Ένας αριθμός: 92. 108. 126. 145. Για περισσότερο από έναν αιώνα έχουμε μάθει να κοιτάζουμε αυτούς τους αριθμούς σαν να αποτελούν κάτι πολύ περισσότερο από μια επίδοση σε ένα τεστ. Σαν να μπορούν να απαντήσουν σε μία από τις πιο προσωπικές ερωτήσεις που μπορεί να κάνει κάποιος για τον εαυτό του: «Πόσο έξυπνος είμαι;»
Το IQ (Intelligence Quotient ή πηλίκο νοημοσύνης) έχει αποκτήσει σχεδόν μυθική υπόσταση. Τα online tests υπόσχονται να μας πουν αν ανήκουμε στους «ιδιοφυείς», η ποπ κουλτούρα χρησιμοποιεί το 140 ή το 150 σαν παράσημο και ολόκληρες γενιές μεγάλωσαν με την ιδέα ότι κάπου υπάρχει ένας αριθμός που αποκαλύπτει τις πραγματικές δυνατότητες του μυαλού τους.
Μόνο που η επιστήμη λέει κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Και πολύ πιο άβολο.
Τα τεστ IQ δεν είναι άχρηστα. Αντίθετα, οι καλά σχεδιασμένες και σταθμισμένες δοκιμασίες μπορούν να μετρήσουν σημαντικές γνωστικές δεξιότητες και έχουν πραγματική προβλεπτική αξία. Αυτό όμως απέχει πολύ από το να πούμε ότι ένας αριθμός μπορεί να αποτυπώσει ολόκληρη την ανθρώπινη νοημοσύνη.
Όπως επισημαίνει και η American Psychological Association, η μέτρηση της νοημοσύνης παραμένει ένα από τα πιο ανθεκτικά αλλά και αμφιλεγόμενα εργαλεία της ψυχολογίας.
Τι μετρά στ’ αλήθεια ένα IQ test
Τα σύγχρονα τεστ νοημοσύνης εξετάζουν ένα σύνολο γνωστικών ικανοτήτων:
- λογικό συλλογισμό,
- μνήμη εργασίας,
- λεκτική κατανόηση,
- οπτικοχωρική επεξεργασία,
- ταχύτητα επεξεργασίας και
- επίλυση προβλημάτων.
Σε γνωστές κλίμακες, όπως η Stanford–Binet, το συνολικό IQ τυποποιείται με μέσο όρο το 100 και τυπική απόκλιση 15 μονάδων. Αυτό σημαίνει ότι περίπου τα δύο τρίτα του πληθυσμού βρίσκονται χονδρικά μεταξύ 85 και 115. Η ίδια η APA περιγράφει τη σύγχρονη Stanford–Binet ως μέτρηση τόσο λεκτικών όσο και μη λεκτικών γνωστικών ικανοτήτων, με επιμέρους δείκτες για συλλογισμό, γνώση, ποσοτική σκέψη, οπτικοχωρική επεξεργασία και μνήμη εργασίας. Άρα το IQ μετρά κάτι πραγματικό.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν από το «μετρά ορισμένες γνωστικές ικανότητες» περνάμε στο: «μετρά πόσο έξυπνος είναι συνολικά ένας άνθρωπος». Εκεί η επιστήμη αρχίζει να δυσφορεί.
Η νοημοσύνη δεν είναι ύψος ή βάρος
Η νοημοσύνη δεν είναι ένα απλό, μονοδιάστατο χαρακτηριστικό. Δεν μπορείς να τη μετρήσεις όπως μετράς το ύψος ενός ανθρώπου ή τη θερμοκρασία του σώματος.
Η Rebecca Sear, καθηγήτρια Ψυχολογίας και ανθρωπολόγος στο Brunel University London, έχει επισημάνει ότι η νοημοσύνη είναι δύσκολο ακόμη και να οριστεί με έναν τρόπο που να καλύπτει όλες τις ανθρώπινες ικανότητες. Στην πράξη, το πόσο καλά προσαρμοζόμαστε και λειτουργούμε στον κόσμο γύρω μας εξαρτάται από πολύ περισσότερα πράγματα από εκείνα που χωρούν σε ένα τυποποιημένο τεστ:
- Δημιουργικότητα.
- Κοινωνική αντίληψη.
- Ενσυναίσθηση.
- Πρακτική κρίση.
- Αυτοέλεγχος.
- Ικανότητα συνεργασίας.
- Ευελιξία.
Και, βέβαια, αυτό που όλοι αποκαλούμε κοινή λογική.
