Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Γεώργιος Σακοράφας, Χειρουργός Θυρεοειδούς & Παραθυρεοειδών, μας μιλά για ένα θέμα που απασχολεί αρκετούς ασθενείς με καρκίνο θυρεοειδούς: τις μακρινές μεταστάσεις στον θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς και τους παράγοντες κινδύνου που σχετίζονται με την εμφάνισή τους.
Τι ακριβώς είναι ο θηλώδης καρκίνος του θυρεοειδούς και σε τι διαφέρει από άλλες μορφές καρκίνου του θυρεοειδούς;
Ο θηλώδης καρκίνος θυρεοειδούς είναι η συνηθέστερη μορφή καρκίνου του θυρεοειδούς. Αντιστοιχεί στο 85% περίπου του συνόλου των καρκίνων του θυρεοειδούς. Μαζί με τον θυλακιώδη καρκίνο είναι γνωστοί και σαν «διαφοροποιημένος καρκίνος θυρεοειδούς».
Ο θηλώδης καρκίνος διαφέρει σε σχέση με τον θυλακιώδη ως προς την οδό διασποράς (οδός μετάστασης). Ο θηλώδης καρκίνος δίνει μεταστάσεις με την λεμφική οδό ενώ ο θυλακιώδης καρκίνος θυρεοειδούς δίνει πιο συχνά μεταστάσεις με την αιματογενή οδό. Έτσι οι μεταστάσεις του θηλώδους καρκίνου θυρεοειδούς εντοπίζονται συνηθέστατα στους λεμφαδένες του τραχήλου. Οι μακρινές μεταστάσεις στον θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς είναι αρκετά σπάνιες. Ο θυλακιώδης καρκίνος αντίθετα δίνει πιο συχνά – σε σχέση με τον θηλώδη – μεταστάσεις σε μακρινά όργανα (πνεύμονες, οστά, εγκέφαλο, ήπαρ κλπ.).
Τόσο ο θηλώδης, όσο και ο θυλακιώδης καρκίνος θυρεοειδούς έχουν γενικά υψηλά ποσοστά ίασης. Ανταποκρίνονται στην θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο και στην θεραπεία καταστολής με λεβοθυροξίνη, που μειώνουν την πιθανότητα υποτροπής του καρκίνου.
Τα παραπάνω έρχονται σε αντίθεση με δύο σπανιότερες μορφές καρκίνου θυρεοειδούς, τον μυελοειδή και τον αναπλαστικό (ή αδιαφοροποίητο) καρκίνο θυρεοειδούς. Και οι δύο αυτές μορφές καρκίνου έχουν χειρότερη πρόγνωση σε σχέση με τον θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς. Συνοδεύονται από μεγαλύτερη συχνότητα μεταστάσεων στους λεμφαδένες του τραχήλου και σε μακρινά όργανα. Δεν ανταποκρίνονται στην θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο ούτε στην θεραπεία καταστολής με λεβοθυροξίνη. Τα ποσοστά ίασης είναι χαμηλότερα σε σχέση με τον θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς. Τα πράγματα είναι πολύ χειρότερα στον αδιαφοροποίητο (αναπλαστικό) καρκίνο θυρεοειδούς, που είναι μία από τις πιο επιθετικές μορφές καρκίνου γενικά.
Πόσο συχνά βλέπετε να εμφανίζονται μακρινές μεταστάσεις σε αυτούς τους ασθενείς και γιατί είναι τόσο κρίσιμη η έγκαιρη ανίχνευσή τους;
Στον θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς μεταστάσεις σε μακρινά όργανα μπορεί να εμφανιστούν σε ένα ποσοστό που ποικίλλει από κάτω του 2% έως και πάνω από 10%.
Οι μακρινές μεταστάσεις είναι πολύ σπάνιες σε ασθενείς χαμηλού κινδύνου (πιθανότητα εμφάνισης μικρότερη από 2 – 3%).
Αντίθετα, σε ασθενείς που εμφανίζονται με προχωρημένη νόσο κατά την διάγνωση ή σε ασθενείς υψηλού κινδύνου ο κίνδυνος εμφάνισης μακρινών μεταστάσεων μπορεί να φθάσει το 10% ή και ακόμη περισσότερο.
Η συνηθέστερη εντόπιση των μεταστάσεων του θηλώδους καρκίνου θυρεοειδούς είναι κατά σειρά συχνότητας οι πνεύμονες, τα οστά, το ήπαρ και ο εγκέφαλος.
Οι μακρινές μεταστάσεις αποτελούν την βασικότερη αιτία αυξημένης νοσηρότητας και θνητότητας από τον θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς. Για τον λόγο αυτό έχει μεγάλη σημασία η έγκαιρη διάγνωση και η αποτελεσματική αντιμετώπισή τους.
Η αντιμετώπιση των μακρινών μεταστάσεων μπορεί να είναι αποτελεσματική και να οδηγήσει ακόμη και στην ίαση των ασθενών. Οι πρώιμες μεταστάσεις (και ιδιαίτερα στους πνεύμονες) ανταποκρίνονται στην θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο. Κάθε καθυστέρηση επιβαρύνει την πρόγνωση, καθώς μπορεί να παρατηρηθεί η λεγόμενη αποδιαφοροποίηση του καρκίνου θυρεοειδούς (που τον καθιστά περισσότερο επιθετικό και όχι ευαίσθητο στην θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο).
Η διάγνωση των μακρινών μεταστάσεων έχει επίσης σημασία για την πρόληψη τυχόν επιπλοκών. Για παράδειγμα, οι οστικές μεταστάσεις μπορεί να προκαλέσουν οστικό πόνο ή και κατάγματα, οι πνευμονικές μεταστάσεις μπορεί να προκαλέσουν διαταραχές της αναπνευστικής λειτουργίας, ενώ οι εγκεφαλικές μπορεί να συνοδεύονται από νευρολογικά συμπτώματα. Η έγκαιρη διάγνωση και οι κατάλληλες θεραπευτικές παρεμβάσεις μπορεί να προσφέρουν ανακούφιση στον ασθενή προλαμβάνοντας τις παραπάνω επιπλοκές.
Η διάγνωση μακρινών μεταστάσεων επηρεάζει σημαντικά την πρόγνωση των ασθενών με θηλώδη καρκίνο θυρεοειδούς. Παρά το ότι αυτή η μορφή καρκίνου έχει καλή γενικά πρόγνωση, η εμφάνιση μακρινών μεταστάσεων μειώνει σημαντικά την συνολική επιβίωση σε σύγκριση με τους ασθενείς που δεν παρουσιάζουν μακρινές μεταστάσεις.
Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης μεταστάσεων σε ασθενείς με θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς;
Παράγοντες κινδύνου που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης μεταστάσεων σε ασθενείς με θηλώδη καρκίνο του θυρεοειδούς περιλαμβάνουν την ηλικία άνω των 55 ετών, καθώς και το μέγεθος του πρωτοπαθούς όγκου, με μεγαλύτερο κίνδυνο όταν η μέγιστη διάμετρος υπερβαίνει τα 4 cm. Σημαντικός παράγοντας είναι επίσης η εξωθυρεοειδική επέκταση, δηλαδή η εξάπλωση του καρκίνου εκτός των ορίων του θυρεοειδούς.
Επιπλέον, ο κίνδυνος αυξάνεται σε ορισμένους ιδιαίτερους ιστολογικούς υποτύπους, όπως ο τύπος από υψηλά κυλινδρικά κύτταρα, τα κύτταρα εν είδει κεφαλής καρφίδος και ο διάχυτα σκληρυντικός τύπος. Παράγοντα κινδύνου αποτελεί επίσης η παρουσία αγγειακής ή λεμφικής διήθησης, δηλαδή η διήθηση αιμοφόρων ή λεμφικών αγγείων από τον καρκίνο, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν ενδοαγγειακά νεοπλασματικά έμβολα.
Ακόμη, η παρουσία εκτεταμένων μεταστάσεων στους λεμφαδένες του τραχήλου, οι πολλαπλές υποτροπές του καρκίνου στην περιοχή του τραχήλου, καθώς και τα υψηλά επίπεδα θυρεοσφαιρίνης μετά την αρχική θεραπευτική αντιμετώπιση χωρίς ανιχνεύσιμη νόσο στον τράχηλο, συνδέονται με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης μεταστάσεων.
Μπορούν οι γενετικές μεταλλάξεις να επηρεάσουν τον κίνδυνο υποτροπής της νόσου και πώς καθοδηγούν την επιλογή θεραπείας και την παρακολούθηση των ασθενών;
Κάποιες μεταλλάξεις συσχετίζονται με πιο επιθετική νόσο, με αυξημένη πιθανότητα εμφάνισης μακρινών μεταστάσεων και με μειωμένη απάντηση στην θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο. Ενδεικτικά αναφέρονται οι μεταλλάξεις BRAF V600E και TERT promoter. O κίνδυνος μακρινών μεταλλάξεων αυξάνεται όταν υπάρχει συνδυασμός των μεταλλάξεων αυτών.
Η πρακτική σημασία των παραπάνω γενετικών μεταλλάξεων έγκειται στο ότι – επί παρουσίας αυτών – μπορεί να ακολουθηθούν κάποια περισσότερο επιθετικά πρωτόκολλα τόσον όσον αφορά τον περιοδικό έλεγχο (παρακολούθηση ανά συχνότερα διαστήματα με πιο λεπτομερή έλεγχο του ασθενούς) όσο και την επικουρική θεραπεία με ραδιενεργό ιώδιο (χορήγηση συχνότερα και σε υψηλότερες δόσεις).
Ευχαριστούμε τον γιατρό κο Γεώργιο Σακοράφα για τις πληροφορίες που μοιράστηκε μαζί μας, προσφέροντας μια εμπεριστατωμένη και στοχευμένη ενημέρωση πάνω στο θέμα.
Για περισσότερες πληροφορίες και εξατομικευμένη ιατρική καθοδήγηση, μπορείτε να απευθυνθείτε στον Χειρουργό Ενδοκρινών Αδένων (Θυρεοειδούς – Παραθυρεοειδών) κ. Γιώργο Σακοράφα, MD, PhD, στα τηλέφωνα 210 7487318 και 697 706 8223.

Ο κος Σακοράφας είναι Επ. Καθηγητής Χειρουργικής Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών. Υπηρέτησε επί 5.5 έτη στην 4η Χειρουργική Κλινική του Πανεπιστημίου Αθηνών (νοσοκομείο ΑΤΤΙΚΟ) και στη συνέχεια υπηρέτησε επί 5ετία ως Συντονιστής Διευθυντής της Χειρουργικής Κλινικής στο Αντικαρκινικό Ογκολογικό Νοσοκομείο Αθηνών «ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ».