Για όλους και για όλα μίλησε ο Τσέντι Όσμαν σε μεγάλη συνέντευξη που παραχώρησε στην Τουρκία, εξηγώντας τα πάντα σε ό,τι αφορά τη μεταγραφή του από τον Παναθηναϊκό στον ΠΑΟΚ.
Η μετακίνηση του Τούρκου φόργουορντ από τους «πράσινους» στους «ασπρόμαυρους» είναι μία από τις μεγαλύτερες μεταγραφικές βόμβες του καλοκαιριού, με τον ίδιο να αναφέρεται στο θέμα μιλώντας στους συμπατριώτες του.
Αναλυτικά όσα είπε ο Όσμαν…
Για την παρουσία του στον Παναθηναϊκό: «Πέρασα πραγματικά δύο απίστευτα χρόνια στον Παναθηναϊκό. Είχα πάρα πολλές όμορφες αναμνήσεις. Με υποδέχθηκαν και με αποδέχθηκαν με τον καλύτερο τρόπο. Όταν πήγα εκεί, δεν ήξερα τι να περιμένω. Ο Εργκίν ήταν εκεί, μαζί με τον Τσενκ, και είχαν μόλις κατακτήσει τη EuroLeague. Γι’ αυτό ήταν πολύ αγαπητοί. Εγώ όμως πήγαινα εκεί και δεν ήξερα τι να περιμένω. Παρότι τους πρώτους τέσσερις-πέντε μήνες δυσκολεύτηκα αρκετά και έπεσα πάνω σε έναν τοίχο του ευρωπαϊκού μπάσκετ.
Όμως δεν σταμάτησαν ποτέ να με στηρίζουν. Πάντα πίστευαν σε μένα. Τόσο οι φίλαθλοι όσο και ο σύλλογος. Μετά από αυτό, όλα άρχισαν να πηγαίνουν καλύτερα για μένα. Όταν πλέον συνήθισα το ευρωπαϊκό μπάσκετ, άρχισα να παίζω το δικό μου μπάσκετ. Και τελικά έγινα ένα από τα πιο αγαπητά πρόσωπα εκεί. Πέρασα δύο πραγματικά πολύ όμορφα χρόνια. Έδεσα πολύ με τους φιλάθλους, με το staff, με τον πρόεδρο, με τον κύριο Γιαννακόπουλο. Η σχέση ήταν πραγματικά εξαιρετική. Θέλω να τους ευχαριστήσω γι’ αυτό».
Για την μεταγραφή του στον ΠΑΟΚ: «Είμαι πολύ ενθουσιασμένος για τον ΠΑΟΚ. Όταν μιλήσαμε για πρώτη φορά, μου παρουσίασαν το πρότζεκτ και τα σχέδιά τους και αυτό με ενθουσίασε πάρα πολύ. Γιατί ναι, αυτή τη στιγμή είναι ομάδα του EuroCup, αλλά ο στόχος τους είναι να βρίσκονται στη EuroLeague. Και για αυτόν τον λόγο δημιουργήσαμε μια πολύ καλή ομάδα. Έχουμε τον Αντρέα Τρινκιέρι στον πάγκο. Η φιλοδοξία και ο ενθουσιασμός που μου έδειξαν με ενθουσίασαν πραγματικά.
Για μένα δεν ήταν εύκολη απόφαση. Είχα ακόμη έναν χρόνο συμβόλαιο με τον Παναθηναϊκό και όλες οι συζητήσεις ήταν προς την κατεύθυνση ότι θα παρέμενα. Κι εγώ περίμενα. Όμως μερικές φορές, δεν εξαρτώνται όλα μόνο από το τι θέλεις εσύ. Και έτσι, παρότι είχα ακόμη έναν χρόνο συμβόλαιο, άλλαξα ομάδα και είμαι πολύ χαρούμενος. Ήταν όμως μια δύσκολη διαδικασία. Γιατί δεν υπήρχε μόνο ο ΠΑΟΚ. Πριν από τον ΠΑΟΚ υπήρχαν και άλλοι σύλλογοι που ενδιαφέρονταν για μένα».