Η ίδια η APA σημειώνει ότι η συζήτηση γύρω από την intelligence testing έχει εδώ και δεκαετίες διευρυνθεί, ακριβώς επειδή τα παραδοσιακά τεστ κατηγορήθηκαν ότι δίνουν μικρότερο βάρος στη δημιουργικότητα, στον χαρακτήρα και στην πρακτική γνώση.
Μπορεί κάποιος να έχει πολύ υψηλό IQ και να κάνει εντυπωσιακά κακές επιλογές;
Φυσικά. Ένα τεστ μπορεί να δείξει ότι μπορείς να λύσεις ένα σύνθετο πρόβλημα. Δεν αποδεικνύει ότι θα αναγνωρίσεις πότε πρέπει να χρησιμοποιήσεις αυτή την ικανότητα στην πραγματική ζωή.
Ο ψυχολόγος Robert Sternberg έχει εδώ και χρόνια υποστηρίξει ότι η ανθρώπινη νοημοσύνη δεν εξαντλείται στην αναλυτική ικανότητα. Η πρακτική προσαρμογή και η δημιουργική αντιμετώπιση νέων καταστάσεων είναι εξίσου σημαντικές για το πώς λειτουργούμε στον κόσμο.
Γι’ αυτό μπορεί κάποιος να είναι εξαιρετικός στα abstract puzzles και ταυτόχρονα να παίρνει κακές οικονομικές αποφάσεις, να αποτυγχάνει επανειλημμένα στις σχέσεις του ή να μην καταλαβαίνει τις πιο προφανείς κοινωνικές ενδείξεις.
Η γνωστική ικανότητα δεν είναι το ίδιο με τη σοφία – Όμως τα τεστ IQ δεν είναι «σχεδόν άχρηστα»
Εδώ βρίσκεται μια απαραίτητη διόρθωση σε αρκετά δημοφιλή άρθρα που παρουσιάζουν το IQ περίπου σαν επιστημονική απάτη. Δεν είναι.
Μια μεγάλη μετα-ανάλυση 240 ανεξάρτητων δειγμάτων και συνολικά 105.185 ανθρώπων βρήκε συσχέτιση περίπου 0,54 μεταξύ γενικής νοημοσύνης και σχολικών βαθμών.
Σε απλούστερους όρους, αυτό αντιστοιχεί περίπου σε 29% κοινής διακύμανσης. Είναι σημαντικό. Αλλά δεν είναι 100%.
Δηλαδή το IQ μπορεί να εξηγεί ένα αξιοσημείωτο τμήμα των διαφορών στη σχολική επίδοση, αλλά μένει ένα τεράστιο κομμάτι που εξαρτάται από άλλους παράγοντες:
- κίνητρο,
- προσωπικότητα,
- οικογενειακό περιβάλλον,
- ποιότητα εκπαίδευσης,
- κοινωνικοοικονομικές συνθήκες,
- υγεία,
- επιμονή και
- ευκαιρίες.
Το σωστό επιστημονικό συμπέρασμα λοιπόν δεν είναι: «Το IQ δεν λέει τίποτα».
Είναι: «Το IQ λέει κάτι σημαντικό, αλλά δεν λέει τα πάντα».
Το περιβάλλον μπαίνει μέσα στο τεστ
Κανένας άνθρωπος δεν κάθεται μπροστά σε ένα IQ test σαν λευκό χαρτί:
- Κουβαλά τη γλώσσα του.
- Την εκπαίδευσή του.
- Την οικογένειά του.
- Την κοινωνική του τάξη.
- Τη διατροφή και την υγεία του.
- Την εξοικείωσή του με βιβλία, αφηρημένα σχήματα, εξετάσεις και χρονικά όρια.
Αυτό είναι κρίσιμο. Ένας άνθρωπος χωρίς πρόσβαση σε οργανωμένη εκπαίδευση μπορεί να δυσκολευτεί σε μία συγκεκριμένη ψυχομετρική διαδικασία όχι επειδή στερείται νοημοσύνης, αλλά επειδή καλείται να παίξει ένα παιχνίδι του οποίου δεν γνωρίζει τους κανόνες.
Γι’ αυτό και οι επιστήμονες δεν θεωρούν σοβαρή πρακτική το να παίρνεις απλώς ένα τεστ από μια χώρα, να το μεταφράζεις και να το χρησιμοποιείς αυτούσιο αλλού.
Η Ελλάδα δείχνει γιατί η «στάθμιση» έχει σημασία
Το Ψυχομετρικό Εργαστήριο του Τμήματος Ψυχολογίας του ΕΚΠΑ δίνει ένα χαρακτηριστικό ελληνικό παράδειγμα.
