Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

«Ασπίδα» κατά του δηλητηρίου της κόμπρας: Το νέο αντίδοτο που μπορεί να αλλάξει τα πάντα

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ένα νέο «κοκτέιλ αντισωμάτων» που μπορεί να προσφέρει ευρεία προστασία απέναντι στο δηλητήριο διαφορετικών ειδών κόμπρας ανέπτυξαν επιστήμονες από την Ινδία και τη Δανία, σε μια εξέλιξη που θα μπορούσε να συμβάλει στην πρόληψη χιλιάδων θανάτων από δαγκώματα φιδιών παγκοσμίως.

Όπως γράφει ο Independent το δηλητήριο των διαφορετικών ειδών κόμπρας περιέχει ποικίλες τοξίνες και ένζυμα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στο νευρικό σύστημα, το αίμα και τους ιστούς. Η διαφορετική σύσταση του δηλητηρίου καθιστά ιδιαίτερα δύσκολη την ανάπτυξη ενός ενιαίου αντιδότου.

Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην Ινδία, όπου, σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, καταγράφονται σχεδόν 50.000 θάνατοι από δαγκώματα φιδιών κάθε χρόνο.

Τα προβλήματα με τα σημερινά αντιοφικά

Τα αντιοφικά αντίδοτα που χρησιμοποιούνται σήμερα παρουσιάζουν αρκετούς περιορισμούς. Η αποτελεσματικότητά τους μπορεί να διαφέρει ανάλογα με το είδος του φιδιού, ενώ έχουν αναφερθεί παρενέργειες και διαφοροποιήσεις μεταξύ διαφορετικών παρτίδων.

Παράλληλα, η παραγωγή τους βασίζεται σε μια διαδικασία που χρησιμοποιείται εδώ και δεκαετίες: τη συλλογή δηλητηρίου από φίδια και την ανοσοποίηση ζώων, όπως τα άλογα. Η διαδικασία αυτή είναι δαπανηρή και μπορεί να οδηγήσει σε σχετικά χαμηλή συγκέντρωση των δραστικών αντισωμάτων.

Οι ερευνητές επιχειρούν να αντιμετωπίσουν αυτούς τους περιορισμούς με μια νέα προσέγγιση, χρησιμοποιώντας αντισώματα που μπορούν να παραχθούν εργαστηριακά μέσω μικροβιακών συστημάτων.

Πέντε νανοσώματα για διαφορετικά είδη κόμπρας

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι επιστήμονες δημιούργησαν ένα μείγμα πέντε μικροσκοπικών τμημάτων αντισωμάτων, γνωστών ως νανοσώματα.

Τα αντισώματα αυτά σχεδιάστηκαν ώστε να προσδένονται σε συγκεκριμένες τοξίνες που περιέχονται στο δηλητήριο διαφορετικών ειδών κόμπρας που απαντώνται στην Ινδία. Με αυτόν τον τρόπο μπορούν να εμποδίζουν τις τοξίνες από το να προσδεθούν στους στόχους τους στον οργανισμό και να προκαλέσουν τις σοβαρές επιπτώσεις του δηλητηρίου.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι το συγκεκριμένο «κοκτέιλ» μπορούσε να εξουδετερώσει τη δράση του δηλητηρίου. Σε πειράματα σε ποντίκια, μάλιστα, σε ορισμένες περιπτώσεις απέτρεψε τον θάνατο ακόμη και όταν χορηγήθηκε 30 λεπτά μετά την έγχυση του δηλητηρίου.

Μπορούν να παραχθούν μαζικά στο εργαστήριο

Για την ανάπτυξη των αντισωμάτων, οι ερευνητές εξέθεσαν καμηλοειδή, την ομάδα ζώων στην οποία ανήκουν μεταξύ άλλων τα αλπάκα και τα λάμα, σε δηλητήριο από διαφορετικά είδη κόμπρας.

Στο αίμα των ζώων εντοπίστηκαν σύντομα αντισώματα που μπορούσαν να εξουδετερώσουν συγκεκριμένες τοξίνες. Στη συνέχεια, οι επιστήμονες κατάφεραν να απομονώσουν τα αντισώματα και να τα παράγουν μαζικά στο εργαστήριο, χρησιμοποιώντας μικροβιακά κύτταρα.

«Η θεραπεία με αντιοφικό δεν έχει ουσιαστικά αλλάξει εδώ και περισσότερα από 100 χρόνια. Αυτό είναι το μόνο αντίδοτο επόμενης γενιάς που διαθέτουμε σήμερα και θα μπορούσε να αντιμετωπίσει το πρόβλημα των δαγκωμάτων φιδιών στην Ινδία», δήλωσε ο Κάρτικ Σουναγκάρ, ένας από τους συγγραφείς της μελέτης, η οποία δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Science Translational Medicine».

Ο Αντρέας Λάουσεν, από το Τεχνικό Πανεπιστήμιο της Δανίας και επίσης συγγραφέας της μελέτης, σημείωσε ότι η έρευνα μπορεί να αποτελέσει ένα μοντέλο για την ανάπτυξη ανασυνδυασμένων αντιοφικών αντιδότων προσαρμοσμένων στις ανάγκες διαφορετικών περιοχών του κόσμου.

Δυνατότητα επέκτασης και σε άλλα είδη φιδιών

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση μπορεί στο μέλλον να επεκταθεί, με την προσθήκη νέων συστατικών αντισωμάτων που θα στοχεύουν τοξίνες και άλλων ειδών φιδιών με σημαντική ιατρική σημασία.

«Δείξαμε ότι είναι δυνατό να εξουδετερωθεί το δηλητήριο με πολύ μικρές ποσότητες προσεκτικά επιλεγμένων και τροποποιημένων αντισωμάτων», ανέφερε ο Δρ. Σουναγκάρ, προσθέτοντας ότι η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε δυνητικά να αντιμετωπίσει ορισμένες από τις ανησυχίες για το κόστος και την ασφάλεια που συνδέονται με τη χορήγηση μεγάλων ποσοτήτων αντισωμάτων.

Η νέα τεχνολογία βρίσκεται ακόμη σε ερευνητικό στάδιο και απαιτούνται περαιτέρω μελέτες πριν από οποιαδήποτε χρήση της ως θεραπείας σε ανθρώπους.