twitter.com/KZHZQ75e0n
— Forbes (@Forbes) September 26, 2026
Υπάρχει και μια δυσκολία που όλοι αναγνωρίζουμε. Στην οθόνη λείπουν ο τόνος της φωνής και η ευκαιρία να ρωτήσουμε αμέσως «τι εννοείς;». Ένα αδέξιο αστείο μπορεί να διαβαστεί ως προσβολή. Μια διαφωνία για ένα γεγονός γίνεται αμφισβήτηση του χαρακτήρα του άλλου. Και επειδή η κουβέντα γίνεται μπροστά σε κοινό, η απάντηση απευθύνεται συχνά και στους θεατές. Θέλουμε να δείξουμε ότι υπερασπιστήκαμε τη θέση μας.
Είναι ο θυμός η πραγματική εικόνα της κοινωνίας;
Όχι απαραίτητα. Οι πιο έντονες φωνές είναι πιο εύκολο να τις προσέξουμε. Άλλη έρευνα έχει δείξει ότι οι χρήστες τείνουν να υπερεκτιμούν την αγανάκτηση που αισθάνονται οι άλλοι όταν τη βλέπουν εκφρασμένη στα social media. Αυτό μπορεί να ενισχύσει την εντύπωση ότι οι αντίπαλες ομάδες μισούν η μία την άλλη περισσότερο από όσο συμβαίνει στην πραγματικότητα.
Ο θυμός, βέβαια, δεν είναι πάντα κενός ή επιζήμιος. Μπορεί να στρέψει την προσοχή σε μια αδικία, να ενώσει ανθρώπους και να οδηγήσει σε δράση. Το πρόβλημα αρχίζει όταν κάθε θέμα παρουσιάζεται σαν δοκιμασία στρατοπέδων και κάθε διαφωνία σαν απόδειξη κακής πρόθεσης.
Τότε χάνεται η δυνατότητα να αλλάξουμε γνώμη ή έστω να καταλάβουμε τι λέει ο άλλος. Η έρευνα για τα social media αναγνωρίζει και τις δύο όψεις τους. Μπορούν δηλαδή να ενισχύσουν την εχθρότητα, αλλά και την αλληλεγγύη.
Πουλάει, λοιπόν, το μίσος; Η σύγκρουση συχνά κερδίζει προσοχή, και η προσοχή έχει αξία για μια πλατφόρμα. Αυτό εξηγεί μέρος της εικόνας, όχι το σύνολό της.
Τους καυγάδες τους γράφουν άνθρωποι, οι πλατφόρμες επηρεάζουν ποιοι θα τους δουν και εμείς αποφασίζουμε αν θα προσθέσουμε άλλη μία απάντηση.
Συνεπώς, η προαγωγή της τοξικότητας στο διαδίκτυο είναι ξεκάθαρα, δικό μας πρόβλημα. Αντίδοτο στη διάδοσή της είναι να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, να αναπτύξουμε τη συναισθηματική μας νοημοσύνη και να κατανοήσουμε ότι από τον δικό μας θυμό, κάποιος (άλλος) κερδίζει. Την επόμενη φορά λοιπόν που θα πατήσουμε το comment για να κράξουμε και να ανοίξουμε έναν αέναο και άσκοπο κύκλο αντιπαράθεσης και χαρακτηρισμών, ας το σκεφτούμε καλύτερα.