Για το ενδιαφέρον από Φενέρμπαχτσε και Εφές: «Είχα μιλήσει με την Εφές και τη Φενέρ αλλά αυτές οι διαδικασίες εξελίχθηκαν διαφορετικά. Και μετά δημιουργήθηκαν διάφορες ιστορίες. “Δεν θέλει να επιστρέψει στην Τουρκία”, “δεν πηγαίνει σε αυτή την ομάδα επειδή θα θυμώσει η άλλη” και διάφορα τέτοια. Πέφτουν διάφορα πράγματα στο διαδίκτυο και, με έναν πολύ περίεργο τρόπο, ο κόσμος τα πιστεύει. Γράφεται ότι “ο Τσέντι δεν πήγε γι’ αυτόν τον λόγο” ή “δεν πήγε για τον άλλον λόγο”. Πραγματικά εκπλήσσομαι.
Το είδαμε πάρα πολύ αυτό στα social media. Όμως αυτή είναι και η μεγάλη δύναμη των social media: κάποιος βρίσκει μια εξήγηση σύμφωνα με τα δικά του δεδομένα και μετά ο κόσμος αρχίζει να την πιστεύει. Η εταιρεία που με εκπροσωπεί είναι γνωστή. Η ομάδα που διαχειρίζεται τα social media μου είναι γνωστή. Αν ένας δημοσιογράφος θέλει να μάθει κάτι, μπορεί να στείλει ένα μήνυμα και να ρωτήσει: ”Ακούσαμε αυτό, ισχύει;”. Θα σας απαντήσουν και θα σας πουν την αλήθεια.
Γι’ αυτό μου φαίνεται λίγο περίεργο να γράφονται τόσο εύκολα ειδήσεις και, γενικότερα, να αναπαράγονται από τα τουρκικά μέσα. Μπορείτε ακόμη και σε μένα να στείλετε μήνυμα στο Instagram. Θα το δω και θα το προωθήσω στην ομάδα μου και θα σας απαντήσουν. Όμως υπάρχει ένα σημαντικό πράγμα: δεν ήμουν ελεύθερος παίκτης. Είχα ακόμη έναν χρόνο συμβολαίου. Όταν ξεκίνησαν αυτές οι συζητήσεις, ο Παναθηναϊκός ήθελε να λάβει buyout από κάθε ομάδα. Πρώτα έπρεπε να συμφωνήσουν οι δύο σύλλογοι. Αν ήθελε κάποιος να με αποκτήσει, έπρεπε να συμφωνήσει με τον Παναθηναϊκό.
Αυτό δεν ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω εγώ. Δεν μπορούσα να πάω στον πρόεδρο του Παναθηναϊκού και να του πω: “Πρόεδρε, μη ζητήσεις τόσο μεγάλο buyout, διευκόλυνέ με να πάω σε μια ομάδα της EuroLeague”. Αυτό δεν γίνεται. Αν πραγματικά με θέλει ένας σύλλογος, πρέπει ως σύλλογος να πάει και να συμφωνήσει με τον Παναθηναϊκό. Εγώ δεν μπορούσα να κάνω κάτι γι’ αυτό. Αν ήμουν ελεύθερος παίκτης, θα είχα το δικαίωμα να επιλέξω. Αλλά από τη στιγμή που υπήρχε buyout, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Και πιστεύω ότι ειδικά οι τουρκικοί σύλλογοι πιθανότατα δεν ήθελαν να μπουν σε αυτή τη διαδικασία».
Για το buy out: «Ακόμη και όταν πήγα στον ΠΑΟΚ, ζητήθηκε buyout. Στην αρχή είχε καθοριστεί ένα ποσό. Όταν έγινε γνωστό ότι θα πήγαινα στον ΠΑΟΚ, ζητήθηκε διαφορετικό ποσό. Ζητήθηκε μεγαλύτερο ποσό. Αυτά τα ποσά δεν είναι σταθερά. Δεν είναι ότι όλες οι ομάδες μπαίνουν στη διαδικασία με το ίδιο ποσό. Με κάθε ομάδα γίνεται διαφορετική συζήτηση για το buyout. Άλλο buyout συζητήθηκε με τον ΠΑΟΚ. Και πιθανότατα για τον Παναθηναϊκό ήταν διαφορετικό το γεγονός ότι ο ΠΑΟΚ δεν αγωνίζεται φέτος στη EuroLeague. Ίσως να σκέφτηκαν ότι τουλάχιστον δεν θα αντιμετωπίσουμε τον Τσέντι στη EuroLeague. Όμως, όπως είπα, πρώτα έπρεπε να συμφωνήσουν οι δύο σύλλογοι. Εγώ δεν μπορούσα να πάω και να διαπραγματευτώ το buyout.
Αν πήγαινα στον πρόεδρο και του έλεγα ότι θέλω να φύγω και μετά μου έλεγε ένα ποσό που ήταν πολύ υψηλό για την άλλη ομάδα, η μεταγραφή θα τελείωνε εκεί. Κι εγώ θα έμενα στη μέση. Από τη στιγμή που θα έλεγα ότι θέλω να φύγω και η άλλη ομάδα δεν μπορούσε να με αποκτήσει, τι θα γινόταν με μένα; Θα ήμουν ένας παίκτης που δεν τον ήθελε η ομάδα του. Γι’ αυτό δεν μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο. Ο ΠΑΟΚ ήρθε, μίλησε μαζί μου, μου παρουσίασε τον ενθουσιασμό του, τα σχέδια και το πρότζεκτ του. Και αυτό με ενθουσίασε. Συμφώνησαν και στο θέμα του buyout και έτσι, για μένα, η επιλογή έγινε εύκολη. Γιατί πραγματικά φέτος δημιούργησαν μια πολύ καλή ομάδα για το EuroCup. Αλλά γνωρίζω ότι ο πραγματικός τους στόχος είναι η EuroLeague. Γι’ αυτό ελπίζω ότι θα μπορέσουμε να επιστρέψουμε εκεί του χρόνου».
Για το αν άλλαξαν τα δεδομένα με τη μεταγραφή του Μπόνγκα στον Παναθηναϊκό: «Όταν μιλήσαμε αρχικά, όταν βγήκε η είδηση για την Εφές, με πήρε τηλέφωνο ο GM του Παναθηναϊκού και μου είπε: “Εμείς σε θέλουμε. Δεν σε στέλνουμε πουθενά. Είμαστε πολύ ευχαριστημένοι μαζί σου. Μόλις ξεκαθαρίσουν τα θέματα με τον προπονητή, θα καθίσουμε να μιλήσουμε για το τι θα κάνουμε τα επόμενα χρόνια”. Κι εγώ του είπα ότι συμφωνώ και ότι σκέφτομαι το ίδιο. Του είπα: “Εντάξει, ας καθίσουμε να μιλήσουμε. Εγώ είμαι έτοιμος όποτε θέλετε”. Μία εβδομάδα αργότερα, όμως, υπέγραψαν τον Μπόνγκα. Και φυσικά, μπορεί να έρθει ένας παίκτης, μπορεί να φύγει ένας παίκτης. Δεν έχω κανένα πρόβλημα με αυτό. Ποτέ δεν φοβήθηκα να διεκδικήσω τη θέση μου. Ακόμη και στη rookie χρονιά μου στο ΝΒΑ ήμουν βασικός σε μια απίστευτη ομάδα. Αφού κατάφερα να δημιουργήσω τη θέση μου εκεί, σκέφτομαι: “Εδώ δεν θα μπορέσω να κερδίσω τη θέση μου;”.
Δεν φοβάμαι ποτέ τον ανταγωνισμό. Δεν αποφεύγω ποτέ τη μάχη. Μετά από αυτό, πέρασαν περίπου δύο-τρεις εβδομάδες και κανείς δεν επικοινώνησε μαζί μου. Την ίδια περίοδο με καλούσαν άλλες ομάδες και μιλούσα μαζί τους. Από τη στιγμή που με καλούσαν άλλες ομάδες, σκέφτηκα ότι προφανώς κι εκείνες είχαν ακούσει ή γνώριζαν κάποια πράγματα. Και τότε σκέφτηκα: “Μάλλον υπάρχει μια συζήτηση του τύπου “σε θέλουμε, αλλά αν θέλεις να φύγεις, μπορούμε να καθίσουμε να το συζητήσουμε””. Οπότε εγώ είπα: “Θέλω να πάω εκεί όπου πραγματικά με θέλουν”. Θέλω να πάω κάπου όπου θα μου δώσουν αυτή την αξία. Και όταν είδα τον ενθουσιασμό του ΠΑΟΚ και την αξία που μου έδειξαν, για μένα ήταν μια εύκολη επιλογή.»