Η ελληνική έκδοση του WISC-III, της γνωστής κλίμακας Wechsler για παιδιά, δεν χρησιμοποιήθηκε απλώς μέσω μιας μετάφρασης. Προσαρμόστηκε και σταθμίστηκε ειδικά στον ελληνικό πληθυσμό, με τη διαδικασία να ολοκληρώνεται το 1997. Ακολούθησαν μελέτες εγκυρότητας και διαπολιτισμικές συγκρίσεις, με δεδομένα από 13 χώρες.
Το γεγονός αυτό λέει πολλά: Το τεστ δεν υπάρχει έξω από την κοινωνία. Για να ερμηνεύσεις σωστά έναν αριθμό, πρέπει να γνωρίζεις με ποιον πληθυσμό συγκρίνεις τον άνθρωπο που εξετάζεται.
Το Flynn effect τινάζει στον αέρα την ιδέα του «σταθερού αριθμού»
Υπάρχει όμως ένα ακόμη εντυπωσιακό στοιχείο. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, οι μέσες επιδόσεις των πληθυσμών στα τεστ νοημοσύνης αυξάνονταν από γενιά σε γενιά. Το φαινόμενο ονομάστηκε Flynn effect.
Μία από τις μεγαλύτερες μετα-αναλύσεις που έχουν γίνει εξέτασε 271 ανεξάρτητα δείγματα, σχεδόν 4 εκατομμύρια ανθρώπους σε 31 χώρες, καλύπτοντας περισσότερο από έναν αιώνα δεδομένων, από το 1909 έως το 2013. Επιβεβαίωσε σημαντικές διαγενεακές αυξήσεις στις επιδόσεις, με διαφορετικό μέγεθος ανά γνωστικό πεδίο και χρονική περίοδο.
Οι άνθρωποι προφανώς δεν απέκτησαν ξαφνικά μέσα σε δύο ή τρεις γενιές εντελώς διαφορετικά γονίδια. Άλλαξε όμως ο κόσμος τους:
- Η εκπαίδευση.
- Η υγεία.
- Η διατροφή.
- Η πολυπλοκότητα της καθημερινότητας.
- Η εξοικείωση με αφηρημένες έννοιες.
Το ακριβές μείγμα αιτιών εξακολουθεί να συζητείται επιστημονικά, αλλά το Flynn effect αποτελεί μια τεράστια υπενθύμιση ότι η επίδοση σε ένα τεστ νοημοσύνης δεν είναι ανεξάρτητη από το περιβάλλον.
Και κάπου εδώ αρχίζει η σκοτεινή ιστορία
Η πραγματικά προβληματική πλευρά του IQ δεν βρίσκεται στο ότι ψυχολόγοι προσπάθησαν να μετρήσουν γνωστικές ικανότητες. Βρίσκεται στο τι έκανε η κοινωνία με αυτούς τους αριθμούς.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, ο Alfred Binet και ο Théodore Simon δημιούργησαν μία από τις πρώτες σύγχρονες κλίμακες νοητικής αξιολόγησης. Ο στόχος του Binet δεν ήταν να χωρίσει την ανθρωπότητα σε «έξυπνους» και «χαζούς». Ήταν να εντοπίσει παιδιά που χρειάζονταν περισσότερη εκπαιδευτική βοήθεια.
Η APA σημειώνει ότι ο Binet θεωρούσε τη νοημοσύνη συνδυασμό πολλών ικανοτήτων και πίστευε ότι το περιβάλλον παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωσή τους. Στις ΗΠΑ όμως, η ιστορία των tests πήρε πολύ διαφορετική τροπή.
Από εκπαιδευτικό εργαλείο σε εργαλείο ταξινόμησης
Η ψυχομετρική αξιολόγηση εξαπλώθηκε γρήγορα. Ο Henry Goddard μετέφερε και διέδωσε την κλίμακα Binet στις ΗΠΑ, ενώ αργότερα ο Lewis Terman ανέπτυξε το Stanford–Binet.
Σύμφωνα με την ιστορική αναδρομή της APA, ήδη από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα tests χρησιμοποιήθηκαν στα σχολεία, στην αξιολόγηση μεταναστών στο Ellis Island και αργότερα μαζικά στον αμερικανικό στρατό.
Και κάπου εκεί η μέτρηση συνάντησε την ευγονική. Ορισμένοι ψυχολόγοι και πολιτικοί χρησιμοποίησαν αποτελέσματα τεστ για να υποστηρίξουν ότι κοινωνικές και φυλετικές ομάδες είχαν δήθεν «έμφυτες» ιεραρχικές διαφορές στη νοημοσύνη.
Σήμερα η ίδια η American Psychological Association αναγνωρίζει επίσημα ότι ψυχολόγοι συμμετείχαν στην προώθηση ευγονικών ιδεών και ότι ψυχολογικά και νοητικά τεστ που είχαν σταθμιστεί κυρίως σε λευκά δείγματα χρησιμοποιήθηκαν με τρόπους που εισήγαγαν πολιτισμική μεροληψία και διακρίσεις εις βάρος μειονοτήτων.
Όταν ένα τεστ γίνεται κοινωνική ετυμηγορία
Εδώ βρίσκεται ίσως το πραγματικό «βρώμικο μυστικό». Όχι στο τεστ. Στην κατάχρησή του. Άλλο πράγμα είναι να πεις: «Αυτός ο άνθρωπος παρουσίασε αυτή την επίδοση σε μια συγκεκριμένη, κατάλληλα σταθμισμένη γνωστική δοκιμασία».
Και άλλο: «Αυτός ο αριθμός μάς λέει πόσο αξίζει, τι μπορεί να πετύχει και ποια θέση δικαιούται στην κοινωνία».
Η ιστορία της ψυχολογίας δείχνει πόσο επικίνδυνο μπορεί να γίνει το δεύτερο. Η ευγονική αξιοποίησε την επίφαση επιστημονικής αντικειμενικότητας για να δικαιολογήσει διαχωρισμούς, περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές και ακόμη και αναγκαστικές στειρώσεις. Η APA έχει καταγράψει σε ιστορικό χρονολόγιο τη στενή σχέση μέρους της πρώιμης αμερικανικής ψυχολογίας με τέτοιες πρακτικές.
Το παιδί δεν είναι ο αριθμός του
Η συζήτηση όμως δεν αφορά μόνο μια σκοτεινή ιστορική περίοδο. Αφορά και το σήμερα.
Ένα παιδί παίρνει χαμηλή βαθμολογία. Τι συμβαίνει μετά; Αν ο αριθμός χρησιμοποιηθεί σωστά, μπορεί να βοηθήσει έναν ειδικό να εντοπίσει συγκεκριμένες εκπαιδευτικές ανάγκες και να προσφέρει υποστήριξη. Αν όμως γίνει ετικέτα, μπορεί να λειτουργήσει εντελώς διαφορετικά.
Οι γονείς περιμένουν λιγότερα. Οι εκπαιδευτικοί περιμένουν λιγότερα. Το ίδιο το παιδί μπορεί να αρχίσει να περιμένει λιγότερα από τον εαυτό του. Γι’ αυτό και η APA τονίζει ότι ο στόχος των ψυχομετρικών αξιολογήσεων πρέπει να είναι να διευρύνουν τις ευκαιρίες μάθησης, όχι να δημιουργούν επιπλέον εμπόδια στην ανάπτυξη ενός παιδιού.
Το IQ είναι φωτογραφία, όχι ολόκληρη η ταινία
Ίσως αυτή να είναι η πιο δίκαιη περιγραφή. Ένα καλό IQ test μπορεί να είναι μια χρήσιμη φωτογραφία συγκεκριμένων γνωστικών ικανοτήτων.
Δεν είναι όμως ολόκληρη η ταινία ενός ανθρώπου:
- Δεν βαθμολογεί την περιέργεια.
- Δεν καταγράφει πλήρως τη δημιουργικότητα.
- Δεν αποτυπώνει τη συναισθηματική ωριμότητα.
- Δεν μετρά την καλοσύνη.
- Δεν γνωρίζει πόσο επίμονος είσαι.
- Δεν γνωρίζει τι θα συμβεί όταν αποτύχεις για πρώτη φορά πραγματικά.
- Δεν ξέρει αν θα σηκωθείς.
Και δεν μπορεί να προβλέψει με απόλυτη βεβαιότητα τι άνθρωπος θα είσαι σε δέκα ή είκοσι χρόνια.
Άρα είναι «στημένο»;
Όχι με την έννοια ότι τα IQ tests είναι απάτη. Αυτό θα ήταν επιστημονικά λάθος. Έχουν χρησιμότητα. Έχουν αξιοπιστία όταν κατασκευάζονται και χρησιμοποιούνται σωστά. Μετρούν πραγματικές γνωστικές διαφορές και σχετίζονται με σημαντικές εκβάσεις, όπως η σχολική επίδοση.
Το πρόβλημα βρίσκεται στην υπερερμηνεία. Στην ψευδαίσθηση ότι επειδή καταφέραμε να μετατρέψουμε κάτι σε αριθμό, έχουμε καταφέρει να το κατανοήσουμε ολόκληρο.
Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο μάθημα της ιστορίας του IQ: το ανθρώπινο μυαλό μπορεί να μετρηθεί ως έναν βαθμό, αλλά δεν μπορεί να συμπυκνωθεί σε έναν βαθμό.
Ένας αριθμός μπορεί να μας πει κάτι. Δεν μπορεί να μας πει ποιος είσαι.