Παρά το γεγονός ότι το Ραμαζάνι τελείωσε, η Αίγυπτος έχει κρατήσει μια στάση πολύ ήπια σε σύγκριση με την έναρξη του πολέμου, όπου προσπάθησε να διαδραματίσει ρόλο διαμεσολαβητή και καταδίκασε τους βομβαρδισμούς του Ιράν κατά των αραβικών «αδελφών» του. Στην πορεία φάνηκε ότι ο πόλεμος είχε σημαντικές επιπτώσεις και στην οικονομία της Αιγύπτου και ενδέχεται να οδηγήσει σε αναδιάταξη των συμμαχιών της.
Καθώς η Αίγυπτος δεν φιλοξενεί αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στο έδαφός της, γλίτωσε από τα ιρανικά αντίποινα. Σε διπλωματικό επίπεδο, οι Αρχές καταδίκασαν τα πλήγματα του Ιράν κατά των γειτόνων του, χωρίς να αναφέρουν την αμερικανο-ισραηλινή επίθεση. Εκτός από τις πολυάριθμες τηλεφωνικές επαφές, ο υπουργός Εξωτερικών Μπάντρ Αμπντελατί περιόδευσε στην περιοχή στα μέσα Μαρτίου, επισκεπτόμενος το Κατάρ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Ομάν, την Ιορδανία και τη Σαουδική Αραβία, ενώ ο πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ-Σίσι ταξίδεψε στα ΗΑΕ και το Κατάρ και στη συνέχεια στο Μπαχρέιν και τη Σαουδική Αραβία.

Η βασική ιδέα ήταν να επιδείξει στήριξη προς τα αραβικά «αδέλφια» της Αιγύπτου, τα οποία αποτελούν και τους κύριους οικονομικούς υποστηρικτές της, συχνά με αντάλλαγμα τμήματα εθνικού εδάφους.
Αυτή η επίδειξη αλληλεγγύης ήρθε και μετά από επικρίσεις στα μέσα ενημέρωσης και τα κοινωνικά δίκτυα για τη στάση της κυβέρνησης, η οποία θεωρήθηκε χλιαρή και ανεπαρκώς υποστηρικτική προς τους συμμάχους του Κόλπου. Ο υπουργός Πληροφοριών απείλησε δημοσιογράφους μέσω «συστάσεων» και τους κάλεσε να βασίζονται μόνο στις επίσημες δηλώσεις.
Ο Ιρανός πρόεδρος, Μασούντ Πεζεσκιάν, είχε επισκεφτεί το 2024 το Κάιρο, ενώ στις 13 Μαρτίου είχε και τηλεφωνική επικοινωνία με τον πρόεδρο Σίσι, ο οποίος προσπαθούσε να διαμεσολαβήσει στον πόλεμο. Όπως και άλλοι πολιτικοί παράγοντες, η Αίγυπτος δεν απορρίπτει την ύπαρξη ενός αντίβαρου περιφερειακής επιρροής απέναντι στο Ισραήλ, αλλά και στη Σαουδική Αραβία και την Τουρκία, ακόμη κι αν δεν μπορεί να το δηλώσει δημόσια.
Οι επιπτώσεις του πολέμου είναι κυρίως οικονομικές. Σε μακροοικονομικό επίπεδο, η αιγυπτιακή λίρα έπεσε σε ιστορικό χαμηλό, φτάνοντας τις 63 λίρες ανά ευρώ από 56 πριν τον πόλεμο, αυξάνοντας το βάρος του χρέους. Αυτό ανάγκασε την Κεντρική Τράπεζα της Αιγύπτου να διατηρήσει υψηλά επιτόκια, επιβραδύνοντας την κατανάλωση και τις επενδύσεις. Η οικονομική δραστηριότητα επλήγη επίσης από τη μείωση του τουρισμού, που αντιστοιχεί περίπου στο 5% του ΑΕΠ, ιδιαίτερα μετά την απόφαση του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών να απομακρύνει τους πολίτες του.
Άλλος σημαντικός οικονομικός πόρος είναι τα εμβάσματα των μεταναστών, που αντιστοιχούν στο 8% του ΑΕΠ και προέρχονται κυρίως από εργαζόμενους στις χώρες του Κόλπου. Αυτά επηρεάστηκαν από την οικονομική επιβράδυνση και την επιστροφή πολλών Αιγυπτίων στη χώρα. Η επιστροφή αυτή δεν ήταν πάντα εύκολη, ενώ η Egypt Air κατηγορήθηκε για υπερβολικά υψηλές τιμές εισιτηρίων. Επιπλέον, οι δραστηριότητες συμβουλευτικών εταιρειών που διευκόλυναν την επιστροφή συναλλάγματος έχουν διακοπεί πλήρως.
Το 2024 η Αίγυπτος βρέθηκε στα πρόθυρα χρεοκοπίας και προσέφυγε σε έκτακτη χρηματοδότηση, κυρίως από το ΔΝΤ. Το σύνθημα ήταν «πολύ μεγάλη για να καταρρεύσει». Ωστόσο, η τρέχουσα κρίση συνεχίζει να προκαλεί αστάθεια. Αν και το ΔΝΤ και η Ευρωπαϊκή Ένωση εκταμίευσαν σημαντικά ποσά στις αρχές του 2026, η ανησυχία παραμένει.
Η μεγαλύτερη επίπτωση αφορά τον ενεργειακό τομέα. Την ημέρα που ξεκίνησε την επίθεσή του στο Ιράν, το Ισραήλ ανακοίνωσε τη διακοπή εξαγωγών φυσικού αερίου προς την Αίγυπτο, που αντιστοιχούν στο 17% της εγχώριας κατανάλωσης. Οι εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου από άλλες πηγές αυξήθηκαν, αλλά είναι κατά μέσο όρο 30% ακριβότερες.
Αυτό μεταφέρθηκε στις τιμές λιανικής: στις 3 Μαρτίου, η κυβέρνηση αύξησε τις τιμές καυσίμων κατά 15% έως 22%. Αυξήθηκαν επίσης τα εισιτήρια του μετρό. Για να περιορίσει τη δυσαρέσκεια, η κυβέρνηση διατήρησε την τιμή του επιδοτούμενου ψωμιού και απείλησε τους κερδοσκόπους με στρατιωτικά δικαστήρια. Παράλληλα, επιβλήθηκαν μέτρα εξοικονόμησης ενέργειας, όπως μειωμένος φωτισμός και πρόωρο κλείσιμο καταστημάτων.

Πιθανές διαταραχές στη Διώρυγα του Σουέζ θα μπορούσαν να επιδεινώσουν την κατάσταση, καθώς τα έσοδά της αντιστοιχούν στο 7% του ΑΕΠ. Μετά τις επιθέσεις των Χούθι το 2023, η κυκλοφορία μειώθηκε δραστικά. Αν εμπλακούν ξανά, οι συνέπειες θα είναι σημαντικές.
Παρά τις δυσκολίες, πολλοί Αιγύπτιοι εκφράζουν στήριξη ή ακόμη και ικανοποίηση για την ιρανική απάντηση. Η «ψυχρή ειρήνη» με το Ισραήλ δεν πείθει.
Αυτή η στάση συνδέεται και με την οργή για τη Γάζα. Οι Αρχές προσπαθούν να απορροφήσουν τη δυσαρέσκεια μέσω πολιτιστικών παραγωγών, όπως τηλεοπτικές σειρές.
Η ιδέα μιας πιθανής σύγκρουσης με το Ισραήλ παραμένει ζωντανή στη συλλογική συνείδηση. Το 2025 υπήρξαν εντάσεις σχετικά με τη στρατιωτική παρουσία της Αιγύπτου στο Σινά. Ο πρόεδρος Σίσι διαβεβαίωσε ότι «κανείς δεν θα μπορέσει να πλησιάσει τη χώρα».
Η Αίγυπτος, που ήδη δεν εμπιστεύεται πλήρως τις ΗΠΑ, ανησυχεί και για την ισραηλινή επιρροή στην περιοχή. Παράλληλα, φοβάται νέες συμμαχίες στην Αφρική που θα απειλήσουν τα συμφέροντά της. Είναι, λοιπόν, μονόδρομος η επαναξιολόγηση των περιφερειακών συνεργασιών της.