Για το τι είπε με τους πρώην συμπαίκτες του στον Παναθηναϊκό: «Ήμασταν στον γάμο του Σορτς με τον TJ και τον Κέντρικ (σ.σ. Ναν). Φυσικά όλοι ήθελαν να μάθουν τι έγινε. “Τι συνέβη; Πώς έγινε; Πώς τελείωσε;” Όλοι αυτά ήθελαν να μάθουν, γιατί όλοι είχαν εκπλαγεί. Αλλά, όπως λέω, είναι λίγο θέμα αντίληψης. Είχε δημιουργηθεί η εντύπωση ότι εγώ είχα ξεκινήσει όλη αυτή τη διαδικασία, οπότε και οι παίκτες σκέφτηκαν: “Γιατί έφυγες; Γιατί μας άφησες και έφυγες;”. Όταν όμως τους εξήγησα την κατάσταση, κατάλαβαν ότι δεν ήταν έτσι. Εγώ είχα μιλήσει και με τον κόουτς Ομπράντοβιτς και με τον πρόεδρο. Αλλά μερικές φορές ως παίκτης αισθάνεσαι αν σε θέλουν κάπου ή όχι. Καταλαβαίνεις τη σχέση που υπάρχει. Κι εγώ αυτό ένιωσα. Και μετά, όπως είπα, τα γεγονότα εξελίχθηκαν με αυτόν τον τρόπο.»
Για την αποτυχημένη σεζόν του Παναθηναϊκού: «Νομίζω ότι αυτό που μας επηρέασε περισσότερο ήταν ότι το Final Four γινόταν στην Αθήνα. Από τη μία πλευρά όλοι ήμασταν πολύ ενθουσιασμένοι και χαρούμενοι. Από την άλλη όμως υπήρχε πίεση. Χάναμε ένα παιχνίδι, κερδίζαμε δύο, χάναμε ένα, κερδίζαμε ένα, χάναμε ένα. Δεν μπορούσαμε να βρούμε τη σταθερότητα που θέλαμε. Ο Ολυμπιακός πήγαινε πολύ καλά και εμείς δεν μπορούσαμε να βρούμε τη δική μας απόδοση. Προς το τέλος της σεζόν υπήρχαν παιχνίδια που έπρεπε να κερδίσουμε. Κερδίσαμε τον Ερυθρό Αστέρα, τη Ζαλγκίρις, την Μπαρτσελόνα εκτός έδρας και άλλα τέτοια παιχνίδια. Έτσι καταλήξαμε στην έβδομη θέση. Αλλά ήταν μια πολύ ασταθής σεζόν για εμάς. Και παρ’ όλα αυτά, απέναντι στη Βαλένθια προηγηθήκαμε με 2-0.»
Για τον Αντρέα Τρινκιέρι: «Όταν μου είπαν αρχικά ότι θα με πάρει τηλέφωνο ο Τρινκιέρι, είπα “εντάξει, θα μιλήσω μαζί του”, αλλά είχα ακόμη συμβόλαιο, οπότε δεν μπορούσα να του πω και πολλά. Όταν όμως μιλήσαμε, είχαμε μια πολύ όμορφη συζήτηση. Μάλιστα μιλήσαμε στα σερβικά, γιατί τα γνωρίζει. Οπότε αυτό έκανε τη συζήτησή μας ακόμη πιο άνετη. Μιλήσαμε περίπου 10-15 λεπτά. Μου είπε τι περιμένει από εμένα. Μου είπε: “Θα είναι μια δύσκολη σεζόν για σένα, γιατί θα ζητήσω πολλά από εσένα. Δεν σου ζητάω να βάζεις 20 πόντους σε κάθε παιχνίδι, γιατί τότε θα σε έχω σκοτώσει”. Αλλά μου είπε ότι περιμένει από εμένα αυτό που κάνω πάντα: ενέργεια στην επίθεση, στην άμυνα, να κρατάω την ομάδα ενωμένη.
Αυτά ήταν πολύ σημαντικά για εκείνον. Και όταν τα συζητήσαμε αυτά, πραγματικά ένιωσα μια ανακούφιση. Γιατί ήξερα ακριβώς τι ήθελε από εμένα. Ήξερα ποιες ήταν οι προσδοκίες του και ήξερα ότι μπορούσα να τις καλύψω. Περίπου μία εβδομάδα αργότερα μου έστειλε ένα απίστευτο μήνυμα. Αν σας έδειχνα το μήνυμα, θα λέγατε “ουάου”. Μου έγραψε κάτι του τύπου: “Έλα, αδερφέ, έλα κι εσύ στον ΠΑΟΚ”. Ήταν ένα απίστευτο μήνυμα. Με επηρέασε πάρα πολύ και από εκεί και μετά όλες οι συζητήσεις εξελίχθηκαν πολύ όμορφα. Μέσα σε δύο εβδομάδες ολοκληρώθηκε και η συμφωνία.»
Για τον Εργκίν Άταμαν: «Έπρεπε να κερδίσω τη θέση μου. Και ίσως σε κάποιο σημείο να ήταν ακόμη πιο αυστηρός μαζί μου. Υπήρχε και κάτι άλλο. Όλα τα βλέμματα ήταν πάνω μας, επειδή ήμουν παίκτης της τουρκικής εθνικής ομάδας και εκείνος ήταν ο προπονητής της τουρκικής εθνικής ομάδας. Οπότε ο Εργκίν, κατά τη γνώμη μου, προσπαθούσε να διαχειριστεί την κατάσταση με τον σωστό τρόπο. Δεν μπορούσε να υπάρχει η εντύπωση ότι “ήρθε ο δικός του παίκτης και τον βάζει να παίζει”. Και όταν δεν έπαιζα καλά, πραγματικά δεν με έβαζε. Και είχε δίκιο. Μου είχε θέσει υψηλότερα στάνταρ από το κανονικό. Θυμάμαι ότι κάποιες φορές στην αρχή ενός αγώνα μπορεί να έβαζα, για παράδειγμα, 0/3 σουτ.
Και μπορεί να έχανα μία αμυντική τοποθέτηση. Με έβγαζε αμέσως. Εγώ έλεγα: “Εντάξει, μάλλον θα ξεκινήσει ξανά μαζί μου στο δεύτερο ημίχρονο”. Αλλά υπήρχαν παιχνίδια στα οποία δεν με ξανάβαζε καθόλου. Στην αρχή δεν με έβαζε. Αλλά, όπως είπα, εγώ πήγα σε μια ομάδα που είχε ήδη κατακτήσει τη EuroLeague. Οπότε το μήνυμα ήταν: “Παίξε καλά, κέρδισε τη θέση σου, απέδειξε ότι την αξίζεις. Εγώ θα σε βάλω. Αν όμως παίξεις άσχημα, δεν μπορώ να κάνω κάτι, γιατί πίσω σου υπάρχει μια ομάδα που την προηγούμενη χρονιά ήταν πρωταθλήτρια Ευρώπης”. Και φυσιολογικά θα έβαζε να παίξουν οι παίκτες εκείνης της ομάδας. Μετά από περίπου τέσσερις μήνες, όμως, είχα βρει πλέον τον εαυτό μου και ένιωθα πολύ πιο άνετα. Από εκεί και πέρα ήταν διαφορετικά».
Για το αν έχουν «κουράσει» συνέχεια οι τελικοί Παναθηναϊκός-Ολυμπιακός: «Νομίζω πως ναι. Γι’ αυτό και το γεγονός ότι επενδύουν και άλλες ομάδες θα αυξήσει τον ανταγωνισμό και τα παιχνίδια δεν θα είναι πλέον τόσο εύκολα. Για περίπου δέκα χρόνια, ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός έχαναν δύο, το πολύ τρία παιχνίδια μέσα στη χρονιά απέναντι στις υπόλοιπες ομάδες. Την πρώτη μου χρονιά στον Παναθηναϊκό είχαμε τελειώσει με 19 νίκες και 0 ήττες. Όποιον κι αν αντιμετωπίζαμε, τον κερδίζαμε.
Τώρα, όμως, αν υπάρχουν τέσσερις-πέντε ομάδες που είναι ανταγωνιστικές, το πρωτάθλημα θα έχει περισσότερο ανταγωνισμό και πιστεύω ότι θα είναι μια συναρπαστική σεζόν. Κάποτε υπήρχαν ο Άρης, ο Πανιώνιος και άλλες πολύ σημαντικές ελληνικές ομάδες, αλλά εδώ και πολλά χρόνια, πέρα από τον Ολυμπιακό και τον Παναθηναϊκό, ουσιαστικά δεν ακούγεται το όνομα κάποιας άλλης ομάδας. Τώρα υπάρχει ένας επιπλέον ενθουσιασμός. Ο Άρης, απ’ όσο γνωρίζω, έκανε κι αυτός φέτος μια καλή επένδυση. Οπότε και το ντέρμπι της Θεσσαλονίκης θα είναι πολύ καλό».