Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Είδαμε την έκθεση αρχιτεκτονικής στο Καπνεργοστάσιο: Μεγάλες προσδοκίες, δυνατή αρχή και άνιση συνέχεια

Με αφετηρία τη σκέψη του Πικιώνη και ένα ενδιαφέρον εικαστικό ξεκίνημα, η έκθεση επιχειρεί να συσχετίσει αιώνες αρχιτεκτονικής στον ελληνικό χώρο. Στις αίθουσες του Καπνεργοστασίου, όμως, η περιήγηση αποκτά σταδιακά την αίσθηση ενός μεγάλου βιβλίου, χωρίς να ικανοποιήσει την επιθυμία για περισσότερες αποκαλύψεις και μια σημερινή ματιά στα κτίρια.

«Και η γραμμή πότε σε πάει μυστικά προς το αρχαίο, πότε προς το μεσαιωνικό», έγραφε ο Δημήτρης Πικιώνης το 1946, στο «Πρόβλημα της Μορφής», παρακολουθώντας τις παραλλαγές που μπορεί να γεννηθούν από ένα βασικό σχήμα. Η γραμμή γίνεται ένα μέσο που σου επιτρέπει να αναγνωρίσεις μια συγγένεια εκεί όπου η απόσταση των αιώνων, η διαφορετική χρήση ή η κλίμακα των κατασκευών θα σε έκαναν ίσως να προσπεράσεις. Το βλέμμα χρειάζεται να ασκηθεί σε τέτοιες αναγνωρίσεις, να παραμείνει αρκετά περίεργο ώστε να αναζητήσει τη σκέψη και τη ζωή που έδωσαν σχήμα σε κάποια μορφή.

Από το ίδιο κείμενο του Πικιώνη αντλεί τον υπότιτλό της, «Η μυστηριακή γλώσσα του σχήματος», η έκθεση «Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα» στο Καπνεργοστάσιο της Βουλής των Ελλήνων. Οι επιμελητές της, Σταύρος Αλιφραγκής, Μανόλης Κορρές, Παναγιώτης Πάγκαλος και Δημήτρης Φιλιππίδης, επιστρέφουν επίσης σε μια παλιότερη πρωτοβουλία του καθοριστικού αρχιτέκτονα: την έκθεση του Συλλόγου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης του 1938, όπου αρχιτεκτονικά σχέδια συνυπήρχαν με ξυλογραφίες, καλλιγραφία και διακοσμητικά έργα από αρχοντικά. Η συνύπαρξη αυτή επέτρεπε να εξεταστούν διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας κοινωνίας, οι τρόποι με τους οποίους η τέχνη περνούσε στην κατασκευή, στο αντικείμενο, στον χώρο της καθημερινής ζωής.

Όψη της έκθεσης

Όψη της έκθεσης

Η εικαστική εκκίνηση και οι προσδοκίες

Στο Καπνεργοστάσιο, η σκέψη του Πικιώνη προσφέρει το υπόβαθρο για ένα εγχείρημα που εκτείνεται από την προϊστορία έως σήμερα, με κτίρια δημόσιας ζωής, τόπους λατρείας, υποδομές και κατοικίες. Η έκταση είναι τέτοια ώστε το ενδιαφέρον μεταφέρεται αναπόφευκτα από το τι μπορεί να χωρέσει σε μια έκθεση στο πώς θα συνδεθεί: τι θα μας επιτρέψει να δούμε μαζί μια αρχαία κατασκευή και ένα σύγχρονο κτίριο, ποια σχέση θα γίνει αντιληπτή μέσα από τη γειτνίασή τους, πόσο θα αλλάξει η εικόνα που είχαμε για το καθένα όταν το εξετάζαμε χωριστά.

Η αρχή της περιήγησης δημιουργεί μεγάλες προσδοκίες. Τα εικαστικά έργα δίνουν στην αρχιτεκτονική μέγεθος, υλικότητα και πολιτικό περιεχόμενο, απαιτούν να κινηθείς γύρω τους και να υπολογίσεις τη θέση σου απέναντί τους. Μέσα στο παλιό βιομηχανικό κέλυφος του Καπνεργοστασίου, η εξουσία, η μνήμη και η κατοίκηση αποκτούν μια ένταση που σε κάνει πρόθυμο να ακολουθήσεις την έκθεση όπου θελήσει να σε πάει.

