Για πολλές γυναίκες, οι πρώτες αλλαγές στην περίοδο μετά τα 40 συνοδεύονται και από ένα ερώτημα που γίνεται όλο και πιο έντονο: «Μήπως μπαίνω στην περιεμμηνόπαυση;». Κάθε καθυστέρηση, κάθε ασυνήθιστη αιμορραγία ή κάθε μεταβολή στον κύκλο μπορεί να μοιάζει σαν προάγγελος μιας νέας φάσης της ζωής.
Η περιεμμηνόπαυση, δηλαδή η μεταβατική περίοδος πριν από την εμμηνόπαυση, δεν ξεκινά ξαφνικά, ούτε όμως εξελίσσεται με σταθερό τρόπο. Αντίθετα, τα συμπτώματα εμφανίζονται και υποχωρούν κατά διαστήματα, γεγονός που μπορεί να δυσκολεύει την αναγνώρισή της.
Η γνώση των χαρακτηριστικών της περιεμμηνόπαυσης είναι σημαντική, καθώς μπορεί να βοηθήσει τις γυναίκες να κατανοήσουν καλύτερα όσα συμβαίνουν στο σώμα τους και να αναζητήσουν έγκαιρα λύσεις όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν την καθημερινότητά τους.
Τι ακριβώς είναι η περιεμμηνόπαυση;
Η περιεμμηνόπαυση προηγείται της εμμηνόπαυσης, η οποία ουσιαστικά επέρχεται όταν έχουν περάσει 12 συνεχόμενοι μήνες από την τελευταία περίοδο μιας γυναίκας. Η περιεμμηνόπαυση συνήθως αρχίζει γύρω στην ηλικία των 47 ετών, αν και αυτό διαφέρει από γυναίκα σε γυναίκα. Η διάγνωση γίνεται εκ των υστέρων, αφού οι ωοθήκες έχουν πλέον σταματήσει να παράγουν οιστρογόνα, την ορμόνη που ρυθμίζει τον εμμηνορροϊκό κύκλο.
Τα πρώτα σημάδια της περιεμμηνόπαυσης
Γυναικολόγοι στον Guardian επισημαίνουν ότι η πιο συχνή και χαρακτηριστική αλλαγή είναι η διαταραχή του κύκλου. Πολλές γυναίκες αρχίζουν να παραλείπουν έναν κύκλο ή να παρατηρούν ότι η περίοδός τους εμφανίζεται νωρίτερα ή αργότερα από το συνηθισμένο, συχνά με διαφορά τουλάχιστον μίας εβδομάδας.
Τα πρώτα συμπτώματα εμφανίζονται κατά μέσο όρο περίπου τέσσερα χρόνια πριν από την είσοδο στην εμμηνόπαυση. Ωστόσο, η χρονική απόσταση ποικίλλει σημαντικά: σε ορισμένες γυναίκες οι αλλαγές ξεκινούν λίγους μήνες πριν από την εμμηνόπαυση, ενώ σε άλλες μπορεί να εμφανιστούν ακόμη και μία δεκαετία νωρίτερα.
Κατά την πρώιμη περιεμμηνόπαυση:
- Η περίοδος γίνεται λιγότερο προβλέψιμη.
- Οι κύκλοι μπορεί να καθυστερούν ή να έρχονται νωρίτερα.
- Η αιμορραγία μπορεί να είναι πιο ελαφριά ή πιο έντονη.
- Περίπου το 40% των γυναικών εμφανίζει εξάψεις.
Πώς εξελίσσονται τα συμπτώματα
Καθώς η περιεμμηνόπαυση προχωρά, οι περίοδοι γίνονται ολοένα και πιο αραιές. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να μεσολαβούν έως και δύο μήνες μεταξύ δύο περιόδων. Σε αυτό το στάδιο οι εξάψεις κορυφώνονται, επηρεάζοντας περίπου το 80% των γυναικών.
Παράλληλα μπορεί να εμφανιστούν και άλλα συμπτώματα, όπως:
- Καταθλιπτική διάθεση.
- Διαταραχές ύπνου.
- Κολπική ξηρότητα.
- Αίσθημα καύσου ή κνησμού στο αιδοίο.
- Ενοχλήσεις από το ουροποιητικό σύστημα και την ουροδόχο κύστη.
Γιατί συμβαίνουν όλες αυτές οι αλλαγές;
Η βασική αιτία είναι η σταδιακή μείωση των επιπέδων των οιστρογόνων. Μετά από δεκαετίες κατά τις οποίες οι ωοθήκες απελευθερώνουν οιστρογόνα με σχετικά σταθερό ρυθμό, αρχίζουν να επιβραδύνουν τη λειτουργία τους. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή οιστρογόνων γίνεται μικρότερη και πιο απρόβλεπτη.
Η μείωση των οιστρογόνων επηρεάζει πολλαπλά συστήματα του οργανισμού:
- Μειώνει τη ροή της περιόδου, επειδή τα οιστρογόνα συμβάλλουν στην ανάπτυξη του ενδομητρίου.
- Επηρεάζει τα τμήματα του νευρικού συστήματος που ρυθμίζουν τη θερμοκρασία του σώματος και τον ύπνο, προκαλώντας εξάψεις και αϋπνία.
- Επηρεάζει τα κύτταρα που διατηρούν την ελαστικότητα, την αιμάτωση και τη λίπανση των γεννητικών οργάνων, οδηγώντας σε ξηρότητα και μειωμένη άνεση.
Νομίζετε ότι βρίσκεστε στην περιεμμηνόπαυση; Τι πρέπει να κάνετε
Οι γυναικολόγοι συνιστούν στις γυναίκες που εμφανίζουν βασικά συμπτώματα της εμμηνόπαυσης να απευθύνονται σε γυναικολόγο – ιδανικά με εξειδίκευση στο αντικείμενο.
Σήμερα υπάρχουν τόσο ορμονικές όσο και μη ορμονικές θεραπείες που μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των περισσότερων συμπτωμάτων. Παράλληλα, κατά τη μέση ηλικία αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ορισμένες βασικές συνήθειες:
- Επαρκής και ποιοτικός ύπνος.
- Διακοπή του καπνίσματος.
- Τακτική σωματική άσκηση.
- Υγιεινή διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες.
Τέλος, οι ειδικοί τονίζουν ότι είναι σημαντικός ο τακτικός έλεγχος για συχνές παθήσεις της μέσης ηλικίας, όπως η υψηλή χοληστερόλη, η υπέρταση και ο διαβήτης. Πολλοί από τους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την κληρονομικότητα τείνουν να εκδηλώνονται ακριβώς σε αυτή τη φάση της ζωής, καθιστώντας την πρόληψη και την παρακολούθηση πιο σημαντικές από ποτέ.