Μπορούν οι λέξεις που χρησιμοποιούμε για να περιγράψουμε ένα όνειρο να αποκαλύψουν κάτι για την ψυχική μας κατάσταση; Και τι μπορεί να μαρτυρούν οι σκέψεις που περνούν από το μυαλό μας όταν αφαιρούμαστε, χωρίς να είμαστε συγκεντρωμένοι σε κάποια συγκεκριμένη δραστηριότητα;
Μια νέα επιστημονική μελέτη δείχνει ότι οι απαντήσεις ίσως βρίσκονται όχι τόσο στο περιεχόμενο όσων αφηγούμαστε, όσο στον τρόπο με τον οποίο συνδέουμε τις λέξεις και οργανώνουμε τις σκέψεις μας. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένα γλωσσικά χαρακτηριστικά στις περιγραφές των ονείρων και της λεγόμενης «περιπλάνησης του νου» συνδέονται με συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους.
Η μελέτη, που δημοσιεύθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Communications Psychology, πραγματοποιήθηκε από διεθνή ερευνητική ομάδα με επιστήμονες από το University of Cambridge, Stanford University, the University of Turku και άλλα ερευνητικά ιδρύματα.
Το ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι οι επιστήμονες δεν επιχείρησαν να ερμηνεύσουν τους συμβολισμούς των ονείρων. Αντίθετα, χρησιμοποίησαν μαθηματικές μεθόδους για να εξετάσουν τη δομή της αφήγησης και να αναζητήσουν μοτίβα που ενδέχεται να σχετίζονται με την ψυχολογική κατάσταση κάθε ανθρώπου.
Τι μελέτησαν οι επιστήμονες σε περισσότερες από 3.000 αφηγήσεις
Η ερευνητική ομάδα, στην οποία συμμετείχαν οι Peter Coppola και Pilleriin Sikka, ανέλυσε συνολικά 3.053 αναφορές από 176 άτομα που ζούσαν στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστραλία.
Από αυτές, οι 1.434 αφορούσαν όνειρα και οι 1.619 εμπειρίες περιπλάνησης του νου (mind-wandering), δηλαδή στιγμές κατά τις οποίες οι σκέψεις απομακρύνονται από όσα συμβαίνουν γύρω μας και κινούνται αυθόρμητα από το ένα θέμα στο άλλο.
Οι περιγραφές είχαν συλλεχθεί διαδικτυακά στο πλαίσιο προηγούμενης έρευνας, κατά την οποία οι συμμετέχοντες κατέγραφαν τις εμπειρίες τους σε διάστημα δύο εβδομάδων.
«Τα όνειρα και η μη κατευθυνόμενη σκέψη κατά την εγρήγορση (που εδώ αναφέρεται ως περιπλάνηση του νου) θεωρείται ότι αντικατοπτρίζουν μοναδικές ατομικές διαφορές και την ψυχική υγεία», αναφέρουν οι ερευνητές στη δημοσίευσή τους.
Όπως εξηγούν, «χρησιμοποιούμε τη θεωρία γραφημάτων για να αναλύσουμε ένα μεγάλο σύνολο δεδομένων που περιλαμβάνει αναφορές ονείρων και περιπλάνησης του νου από 176 άτομα».
Η πρωτογενής επιστημονική εργασία, η οποία είναι καταχωρημένη και στη βάση PubMed, περιγράφει μια προσέγγιση που επιτρέπει τη μαθηματική ανάλυση μεγάλου αριθμού προσωπικών αφηγήσεων, χωρίς να περιορίζεται στην υποκειμενική ερμηνεία τους.
Πώς οι λέξεις μετατρέπονται σε ένα μαθηματικό δίκτυο
Για να εξετάσουν τις αφηγήσεις, οι επιστήμονες χρησιμοποίησαν τη θεωρία γραφημάτων, μια μαθηματική μέθοδο που μελετά τις σχέσεις και τις συνδέσεις μεταξύ διαφορετικών στοιχείων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κάθε λέξη αντιμετωπίστηκε ως ένας κόμβος ενός δικτύου. Όταν δύο λέξεις εμφανίζονταν διαδοχικά σε μια αφήγηση, δημιουργούνταν μια σύνδεση μεταξύ τους.
Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές μπορούσαν να εξετάσουν πόσο:
- συχνά επαναλαμβάνονταν συγκεκριμένες λέξεις,
- πόσο στενά συνδέονταν μεταξύ τους και
- πόσο σύνθετη ήταν συνολικά η δομή κάθε περιγραφής.