Έργο του Άγγελου Αντωνόπουλου

Έργο του Άγγελου Αντωνόπουλου

Ο Άγγελος Αντωνόπουλος, τον οποίο συναντάμε πρώτο, χρησιμοποιεί εδώ και χρόνια το αρχιτεκτονικό κέλυφος για να προσεγγίσει τη συλλογική ιστορία, μεταφέροντας στις κατασκευές του τη φθορά και την απειλή της κατάρρευσης. Υπάρχει κάτι ανησυχητικό στον τρόπο που μια γνώριμη μορφή μπορεί να χάσει την αυτονόητη σταθερότητά της, διατηρώντας την αναγνωρισιμότητα που της δίνει κύρος. Κοιτάζοντάς την, φέρνεις μαζί σου όσα γνωρίζεις για τους θεσμούς και τα κτίριά τους, την ασφάλεια που κάποτε υποσχέθηκαν, την καχυποψία με την οποία ενδεχομένως τους αντιμετωπίζεις σήμερα. Η επεξεργασία της αρχιτεκτονικής μορφής φτάνει έτσι σε μια ευρύτερη αμφιβολία για όσα θεωρούμε σταθερά στη συλλογική μας ζωή. Εδώ βλέπουμε τη Βουλή των Ελλήνων, τον Λευκό Οίκο, το Κρεμλίνο (σχεδόν μνημειώδης εγκατάσταση), το Ράισταγκ.

Η «ΕΛΕΥΣΙΣ II» της Βάνας Ξένου αναπτύσσεται κατά μήκος του διαδρόμου, με είκοσι έξι ορειχάλκινα γλυπτά επάνω σε τραπέζια από μαύρη λαμαρίνα. Το μήκος της εγκατάστασης ξεπερνά τα δώδεκα μέτρα, αρκετά ώστε να επηρεάσει τον βηματισμό σου και να σε κρατήσει μέσα στη διαδοχή των μορφών. Η αναφορά στη γη, στις θεότητές της και στον μυθολογικό χώρο αποκτά εδώ διάρκεια: προχωράς, επιστρέφεις με το βλέμμα, εξετάζεις τις αποστάσεις, καθώς οι μορφές σού θυμίζουν πόσο παλιά είναι η ανάγκη να ξεχωρίσει ένας τόπος από τον υπόλοιπο κόσμο και να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για όσους τον μοιράζονται.

Το έργο της Βάνας Ξένου

Το έργο της Βάνας Ξένου

Στο δωμάτιο που ανοίγεται αριστερά, το «Εκστατικό βουνό» του Ζήση Κοτιώνη έχει την επιβλητικότητα μιας κατασκευής στην οποία μπορείς να φανταστείς τον εαυτό σου να καταφεύγει. Θυμίζει κάτι ανάμεσα σε  σκηνή, ορεινό όγκο και αναποδογυρισμένο βιβλίο, με διαστάσεις πέντε επί πέντε μέτρα στη βάση και τρία μέτρα σε ύψος. Η εγκατάσταση συνδέει την προσωρινή διαμονή με ήχους και υλικά ίχνη από το Πήλιο. Στο σκεπτικό του Ζήση Κοτιώνη βρίσκεται η επέκταση της εκμετάλλευσης της υπαίθρου, ο υπερτουρισμός, οι ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές, η καινούργια ζήτηση για ορεινά καταφύγια μέσα στην κλιματική κρίση. Μπροστά στη μεγάλη σκηνή σκέφτεσαι και την ευκολία με την οποία αποκαλούμε έναν τόπο καταφύγιο, σαν να μας περιμένει διαθέσιμος για τις ανάγκες μας, απαλλαγμένος από ιστορία και από άλλες ζωές.

Το έργο του Ζήση Κοτιώνη

Το έργο του Ζήση Κοτιώνη

Από την ορμή στην αίσθηση της υποχώρησης

Αυτά τα έργα δημιουργούν μια ορμή. Έχεις ήδη αρχίσει να αισθάνεσαι το εύρος των ζητημάτων που μπορεί να θέσει μια έκθεση αρχιτεκτονικής, έχοντας δεχθεί ερωτήματα για την εξουσία, την καταγωγή, τη σχέση με τη γη και το δικαίωμα να εγκαθίστασαι σε έναν τόπο. Γι’ αυτό και η μετάβαση στις κύριες αίθουσες γίνεται αισθητή αρκετά γρήγορα ως υποχώρηση. Εκεί όπου περίμενα η συζήτηση να πυκνώσει μέσα από τα κτίρια και τη ζωή τους, βρέθηκα να παρακολουθώ μια μακριά ανάπτυξη φωτογραφιών, σχεδίων και δημοσιευμάτων, με την αίσθηση ότι περπατούσα μέσα σε ένα μεγάλο βιβλίο αρχιτεκτονικής.

