Όταν αισθανόμαστε θλίψη, το σώμα μας συχνά το δείχνει πριν ακόμη μιλήσουμε. Οι ώμοι γέρνουν προς τα εμπρός, το κεφάλι χαμηλώνει, τα γόνατα μαζεύονται κοντά στο στήθος. Τι συμβαίνει, όμως, όταν κάποιος κάνει συνειδητά αυτές τις κινήσεις, χωρίς απαραίτητα να βιώνει το αντίστοιχο συναίσθημα; Και αντιδρά ο εγκέφαλος όλων των ανθρώπων με τον ίδιο τρόπο;
Μια νέα επιστημονική μελέτη από το Κορεατικό Προηγμένο Ινστιτούτο Επιστήμης και Τεχνολογίας (KAIST) δείχνει ότι η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι αρνητική. Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι συγκεκριμένες κινήσεις που συνδέονται με τη λύπη προκαλούσαν αντίθετες αποκρίσεις σε μια περιοχή του εγκεφάλου, ανάλογα με το αν οι συμμετέχοντες παρουσίαζαν ελάχιστα ή αυξημένα καταθλιπτικά συμπτώματα.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Brain Research Bulletin, με επικεφαλής τον καθηγητή Young-Gyun Park από το Τμήμα Βιολογίας και Μηχανικής Εγκεφάλου του KAIST. Τα ευρήματα προσθέτουν ένα νέο στοιχείο στην προσπάθεια των επιστημόνων να κατανοήσουν πώς αλληλεπιδρούν οι κινήσεις του σώματος, η εγκεφαλική λειτουργία και η συναισθηματική κατάσταση.
Πώς εξέτασαν τη σχέση ανάμεσα στην κίνηση και τον εγκέφαλο
Η ιδέα ότι η στάση του σώματος μπορεί να επηρεάζει τη διάθεσή μας δεν είναι καινούργια. Προηγούμενες έρευνες έχουν διερευνήσει κατά πόσο η υιοθέτηση μιας πιο όρθιας στάσης μπορεί να συνδέεται με θετικότερα συναισθήματα ή μικρότερη κόπωση σε ανθρώπους με καταθλιπτικά συμπτώματα.
Η ομάδα του KAIST επιχείρησε να εξετάσει ένα διαφορετικό ερώτημα: αν δύο άνθρωποι κάνουν ακριβώς την ίδια κίνηση, θα παρουσιάσουν και την ίδια εγκεφαλική αντίδραση;
Για να το διερευνήσουν, οι επιστήμονες έπρεπε να παρακολουθήσουν την εγκεφαλική δραστηριότητα ενώ οι συμμετέχοντες κινούνταν. Η συμβατική λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI) δεν προσφέρεται εύκολα για τέτοιου είδους πειράματα, καθώς απαιτεί από το άτομο να παραμένει ξαπλωμένο και σχετικά ακίνητο.
Έτσι, χρησιμοποίησαν μια φορητή, ασύρματη συσκευή λειτουργικής φασματοσκοπίας εγγύς υπέρυθρης ακτινοβολίας, γνωστή ως fNIRS. Η συσκευή τοποθετείται στο μέτωπο και καταγράφει μεταβολές στην οξυγόνωση του αίματος, οι οποίες χρησιμοποιούνται ως έμμεσος δείκτης της εγκεφαλικής δραστηριότητας.
Η μέθοδος επέτρεψε στους ερευνητές να πραγματοποιήσουν μετρήσεις την ώρα που οι συμμετέχοντες εκτελούσαν πραγματικές κινήσεις, χωρίς να χρειάζεται να παραμένουν ακίνητοι μέσα σε έναν απεικονιστικό τομογράφο.
Το πείραμα με τους 52 εθελοντές
Στην έρευνα συμμετείχαν 52 ενήλικες ηλικίας 20 έως 35 ετών. Οι επιστήμονες αξιολόγησαν την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων τους χρησιμοποιώντας το ερωτηματολόγιο PHQ-9, σε συνδυασμό με συνέντευξη ελέγχου της ψυχικής υγείας.
Το PHQ-9 εξετάζει πόσο συχνά έχουν εμφανιστεί, κατά τις προηγούμενες δύο εβδομάδες, εννέα συμπτώματα, μεταξύ των οποίων η απώλεια ενδιαφέροντος για καθημερινές δραστηριότητες και οι διαταραχές ύπνου.
Με βάση την αξιολόγηση, οι συμμετέχοντες χωρίστηκαν σε δύο ομάδες: 27 άτομα με ελάχιστα καταθλιπτικά συμπτώματα και 25 με αυξημένα συμπτώματα. Πρόκειται για μια σημαντική διάκριση, καθώς η κατάταξη δεν βασίστηκε σε κλινική διάγνωση κατάθλιψης, αλλά στη βαρύτητα των συμπτωμάτων που καταγράφηκαν.
Στη συνέχεια, οι εθελοντές κατανεμήθηκαν τυχαία σε δραστηριότητες που περιλάμβαναν είτε κινήσεις συνδεδεμένες με αρνητικά συναισθήματα είτε κινήσεις που παραπέμπουν σε θετικά συναισθήματα.
Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονταν το αγκάλιασμα των γονάτων, ο έντονος αναστεναγμός και το χαμήλωμα των ώμων. Στη δεύτερη, η στάση πανηγυρισμού μιας νίκης, τα πηδηματάκια και το γέλιο με ταυτόχρονο χειροκρότημα.
Κάθε κίνηση διαρκούσε 30 δευτερόλεπτα, ακολουθούσε διάλειμμα 60 δευτερολέπτων και η διαδικασία επαναλαμβανόταν τέσσερις φορές.
Κατά την επεξεργασία των δεδομένων, οι επιστήμονες εφάρμοσαν επίσης τεχνικές διόρθωσης για να περιορίσουν τις παρεμβολές που μπορεί να προκαλούνται από τη μετακίνηση του αισθητήρα ή από μεταβολές στην αιματική ροή του τριχωτού της κεφαλής.
Το εύρημα που ξεχώρισε: Αντίθετη απόκριση στην ίδια περιοχή του εγκεφάλου
Η σημαντικότερη διαφορά καταγράφηκε στον αριστερό πρόσθιο προμετωπιαίο φλοιό, μια περιοχή στο μπροστινό μέρος του εγκεφάλου, πίσω από το μέτωπο.
Όταν οι συμμετέχοντες αγκάλιαζαν τα γόνατά τους, αναστέναζαν έντονα ή άφηναν τους ώμους τους να πέσουν, οι δύο ομάδες παρουσίαζαν αντίθετες αποκρίσεις.
Στα άτομα με ελάχιστα καταθλιπτικά συμπτώματα, ο δείκτης εγκεφαλικής δραστηριότητας στην περιοχή αυτή αυξανόταν. Αντίθετα, στα άτομα με αυξημένα συμπτώματα καταγραφόταν μείωση.
Το ιδιαίτερο ενδιαφέρον του ευρήματος βρίσκεται στο γεγονός ότι το ίδιο μοτίβο παρατηρήθηκε και στις τρεις διαφορετικές κινήσεις που συνδέονται με αρνητικά συναισθήματα.
Αντίθετα, στις κινήσεις που παραπέμπουν σε θετικά συναισθήματα δεν εντοπίστηκε ένα αντίστοιχο, κοινό μοτίβο εγκεφαλικής ενεργοποίησης και για τις τρεις δραστηριότητες.
Σύμφωνα με τους ερευνητές, η διαφοροποίηση αυτή υποδηλώνει ότι η επεξεργασία των σωματικών κινήσεων από τον εγκέφαλο μπορεί να σχετίζεται με την ένταση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Ο αριστερός πρόσθιος προμετωπιαίος φλοιός αναδεικνύεται έτσι ως μια περιοχή που αξίζει να μελετηθεί περαιτέρω για τον ρόλο της στην αλληλεπίδραση σώματος και συναισθήματος.
Τα αποτελέσματα περιγράφονται τόσο στην πρωτογενή δημοσίευση όσο και στην επίσημη ανακοίνωση του KAIST.
Σημαίνει αυτό ότι οι κινήσεις μπορούν να επηρεάσουν την κατάθλιψη;
Εδώ βρίσκεται και το βασικό όριο της μελέτης. Η καταγραφή διαφορετικών εγκεφαλικών αποκρίσεων δεν αποδεικνύει ότι οι συγκεκριμένες κινήσεις βελτιώνουν ή επιδεινώνουν την ψυχική κατάσταση.
Μια αύξηση του σήματος που συνδέεται με την εγκεφαλική δραστηριότητα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο συμμετέχων αισθάνθηκε καλύτερα. Αντίστοιχα, μια μείωση δεν αποτελεί ένδειξη ότι η διάθεσή του χειροτέρεψε.
Επιπλέον, το πείραμα πραγματοποιήθηκε σε σχετικά μικρό αριθμό νέων ενηλίκων. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί δεδομένο ότι τα ίδια αποτελέσματα θα εμφανίζονταν σε μεγαλύτερες ηλικίες ή σε ευρύτερους πληθυσμούς με διαγνωσμένη κατάθλιψη.
Η επιστημονική δημοσίευση, όπως καταγράφεται και στη βάση PubMed, αναφέρει επίσης μια διερευνητική επαναξιολόγηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων έπειτα από μία έως δύο εβδομάδες. Παρότι καταγράφηκαν μεταβολές στις βαθμολογίες των συμμετεχόντων, αυτές σχετίζονταν με την αρχική βαρύτητα των συμπτωμάτων και όχι με το αν είχαν εκτελέσει θετικές ή αρνητικές κινήσεις. Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι το αποτέλεσμα μπορεί να εξηγείται από το στατιστικό φαινόμενο της παλινδρόμησης προς τον μέσο όρο και χρειάζεται προσεκτική ερμηνεία.
Με άλλα λόγια, η έρευνα προσφέρει στοιχεία για το πώς αποκρίνεται ο εγκέφαλος κατά την κίνηση, όχι αποδείξεις για κάποια νέα θεραπεία.
Τι μπορεί να αλλάξει στην έρευνα για την ψυχική υγεία
Παρά τους περιορισμούς, η μελέτη ανοίγει ένα ενδιαφέρον πεδίο για μελλοντική διερεύνηση: το ενδεχόμενο οι παρεμβάσεις που βασίζονται στην κίνηση να χρειάζεται να αξιολογούνται διαφορετικά, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά και τη συναισθηματική κατάσταση κάθε ανθρώπου.
Μια επόμενη ερευνητική κατεύθυνση θα μπορούσε να συνδυάζει τις μετρήσεις εγκεφαλικής δραστηριότητας με την άμεση καταγραφή της διάθεσης, ώστε να διαπιστωθεί εάν και πότε οι νευροφυσιολογικές μεταβολές συνοδεύονται από πραγματική συναισθηματική αλλαγή.
Οι φορητές συσκευές fNIRS θα μπορούσαν επίσης να αξιοποιηθούν σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ή σε πειραματικές εφαρμογές νευροανάδρασης (neurofeedback), όπου οι συμμετέχοντες παρακολουθούν σε οθόνη ενδείξεις της εγκεφαλικής τους δραστηριότητας ενώ εκτελούν συγκεκριμένες κινήσεις.
«Η μελέτη αυτή είναι σημαντική, καθώς επιβεβαίωσε (μέσω μετρήσεων που ελήφθησαν κατά την εκτέλεση πραγματικών κινήσεων) ότι ο εγκέφαλος αντιδρά διαφορετικά στις ίδιες κινήσεις, ανάλογα με το επίπεδο των καταθλιπτικών συμπτωμάτων», δήλωσε ο καθηγητής Young-Gyun Park.
Η ουσιαστική συμβολή της έρευνας δεν είναι, επομένως, ότι εντόπισε μια κίνηση που μπορεί να αντιμετωπίσει την κατάθλιψη. Είναι ότι ανέδειξε έναν παράγοντα που ενδέχεται να έχει σημασία για τον σχεδιασμό μελλοντικών μελετών: η ίδια κίνηση δεν συνοδεύεται απαραίτητα από την ίδια εγκεφαλική απόκριση σε όλους τους ανθρώπους.