Η προσέγγιση αυτή διαφέρει από την παραδοσιακή ανάλυση του περιεχομένου των ονείρων. Δεν επιχειρεί να αποδώσει κάποιο κρυφό νόημα σε μια εικόνα ή σε ένα γεγονός που εμφανίζεται στον ύπνο, αλλά εξετάζει τη γλωσσική οργάνωση της εμπειρίας όπως την ανακαλεί και την περιγράφει ο άνθρωπος.
Γιατί οι αφηγήσεις των ονείρων διαφέρουν από τις σκέψεις της ημέρας
Ένα από τα βασικά ευρήματα ήταν ότι οι αναφορές ονείρων παρουσίαζαν διαφορετική δομή από τις αφηγήσεις της περιπλάνησης του νου.
Οι περιγραφές των ονείρων εμφάνιζαν περισσότερες επαναλήψεις λέξεων, στενότερα συνδεδεμένες ομάδες λέξεων και μεγαλύτερη συνολική διασύνδεση. Αντίθετα, όταν οι συμμετέχοντες περιέγραφαν τις αυθόρμητες σκέψεις τους κατά την εγρήγορση, οι αφηγήσεις ήταν συνήθως:
- πιο εκτενείς,
- με λιγότερες επαναλήψεις και
- χαρακτηριστικά σημεία μετάβασης από τη μία σκέψη στην άλλη.
«Διαπιστώσαμε ότι οι αναφορές ονείρων παρουσιάζουν μια πιο σύνθετη δομή, ενώ οι αναφορές για την περιπλάνηση του νου περιέχουν λιγότερες επαναλήψεις λέξεων και είναι πιο εκτενείς, με καίρια σημεία μετάβασης στη δομή των κειμένων», σημειώνουν οι συγγραφείς.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ακόμη ότι οι αφηγήσεις των ονείρων, οι οποίες βασίζονται στην ανάκληση εμπειριών μετά την πάροδο μεγαλύτερου χρονικού διαστήματος, τείνουν να εμφανίζουν περισσότερες ομάδες συνδεδεμένων λέξεων και ισχυρότερη συνολική διασύνδεση.
Η δομή αυτή παραπέμπει σε ένα δίκτυο τύπου «μικρού κόσμου» (small-world network), όπου ομάδες στοιχείων συνδέονται στενά μεταξύ τους, ενώ παράλληλα διατηρούν συνδέσεις με το ευρύτερο δίκτυο.
Η διαφορά αυτή δεν σημαίνει ότι τα όνειρα είναι κατ’ ανάγκη πιο περίπλοκα ως εμπειρίες από τις σκέψεις της ημέρας. Αφορά συγκεκριμένα τη μαθηματική δομή των λέξεων που χρησιμοποιούνται για την περιγραφή τους.
Η σύνδεση με τα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους
Το πιο ενδιαφέρον εύρημα προέκυψε όταν οι επιστήμονες εξέτασαν εάν τα γλωσσικά χαρακτηριστικά των αφηγήσεων σχετίζονταν με την ψυχική υγεία των συμμετεχόντων. Η ανάλυση έδειξε ότι ένας συγκεκριμένος δείκτης, η «κεντρικότητα των λέξεων», είχε διαφορετική προγνωστική σχέση με τα συμπτώματα ανάλογα με το είδος της αφήγησης.
Η κεντρικότητα αποτυπώνει τη θέση και τη σημασία μιας λέξης μέσα στο δίκτυο των συνδέσεων. Στη συγκεκριμένη μελέτη, η μεγαλύτερη κεντρικότητα συνδεόταν με χαμηλότερη λεξιλογική ποικιλομορφία, δηλαδή με τη χρήση ενός πιο περιορισμένου συνόλου λέξεων.
Στις αναφορές των ονείρων, το χαρακτηριστικό αυτό συνδεόταν με συμπτώματα κατάθλιψης. Στις αφηγήσεις της περιπλάνησης του νου, αντίστοιχες γλωσσικές μετρήσεις συνδέονταν με συμπτώματα άγχους.
Οι συγγραφείς συνοψίζουν το εύρημα ως εξής: «Παρατηρήσαμε ότι η κεντρικότητα των λέξεων (δηλαδή, η χαμηλότερη λεξιλογική ποικιλομορφία) στις αναφορές για τα όνειρα και την περιπλάνηση του νου αποτελεί προγνωστικό δείκτη για συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους, αντίστοιχα».