Ένα τέτοιο βιβλίο έχει ασφαλώς αξία. Η συγκέντρωση του υλικού προϋποθέτει γνώση, πρόσβαση σε αρχεία, επιλογές και συνεργασίες, ενώ το εύρος του εγχειρήματος επιτρέπει στον επισκέπτη να συναντήσει έργα που δύσκολα θα έβλεπε μαζί. Οι επτά θεματικές ενότητες, οι είκοσι έξι «ροές» και τα τριάντα επτά αυτόνομα εκθέματα επιχειρούν να οργανώσουν έναν διάλογο στον οποίο η ανώνυμη δόμηση εξετάζεται μαζί με τα μνημεία και τα έργα γνωστών αρχιτεκτόνων. Η απόφαση να παραμεριστεί η συνεχής χρονολογική αφήγηση δίνει περιθώριο για αναπάντεχες συναντήσεις, ζητά όμως από την επιμέλεια να κάνει κάθε τέτοια συνάντηση αρκετά εύγλωττη ώστε να γεννά μια καινούργια σκέψη.

Στην επίσκεψή μου, συχνά οι σχέσεις αυτές έμεναν ως υπόσχεση της θεματικής οργάνωσης. Στα μεγάλα ταμπλό για μεμονωμένα κτίρια αναγνώριζα τη δομή μίας εκτενούς κειμενολεζάντας σε μουσείο ή σε άρθρο, ενώ στις επιμήκεις θεματικές επιφάνειες η πληροφορία ακολουθούσε την πληροφορία, αφήνοντας λίγες αφορμές για να σταματήσω με την απορία ότι κάτι που θεωρούσα γνωστό είχε μόλις αλλάξει. Μου έλειψε η πρόσβαση σε μια λιγότερο φανερή πλευρά των έργων, σε εκείνη την απόφαση, τη σύγκρουση ή την ανατροπή που θα εξηγούσε γιατί ένα κτίριο πήρε αυτή τη μορφή, ποιες δυσκολίες μεσολάβησαν και τι συνέβη όταν άρχισε να χρησιμοποιείται. Η περιέργεια που είχε διεγείρει η αρχή έβρισκε όλο και λιγότερες ευκαιρίες να ανανεωθεί.

Η αισθητική του αρχείου

Η επανάληψη των ίδιων ακριβώς φωτογραφιών σε διαφορετικές ενότητες, κάποτε ακόμη και των ίδιων δημοσιευμάτων, έκανε εντονότερη την αίσθηση της ανακύκλωσης. Στο εισαγωγικό τους κείμενο, οι επιμελητές εξηγούν ότι τέτοιες επανεμφανίσεις αποτελούν συνειδητή επιλογή, ώστε το ίδιο υλικό να υπηρετεί διαφορετικούς συσχετισμούς. Για να λειτουργήσει αυτό, χρειάζεται κάθε επιστροφή να προσθέτει κάτι αρκετά συγκεκριμένο ώστε να δικαιολογεί την προσοχή του. Συχνά αναγνώριζα τη φωτογραφία προτού προλάβω να διακρίνω τι καινούργιο είχε να μου πει, και η οικειότητα γινόταν κόπωση.

Ανάλογη επιθυμία για μια καινούργια ματιά μου προκάλεσε η εκτεταμένη χρήση παλιών φωτογραφιών. Το αρχείο μάς έχει μάθει να βλέπουμε πολλά σημαντικά κτίρια μέσα από ορισμένες λήψεις, τόσο επιτυχημένες ώστε να έχουν εγκατασταθεί στη μνήμη μας μαζί με το ίδιο το έργο. Η επαναφορά τους προσφέρει αναγνώριση και ιστορική γνώση, αφήνει όμως ανοιχτό ένα ερώτημα που με απασχολούσε όλο και περισσότερο: τι υπάρχει σήμερα στη θέση εκείνης της αρχικής εικόνας;

Θα ήθελα να δω επιλεγμένα κτίρια φωτογραφημένα ξανά, να παρακολουθήσω τις μεταβολές τους, τις χρήσεις που άντεξαν και εκείνες που τα άλλαξαν, την τύχη των κοινόχρηστων χώρων, τον τρόπο που οι κάτοικοι φρόντισαν ή περιόρισαν τις δυνατότητές τους. Μια τέτοια επιστροφή θα μπορούσε να δώσει βάθος ακόμη και στην πιο γνώριμη αρχειακή λήψη, βάζοντας δίπλα στην πρόθεση του αρχιτέκτονα τη μακρόχρονη δοκιμασία της.

Τα κτίρια παραδίδονται σε ανθρώπους που έχουν δικά τους σχέδια, οικονομικές δυσκολίες, συνήθειες και διαφορετικές αντιλήψεις για την άνεση ενώ οι δημόσιες κατασκευές γνωρίζουν αλλαγές θεσμών και προτεραιοτήτων, νέες απαιτήσεις πρόσβασης, περιόδους φροντίδας ή εγκατάλειψης. Η ιστορία αυτής της συνάντησης είναι ένα μεγάλο μέρος της ιστορίας της αρχιτεκτονικής.

Ιδίως σε μια έκθεση που επικαλείται την εμπειρία της σύγχρονης πόλης, περίμενα περισσότερες τέτοιες επιστροφές στο παρόν. Η Αθήνα έξω από το Καπνεργοστάσιο δίνει καθημερινά άφθονο υλικό: σπίτια που αλλάζουν χρήση, γειτονιές που δυσκολεύονται να κρατήσουν τους κατοίκους τους, κτίρια που φθείρονται ή μετατρέπονται, δημόσιους χώρους των οποίων η χρήση παραμένει αντικείμενο διεκδίκησης. Μέσα στις αίθουσες αναζητούσα τις στιγμές που θα έκαναν αυτή τη σχέση πιο συγκεκριμένη, που θα μου επέτρεπαν να πάρω μια σκέψη από την έκθεση και να τη δοκιμάσω αμέσως στον δρόμο.

Η περίπτωση του Τάκη Ζενέτου

Ο Τάκης Ζενέτος

Ο Τάκης Ζενέτος

Στο αφιέρωμα στον Τάκη Ζενέτο το ενδιαφέρον μου ανανεώθηκε, μαζί με μια απορία που εξελίχθηκε σχεδόν σε παράπονο: πότε θα δούμε μια μεγάλη έκθεση για το έργο του; Η εκδήλωση στο ΚΠΙΣΝ το 2022, με τη δουλειά γύρω από το αρχείο του και την έκδοση αρχειακού υλικού και κριτικών δοκιμίων, υπήρξε σημαντική αφορμή επιστροφής στη σκέψη του. Εδώ ένιωσα ξανά την ανάγκη να μείνω περισσότερο, να παρακολουθήσω πώς οι μελέτες του για την κατοίκηση και την τεχνολογία συνδέονται με τα κτίρια που υλοποίησε, πώς οι προβλέψεις του συναντούν τη σημερινή καθημερινότητα και πόσο απέχουμε ακόμη από το να κατανοήσουμε ολόκληρη τη διαδρομή του.

Ήταν μια από τις στιγμές που η έκθεση μου άνοιξε την όρεξη για κάτι περισσότερο από την έκταση που είχε ήδη προσφέρει. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στην ποσότητα του υλικού και στην επιθυμία να το εξετάσεις βαθύτερα διατρέχει τελικά την εμπειρία μου στο Καπνεργοστάσιο, όπου μια σημαντική ερευνητική προσπάθεια και μια εξαιρετική εικαστική αρχή συνυπάρχουν με μια παρουσίαση που συχνά αφήνει τον επισκέπτη να αναζητήσει μόνος του το επόμενο επίπεδο. Φρέσκια, οξυδερκής και μαζί ψύχραιμη η οπτική ταυτότητα της έκθεσης που υπογράφουν το Post Spectacular Office του Στέργιου Γαλίκα και η Λουκία Μάρθα, ακολουθεί τη λογική μίας σύγχρονης έκθεσης αρχιτεκτονικής.

Έργο του Άγγελου Αντωνόπουλου

Έργο του Άγγελου Αντωνόπουλου

Η διοργάνωση συνδέει το εγχείρημα με τη συζήτηση για ένα Ελληνικό Μουσείο Αρχιτεκτονικής, και η σκέψη αυτή με συνόδευσε φεύγοντας. Ένα τέτοιο μουσείο θα είχε να διαφυλάξει σχέδια, φωτογραφίες και μακέτες, αλλά και να επιστρέφει διαρκώς στα κτίρια, να παρακολουθεί τη ζωή τους, να εξετάζει μαζί με τους ανθρώπους που τα χρησιμοποιούν όσα πέτυχαν και όσα δεν μπόρεσαν να προβλέψουν.  

«Αρχιτεκτονική στην Ελλάδα — Η μυστηριακή γλώσσα του σχήματος»

Καπνεργοστάσιο της Βουλής των Ελλήνων, Λένορμαν 218, Αθήνα

Έως 17 Ιανουαρίου 2027

Πέμπτη–Κυριακή, 11:00–19:00

Ελεύθερη είσοδος με επίδειξη αστυνομικής ταυτότητας ή διαβατηρίου

Πληροφορίες: 212 105 0020 · architecturegreece.grΚατερίνα

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο