Γιατί οι αρνητικές σκέψεις «κολλάνε» στο μυαλό μας – Η ψυχολογική παγίδα που δημιουργεί τον φαύλο κύκλο
Στέλνετε ένα μήνυμα σε έναν φίλο και μένει αναπάντητο. Η πρώτη σκέψη μπορεί να είναι ότι απλώς είναι απασχολημένος. Σύντομα, όμως, εμφανίζεται και μια διαφορετική πιθανότητα: «Μήπως θέλει να με αποφύγει; Μήπως είναι ενοχλημένος μαζί μου;».
Όσο περνούν οι ώρες, η αρνητική ερμηνεία ενισχύεται. Ακόμη και αν τελικά απαντήσει και ζητήσει συγγνώμη, εξηγώντας ότι ήταν απασχολημένος, η αμφιβολία μπορεί να παραμείνει: Μήπως, τελικά, υπάρχει κάποιο πρόβλημα;
Οι αρνητικές ερμηνείες αμφίσημων καταστάσεων, όπως σε αυτό το παράδειγμα, είναι συνηθισμένες και συνδέονται άμεσα με την ψυχική υγεία. Το κρίσιμο στοιχείο – όπως επισημαίνουν ειδικοί στο Psychology Today – δεν είναι απλώς εάν μια αρνητική ερμηνεία θα εμφανιστεί στο μυαλό, αλλά εάν το άτομο μπορεί να την εγκαταλείψει όταν η κατάσταση εξελιχθεί ή αλλάξει.
Πρόσφατη έρευνα ψυχολόγων στο Πανεπιστήμιο Τίλμπουρχ της Ολλανδίας δείχνει ότι οι επίμονες αρνητικές ερμηνείες μπορεί να συνδέονται στενά με τα συναισθήματα και την επαναλαμβανόμενη σκέψη, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο, ο οποίος ανατροφοδοτείται διαρκώς και ενισχύεται.
Η «ακαμψία των αρνητικών ερμηνειών»
Η έρευνα έχει δείξει εδώ και χρόνια ότι η κατάθλιψη και το άγχος συνδέονται με την «ερμηνευτική προκατάληψη» – την τάση να αποδίδονται περισσότερο αρνητικές και λιγότερο ουδέτερες ή καλοπροαίρετες ερμηνείες σε αμφίσημες καταστάσεις.
Επίσης δύο άνθρωποι μπορούν να καταλήξουν στην ίδια αρνητική ερμηνεία και στη συνέχεια να αντιδράσουν με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Για παράδειγμα, δύο συνάδελφοι μπορεί να παρατηρήσουν ότι ο προϊστάμενός τους είναι ασυνήθιστα σιωπηλός κατά τη διάρκεια μιας σύσκεψης.
Και οι δύο ενδέχεται να αναρωτηθούν εάν έκαναν κάτι λάθος. Όταν αργότερα εκείνος εξηγήσει ότι ήταν απλώς κουρασμένος, ο ένας μπορεί να αναθεωρήσει την αρχική του ερμηνεία, ενώ ο άλλος να εξακολουθήσει να πιστεύει ότι έχει συμβεί κάτι αρνητικό. Η διαφορά δεν βρίσκεται απαραίτητα στο αρνητικό περιεχόμενο της αρχικής σκέψης, αλλά στην ευελιξία της. Η δυσκολία αναθεώρησης των αρνητικών ερμηνειών ονομάζεται «ακαμψία των αρνητικών ερμηνειών».
Από την έρευνα στην καθημερινή ζωή
Οι περισσότερες έρευνες σχετικά με την ερμηνευτική προκατάληψη και την ακαμψία των αρνητικών ερμηνειών βασίζονταν μέχρι πρόσφατα σε πειραματικές δοκιμασίες, οι οποίες πραγματοποιούνταν σε αυστηρά ελεγχόμενα εργαστηριακά περιβάλλοντα.
Για να εξετάσουν αυτές τις διαδικασίες στην καθημερινή ζωή, κλινικοί ψυχολόγοι ανέπτυξαν τη «Δοκιμασία Ακαμψίας Ερμηνειών στην Καθημερινή Ζωή». Πρόκειται για μια γνωστική δοκιμασία μέσω κινητού τηλεφώνου, ενσωματωμένη σε επαναλαμβανόμενες αξιολογήσεις με smartphone.
Επίσης για τη μελέτη της ακαμψίας των αρνητικών ερμηνειών σε πραγματικές συνθήκες, οι ερευνητές συγκρότησαν ένα δείγμα 179 ενηλίκων από τον γενικό πληθυσμό, με διαφορετικά επίπεδα κατάθλιψης και άγχους.
Η έρευνα διήρκεσε 14 ημέρες και οι συμμετέχοντες λάμβαναν έξι ειδοποιήσεις καθημερινά. Κάθε φορά απαντούσαν σε σύντομες ερωτήσεις για την ψυχική τους κατάσταση και ολοκλήρωναν τη νέα γνωστική δοκιμασία στο κινητό. Με αυτόν τον τρόπο, οι ερευνητές μπόρεσαν να εξετάσουν εάν η τάση διατήρησης αρνητικών ερμηνειών μεταβαλλόταν από στιγμή σε στιγμή και πώς αυτές οι διακυμάνσεις συνδέονταν με τις αλλαγές στα συναισθήματα και την επαναλαμβανόμενη σκέψη.
Τι συμβαίνει όταν οι αρνητικές ερμηνείες επιμένουν
Όπως αναμενόταν, η πρώτη μελέτη έδειξε ότι τα άτομα που ανέφεραν περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης και κοινωνικού άγχους παρουσίαζαν μεγαλύτερη επιμονή στις αρνητικές ερμηνείες. Τα πιο ενδιαφέροντα ευρήματα, ωστόσο, αφορούσαν όσα συνέβαιναν στο ίδιο άτομο με την πάροδο του χρόνου.
Όταν οι αρνητικές ερμηνείες κάποιου γίνονταν πιο επίμονες από ό,τι συνήθως, στη συνέχεια το άτομο έτεινε να βιώνει περισσότερα αρνητικά συναισθήματα. Ίσχυε, όμως, και το αντίστροφο: τα εντονότερα αρνητικά ή τα λιγότερα θετικά συναισθήματα προέβλεπαν μεγαλύτερη επιμονή των αρνητικών ερμηνειών αργότερα.
Όταν οι δύο αυτές κατευθύνσεις εξετάστηκαν ταυτόχρονα, η επίδραση των συναισθημάτων στη σκέψη αποδείχθηκε ισχυρότερη από την επίδραση της σκέψης στα συναισθήματα. Τα αποτελέσματα, επομένως, δεν υποστηρίζουν απλώς την αντίληψη ότι «οι σκέψεις προκαλούν συναισθήματα». Αντιθέτως, δείχνουν την ύπαρξη ενός συστήματος αλληλοτροφοδότησης.
Ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται μια κατάσταση μπορεί να επηρεάζει το συναίσθημα. Παράλληλα, όμως, το συναίσθημα μπορεί να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο επανεξετάζονται οι αρχικές ερμηνείες μιας αμφίσημης κατάστασης.
Η επίδραση των συναισθημάτων στη σκέψη ήταν ιδιαίτερα έντονη στα άτομα με περισσότερα συμπτώματα κατάθλιψης και κοινωνικού άγχους. Η συναισθηματική τους κατάσταση συνδεόταν πιο στενά με το εάν οι αρνητικές ερμηνείες θα εξακολουθούσαν να επιμένουν.
Η επαναλαμβανόμενη σκέψη που τροφοδοτεί τον κύκλο
Η έρευνα εξέτασε επίσης τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα σκέψης. Στο παράδειγμα του αναπάντητου μηνύματος, μετά την υπόθεση ότι ο φίλος είναι ενοχλημένος, το άτομο μπορεί είτε να προχωρήσει παρακάτω είτε να επιστρέφει διαρκώς στην ίδια κατάσταση. Μπορεί, για παράδειγμα, να σκέφτεται επανειλημμένα: «Γιατί δεν έχει απαντήσει;» ή «Ίσως δεν θέλει πραγματικά να περνάει χρόνο μαζί μου».
Αυτή η επαναλαμβανόμενη εστίαση στις αρνητικές πλευρές μιας κατάστασης ονομάζεται «μηρυκαστική σκέψη» ή «μηρυκασμός».
Οι ερευνητές εντόπισαν μια αμφίδρομη σχέση ανάμεσα στη μηρυκαστική σκέψη και τις επίμονες αρνητικές ερμηνείες. Η μεγαλύτερη επιμονή των αρνητικών ερμηνειών προέβλεπε ενίσχυση του μηρυκασμού. Με τη σειρά του, ο εντονότερος μηρυκασμός προέβλεπε ακόμη μεγαλύτερη επιμονή των αρνητικών ερμηνειών αργότερα.
Με άλλα λόγια, επισημαίνεται στο Psychology Today, μια αρνητική ερμηνεία μπορεί να προσφέρει νέο «υλικό» για μηρυκαστική σκέψη, ενώ ο μηρυκασμός μπορεί να κάνει δυσκολότερη την απομάκρυνση από αυτήν την ερμηνεία.
Πώς υποβαθμίζονται τα θετικά συναισθήματα
Οι ερευνητές εξέτασαν και το φαινόμενο της υποβάθμισης ή αποδυνάμωσης των θετικών συναισθημάτων. Πρόκειται για την τάση περιορισμού ενός θετικού συναισθήματος μέσα από σκέψεις όπως: «αυτό δεν θα κρατήσει για πολύ» ή «απλώς στάθηκα τυχερός».
Οι επίμονες αρνητικές ερμηνείες οδηγούσαν σε εντονότερη υποβάθμιση των θετικών συναισθημάτων στη συνέχεια. Αντίθετα, τα στοιχεία για την αντίστροφη διαδικασία ήταν πιο αδύναμα. Συνολικά, τα ευρήματα δείχνουν ότι οι αρνητικές ερμηνείες δεν λειτουργούν μεμονωμένα. Εντάσσονται σε ένα δυναμικό σύστημα, στο οποίο συμμετέχουν τα συναισθήματα και διαφορετικές μορφές επαναλαμβανόμενης σκέψης που επηρεάζουν τόσο τα αρνητικά όσο και τα θετικά συναισθήματα.
Η ψυχική υγεία εξαρτάται από την ικανότητα αναθεώρησης
Τα αποτελέσματα δεν υποδηλώνουν ότι για να είναι κάποιος ψυχικά υγιής πρέπει να ερμηνεύει τα πάντα θετικά. Ορισμένες καταστάσεις είναι πράγματι αρνητικές και ο στόχος δεν είναι να αντικαθίσταται κάθε αρνητική σκέψη με μία θετική.
Μεγαλύτερη σημασία μπορεί να έχει η διατήρηση της ικανότητας επικαιροποίησης ή αναθεώρησης των αρχικών αρνητικών πεποιθήσεων. Το κρίσιμο – δηλαδή – είναι εάν ένα άτομο μπορεί να εξετάσει εναλλακτικές εξηγήσεις και εάν οι ερμηνείες του μπορούν να αλλάξουν όταν γίνουν διαθέσιμες νέες πληροφορίες.
Γιατί τα συναισθήματα χρειάζονται περισσότερη προσοχή
Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι η ενίσχυση της ευέλικτης σκέψης μπορεί να απαιτεί κάτι περισσότερο από την απλή αμφισβήτηση των αρνητικών σκέψεων. Όταν οι άνθρωποι βίωναν περισσότερα αρνητικά και λιγότερα θετικά συναισθήματα, οι αρνητικές τους ερμηνείες ήταν πιθανότερο να επιμείνουν αργότερα.
Αυτό δημιουργεί την πιθανότητα, σε ορισμένες περιπτώσεις, μια σκέψη να μπορεί να επανεξεταστεί ευκολότερα εάν πρώτα αλλάξει το συναισθηματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αξιολογείται. Σύμφωνα με κλινικούς ψυχολόγους, αυτό θα μπορούσε να περιλαμβάνει:
- Τον περιορισμό της ψυχικής δυσφορίας μέσω στρατηγικών ρύθμισης των συναισθημάτων
- Τη διακοπή της επαναλαμβανόμενης, μηρυκαστικής σκέψης
- Την αναζήτηση υποστήριξης και επικοινωνίας με άλλους ανθρώπους
- Την εστίαση σε θετικές εμπειρίες πριν από την επιστροφή στην αρχική ερμηνεία
Απαιτούνται, πάντως, μελλοντικές έρευνες για να διαπιστωθεί εάν τέτοιες στρατηγικές μπορούν πράγματι να βελτιώσουν την ευελιξία των αρνητικών ερμηνειών.
Η σημασία της ψυχολογικής ευελιξίας
Το ζητούμενο για την ψυχική υγεία δεν είναι η εξάλειψη κάθε αρνητικής σκέψης ούτε η αντικατάστασή της με μια τεχνητά αισιόδοξη εκδοχή. Καθοριστική φαίνεται να είναι η ψυχολογική ευελιξία: η ικανότητα ενός ανθρώπου να εξετάζει εναλλακτικές εξηγήσεις και να αλλάζει την αρχική του ερμηνεία όταν εμφανίζονται νέα δεδομένα.
Η έγκαιρη αναγνώριση της στιγμής κατά την οποία μια σκέψη αρχίζει να γίνεται άκαμπτη μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για πιο στοχευμένες παρεμβάσεις. Γιατί, τελικά, μια αρνητική σκέψη δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί για να χάσει τη δύναμή της· αρκεί το μυαλό να παραμένει αρκετά ευέλικτο ώστε να μην την αντιμετωπίζει ως τη μοναδική δυνατή εκδοχή της πραγματικότητας.