Υπάρχουν ιστορίες φροντίδας που μοιάζουν σχεδόν αυτονόητες: παιδιά που στέκονται δίπλα στους ηλικιωμένους γονείς τους με αγάπη. Και υπάρχουν κι άλλες, πιο δύσκολες. Ιστορίες όπου η φροντίδα δεν γεννιέται από τρυφερότητα, αλλά από κάτι πιο σύνθετο: αξίες, ενοχές, ανάγκη για συμφιλίωση ή απλώς την αίσθηση του «σωστού».
Οι ιστορίες που δημοσιεύει ο Guardian ανήκουν σε αυτή τη δεύτερη κατηγορία. Είναι ιστορίες αντοχής, εσωτερικής σύγκρουσης και επιλογών που δεν έχουν ξεκάθαρη απάντηση.
Η φροντίδα ηλικιωμένων γονιών είναι δύσκολη ακόμη και στις καλύτερες συνθήκες – όταν υπάρχει αγάπη, αλλά και συνεργασία μεταξύ των αδελφών. Όταν όμως η σχέση είναι περίπλοκη, γεμάτη τραύματα, απόσταση ή την αίσθηση ότι σαν παιδί δεν φροντίστηκες ποτέ πραγματικά, τότε γίνεται πολύ πιο σύνθετη.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η κατάσταση περιπλέκεται ακόμη περισσότερο όταν η γνωστική έκπτωση των ηλικιωμένων – άνοια, Αλτσχάιμερ ή άλλες ασθένειες – φέρνει στην επιφάνεια θυμό, επιθετικότητα ή και παλιές συμπεριφορές. Ο φροντιστής μπορεί να βρεθεί να διαχειρίζεται ταυτόχρονα κακοποίηση, σωματική φροντίδα και παλιά συναισθηματικά τραύματα.
Η φροντίδα ενός γονιού που δεν υπήρξε καλός φροντιστής δημιουργεί ένα εκρηκτικό μείγμα συναισθημάτων: θλίψη, ενοχή, ντροπή, υποχρέωση, ανάγκη ανταπόδοσης. Ακόμη και όσοι αναγνωρίζουν ότι δεν θέλουν να αναλάβουν αυτή την ευθύνη, συχνά νιώθουν βαθιά ενοχή – σαν να λέει κάτι αυτό για τον χαρακτήρα τους, ανεξάρτητα από το τι έχουν βιώσει.
Η ιστορία της Kathy
Στα μέσα του 2016 η Kathy ενημερώθηκε πως η ηλικιωμένη μητέρα της έπασχε από καρκίνο. Η Kathy, σύμβουλος μικρών επιχειρήσεων, ζούσε στο Σίδνεϊ. Η μητέρα της, χήρα και τότε στα 80 της, ζούσε σε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη, τέσσερις ώρες μακριά με το αυτοκίνητο.
Τα επόμενα πέντε χρόνια, η Kathy πήγαινε και ερχόταν για να τη φροντίζει. Διένυσε χιλιάδες χιλιόμετρα, πηγαίνοντας και επιστρέφοντας ξανά και ξανά. Μία από τις δύο αδελφές της βοηθούσε κάπως, όμως η Kathy ήταν εκείνη που κοιμόταν στο νοσοκομείο δίπλα στη μητέρα της στις επανειλημμένες εισαγωγές. Εκείνη που ανέλαβε τα οικονομικά της. Εκείνη που κουβαλούσε το βάρος του να τη διατηρεί στο μεγάλο, διώροφο σπίτι της, όσο εκείνη γινόταν όλο και πιο αδύναμη και άρρωστη.
Μόνο που δεν υπήρχε μια σχέση μητέρας-κόρης γεμάτη αγάπη για να στηρίξει αυτό το βάρος. «Μια φίλη μου μου είπε: “Συνεχίζεις να επιστρέφεις για περισσότερη τιμωρία”», λέει η Kathy. «Αλλά δεν το έβλεπα έτσι. Δεν το ένιωθα ως καθήκον, αλλά ως καλοσύνη.»