Η παρατήρηση αυτή υποδηλώνει ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται μια προσωπική αφήγηση ενδέχεται να περιέχει πληροφορίες για την ψυχολογική κατάσταση του ανθρώπου που την περιγράφει.
Δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι κάποιος που επαναλαμβάνει λέξεις όταν διηγείται ένα όνειρο πάσχει από κατάθλιψη ή ότι μια συγκεκριμένη γλωσσική δομή αρκεί για να αναγνωριστεί μια αγχώδης διαταραχή.
Κάθε άνθρωπος αφήνει το δικό του γλωσσικό αποτύπωμα
Η επαναλαμβανόμενη καταγραφή εμπειριών επέτρεψε στους ερευνητές να εξετάσουν και κάτι ακόμη: κατά πόσο οι αφηγήσεις ενός ανθρώπου διατηρούν ορισμένα χαρακτηριστικά από τη μία καταγραφή στην άλλη.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η δομή των αναφορών περιείχε πληροφορίες χαρακτηριστικές για κάθε συμμετέχοντα: «Αξιοποιώντας έναν σχεδιασμό επαναλαμβανόμενων μετρήσεων, διαπιστώσαμε ότι η δομή των αναφορών για τα όνειρα και την περιπλάνηση του νου περιέχει πληροφορίες που είναι ειδικές για το κάθε άτομο», γράφουν οι επιστήμονες.
Το εύρημα αυτό έχει σημασία επειδή δείχνει ότι οι γλωσσικές διαφορές δεν περιορίζονται μόνο στη διάκριση ανάμεσα στον ύπνο και την εγρήγορση. Μπορούν επίσης να αποτυπώνουν ορισμένα προσωπικά χαρακτηριστικά στον τρόπο αφήγησης.
Οι συγγραφείς εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη μέθοδος «είναι ευαίσθητη στις ατομικές διαφορές, διαχωρίζει ποσοτικά τις αναφορές που αφορούν δύο διαφορετικές καταστάσεις συνείδησης και φαίνεται πολλά υποσχόμενη για την οικονομικά αποδοτική ανάλυση μεγάλων συνόλων ποιοτικών δεδομένων, τα οποία προκύπτουν σε φυσικές συνθήκες».
Μπορούν τα όνειρα να χρησιμοποιηθούν για τη διάγνωση της κατάθλιψης;
Παρά το ενδιαφέρον των ευρημάτων, η μελέτη δεν αποδεικνύει ότι η ανάλυση των ονείρων μπορεί να χρησιμοποιηθεί σήμερα ως διαγνωστική εξέταση για την κατάθλιψη ή το άγχος.
Οι ερευνητές εντόπισαν στατιστικές σχέσεις ανάμεσα σε χαρακτηριστικά της γλώσσας και σε συμπτώματα ψυχικής υγείας. Δεν απέδειξαν ότι τα όνειρα ή η περιπλάνηση του νου προκαλούν τις συγκεκριμένες ψυχικές καταστάσεις, ούτε ότι οι γλωσσικές μετρήσεις μπορούν να αντικαταστήσουν την κλινική αξιολόγηση.
Επιπλέον, οι περιγραφές βασίζονταν στις προσωπικές αναφορές των συμμετεχόντων. Επομένως, τα αποτελέσματα αφορούν τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι θυμούνται και αφηγούνται τις εμπειρίες τους, όχι μια άμεση καταγραφή της σκέψης ή της ονειρικής δραστηριότητας τη στιγμή που συμβαίνει.
Αυτό που αναδεικνύει η έρευνα είναι μια πιθανή νέα κατεύθυνση για τη μελέτη της ψυχικής υγείας: την αξιοποίηση της γλωσσικής δομής ως πρόσθετης πηγής πληροφοριών, σε συνδυασμό με καθιερωμένες μεθόδους αξιολόγησης.
Για να διαπιστωθεί εάν αυτή η προσέγγιση έχει πραγματική κλινική αξία, θα χρειαστούν νέες μελέτες σε μεγαλύτερους και διαφορετικούς πληθυσμούς, καθώς και έλεγχος της αξιοπιστίας των ευρημάτων σε ανθρώπους με κλινικά διαγνωσμένες ψυχικές διαταραχές.
Προς το παρόν, η σημαντικότερη διαπίστωση είναι ότι οι λέξεις με τις οποίες περιγράφουμε τον εσωτερικό μας κόσμο ενδέχεται να μεταφέρουν περισσότερες πληροφορίες για την ψυχική μας κατάσταση απ’ όσες αποκαλύπτει το ίδιο το περιεχόμενο της αφήγησης.