Από παιδί, η μητέρα της χρησιμοποιούσε ως όπλα τη σκληρή γλώσσα και τις παρατεταμένες περιόδους σιωπής. «Ήταν πάντα ασταθές το έδαφος, πάντα υπήρχε κριτική και υπονόμευση», λέει η Kathy. Για κάποια χρόνια πριν αρρωστήσει η μητέρα της, είχε απομακρυνθεί από την οικογένεια. «Υπήρχε ελάχιστη επικοινωνία.»
Σήμερα, κοιτάζοντας πίσω στα χρόνια που τη φρόντιζε –η μητέρα της πέθανε το 2022– νιώθει εξαντλημένη. «Δεν είναι ότι μου άρεσε. Ήταν κάτι που πίστευα ότι ήταν το σωστό.»
Πολλοί φροντιστές έχουν κάνει βαθιά εσωτερική δουλειά για να κατανοήσουν τη συμπεριφορά των γονιών τους. Η φροντίδα τους βασίζεται σε αξίες – σε μια ισχυρή πεποίθηση ότι «πρέπει» να σταθούν δίπλα τους. Αυτό κράτησε και την Kathy.
Δεν ξέχασε ποτέ πώς η μητέρα της έβαζε τις κόρες της τη μία απέναντι στην άλλη. Ούτε όταν, επιστρέφοντας από ταξίδι, η μητέρα της ξέσπασε σε γέλια: «Τι έκανες; Πόσο πάχυνες». Για χρόνια, της έλεγε τι δεν πρέπει να φάει, πού δεν πρέπει να πάει. Κάποτε δεν της μίλησε για τρία ολόκληρα χρόνια. «Υπήρχαν φορές που απλώς πάγωνε και δεν ήξερες τι είχες κάνει». Με τον καιρό, η Kathy κατάλαβε ότι δεν έφταιγε εκείνη. «Η φροντίδα της είχε να κάνει περισσότερο με το ποια είμαι εγώ και ποιες είναι οι αξίες μου.»
Tην ημέρα που έφυγε οριστικά μετά τον θάνατο της μητέρας της, ένιωσε κάτι καινούργιο. «Οδηγούσα έξω από την πόλη και δεν έχω νιώσει ποτέ τόσο ελαφριά. Αυτή η ευθύνη δεν είναι πια δική μου. Δεν χρειάζεται να συμμετέχω άλλο σε όλο αυτό. Είμαι ελεύθερη.»
Η ιστορία της Helen
Η Helen, μαιευτήρας, κατάλαβε μόνο τα τελευταία χρόνια ότι η παιδική της ηλικία περιλάμβανε κακοποίηση. Οι γονείς της της έδιναν ελάχιστη προσοχή, ενώ ο μεγαλύτερος αδελφός της – που τη εκφόβιζε – ήταν το «χρυσό παιδί».
«Κάθε μέρα, όσο θυμάμαι, μου έλεγε πόσο χοντρή, χαζή και άσχημη είμαι. Με χτυπούσε κιόλας. Όταν το είπα στη μητέρα μου, μου απάντησε: “Είσαι υπερβολικά ευαίσθητη, έτσι κάνουν τα αδέλφια”.»
Ακόμη και σήμερα, όταν βρίσκονται μαζί, ο αδελφός της τη μειώνει και ο πατέρας της την επικρίνει. Η Helen έχει προσπαθήσει να βάλει όρια, αλλά δεν είναι εύκολο. Ζει κοντά στους γονείς της, που είναι στα τέλη των 70 τους. Η υγεία τους επιδεινώνεται και εκείνη βοηθά με δουλειές και ιατρικά ραντεβού.
Έχει επαγγελματικές ευκαιρίες αλλού, αλλά νιώθει ότι δεν μπορεί να φύγει. «Δεν μπορώ να τους αφήσω, τους αγαπώ, έκαναν ό,τι μπορούσαν… δεν ήθελαν να είναι κακοί γονείς. Αλλά είναι περίπλοκο. Μου προκάλεσαν μεγάλη ζημιά.»
Aποφεύγει να τους επισκέπτεται συχνά, ενώ ο πατέρας της διαρκώς της δημιουργεί ενοχές. «Λέει: “Θα μπορούσες να έρθεις, να ρωτήσεις πώς είμαστε”. Και σκέφτομαι: “Ποτέ δεν έδειξες ενδιαφέρον για τη ζωή μου.”»
Η ιστορία της Hannah
Οι εντάσεις επηρεάζουν και τις σχέσεις μεταξύ αδελφών. Ποιος θα αναλάβει; Ποιος «δεν μπορεί» λόγω δουλειάς; Και συχνά, ο ρόλος πέφτει σχεδόν αυτονόητα σε κάποιον – συνήθως στη μεγαλύτερη κόρη.
Η Hannah, διοικητική υπάλληλος σε σχολείο, κουβαλά αυτόν τον ρόλο από έφηβη. Μεγάλωσε με έναν απαιτητικό και επικριτικό πατέρα. «Ένιωθα ότι δεν μπορούσα να κάνω τίποτα σωστά.»
Το 2021, λίγους μήνες αφού μετακόμισε για δουλειά, ο πατέρας της έπαθε σοβαρό εγκεφαλικό. Τρεις μήνες μετά, παραιτήθηκε και γύρισε πίσω. Τα ετεροθαλή αδέλφια της δεν μπορούσαν να βοηθήσουν και ο μικρότερος αδελφός της τελικά δεν επέστρεψε. «Δεν ένιωθα ότι είχα επιλογή. Υπήρχε και πίεση από την οικογένεια – ότι αυτό ήταν το σωστό.»
Για τρία χρόνια έζησε μαζί του, φροντίζοντάς τον καθώς η κατάστασή του χειροτέρευε. «Μαγείρευα, τον φρόντιζα και δεχόμουν κριτική για κάθε γεύμα, ενώ αντιμετώπιζα τη γκρίνια και τη διάθεσή του.» Όταν δεν μπορούσε πια να αυτοεξυπηρετηθεί, μπήκε σε δομή φροντίδας. «Κατέρρευσα ψυχικά. Παίρνω αντικαταθλιπτικά πλέον.»
Τον βλέπει μία φορά την εβδομάδα. «Θα ήθελα να πηγαίνω πιο συχνά, αλλά δεν έχω την ψυχική ενέργεια.»
Έρευνες δείχνουν ότι όσοι έχουν βιώσει κακοποίηση ή παραμέληση από γονείς εμφανίζουν πιο συχνά καταθλιπτικά συμπτώματα όταν τους φροντίζουν σε μεγάλη ηλικία. Η Hannah έχει δουλέψει χρόνια με ψυχολόγο. «Έπρεπε να επεξεργαστώ πολύ θυμό, ειδικά προς τον αδελφό μου. Ένιωθα ότι ήμουν μόνη.»
Σκέφτεται πώς θα μπορούσε να ήταν η ζωή της αλλιώς. «Πιθανότατα θα είχα διασκεδάσει περισσότερο. Θα ήθελα να είχα γνωρίσει κάποιον, να είχα οικογένεια και οικονομική σταθερότητα». Παρά όλα αυτά, τα συναισθήματά της παραμένουν μπερδεμένα. «Δεν ήταν μόνο αυτός. Ήταν και ένας πολύ δημιουργικός, εμπνευσμένος άνθρωπος». Σήμερα, κυριαρχεί η θλίψη. «Σκέφτομαι πόσα έχασε – ήταν μόλις 65 όταν έπαθε το εγκεφαλικό.»