Ο πιο αδίστακτος Τούρκος μαφιόζος του Λονδίνου: Η αιματηρή βεντέτα, οι τρεις απόπειρες δολοφονίας και η πτώση του
Τρεις φορές βρέθηκε στο στόχαστρο εκτελεστών και κατάφερε να επιβιώσει, προτού η δράση του στον υπόκοσμο του βόρειου Λονδίνου οδηγήσει τελικά στην καταδίκη του σε ισόβια κάθειρξη. Ο 40χρονος Μπεϊτουλάχ Γκιουντούζ, γνωστός στους συνεργάτες του ως «Μπέιτο», θεωρούνταν επί περισσότερο από μία δεκαετία ηγετικό στέλεχος των Τούρκων του Χάκνεϊ, μιας από τις πιο διαβόητες οργανώσεις οργανωμένου εγκλήματος στη Βρετανία.
Η συμμορία, γνωστή και ως «Μπομπατζιλάρ», δηλαδή «Βομβιστές» στα τουρκικά, έχει συνδεθεί με τη διακίνηση ναρκωτικών και τη βία από τη δεκαετία του 1980. Το 2003, σύμφωνα με το δημοσίευμα, έλεγχε περίπου το 90% της ηρωίνης που έφτανε στη Βρετανία. Η αδίστακτη δράση των τουρκικών συμμοριών είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία στις τοπικές κοινωνίες, με τον πρώην αστυνομικό Νταλ Μπαμπού να περιγράφει την ισχύ τους και την αδυναμία των Αρχών να αντιμετωπίσουν την κατάσταση.
«Η αδίστακτη δράση αυτών των τουρκικών συμμοριών ήταν θρυλική», ανέφερε ο Μπαμπού, ο οποίος είχε επιβιώσει από αποτυχημένη απόπειρα εκτέλεσής του τη δεκαετία του 1980, όταν η σφαίρα ενός εκτελεστή σφήνωσε στην κάννη του όπλου του. «Μπορούσαν να έχουν πραγματικά ισχυρό έλεγχο στις κοινότητες. Η αστυνομία ήταν απλώς καταβεβλημένη», πρόσθεσε.
Σήμερα, η διαμάχη των «Βομβιστών» με τους αντιπάλους τους, τους Τούρκους του Τότεναμ, εξακολουθεί να μαίνεται στο βόρειο Λονδίνο. Η πολυετής βεντέτα έχει στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 20 ανθρώπους, μέσα από διαδοχικές επιθέσεις και αντίποινα τις τελευταίες δύο δεκαετίες.
Η καταδίκη για την απόπειρα δολοφονίας και οι κατηγορίες για εκβιασμούς
Ο Γκιουντούζ βρέθηκε στο επίκεντρο της αιματηρής αντιπαράθεσης το 2013, όταν κατηγορήθηκε ότι προσέλαβε εκτελεστή για να δολοφονήσει τον Ζαφέρ Ερέν, τον αποκαλούμενο νονό των Τούρκων του Τότεναμ. Αθωώθηκε από το δικαστήριο τον Νοέμβριο του 2014, ωστόσο άνθρωποι που γνωρίζουν τον τουρκικό υπόκοσμο επέμεναν ότι εκείνος βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία.
Τα επόμενα χρόνια, οι αντίπαλοί του φέρεται να έβαλαν επικήρυξη 200.000 λιρών για τη δολοφονία του, χωρίς να καταφέρουν να εισπράξουν τα χρήματα. Το 2019, η Μητροπολιτική Αστυνομία του Λονδίνου τού απηύθυνε την αποκαλούμενη «προειδοποίηση Οσμάν», η οποία ενημερώνει πιθανούς στόχους ότι απειλείται η ζωή τους. Έναν χρόνο αργότερα, επέζησε από πυροβολισμό, καθώς το όπλο του δράστη μπλόκαρε, ενώ το 2024 βρέθηκε ξανά στο στόχαστρο μιας επίθεσης που συγκλόνισε τη Βρετανία.

Παρά τη φερόμενη εμπλοκή του σε ένα περιβάλλον οργανωμένης βίας, οι 80 προηγούμενες καταδίκες του αφορούσαν μέχρι πρόσφατα σχετικά μικρά αδικήματα. Το 2019 είχε φυλακιστεί για τρεις μήνες για επικίνδυνη οδήγηση και απειλητική συμπεριφορά. Η υπόθεσή του, ωστόσο, πήρε διαφορετική τροπή όταν καταδικάστηκε για την εντολή εκτέλεσης του 38χρονου Ονούρ Γκιουζέλ, έξω από το εστιατόριο του πατέρα του, «Ουμούτ 2000», στο Ντάλστον του ανατολικού Λονδίνου.
Τον προηγούμενο μήνα, ο Γκιουντούζ καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη, με ελάχιστο χρόνο έκτισης τα 20 χρόνια. Ο φερόμενος ως εκτελεστής, Ντογάν Οβέρ, διέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και εξακολουθεί να διαφεύγει τη σύλληψη. Ο Ονούρ Γκιουζέλ επέζησε από την επίθεση, αλλά υπέστη σοβαρά τραύματα. Το εστιατόριο στο οποίο σημειώθηκε η επίθεση είχε προταθεί από κορυφαίους σεφ και είχε συμπεριληφθεί σε λίστα των «New York Times» με τα 25 κορυφαία πιάτα που μπορεί να δοκιμάσει κάποιος στο Λονδίνο.
Σύμφωνα με όσα παρουσιάστηκαν στο δικαστήριο του Όλντ Μπέιλι, ο Γκιουντούζ ήταν «ηγετικό μέλος» της συμμορίας του και βρισκόταν «στο επίκεντρο του εκβιασμού της τοπικής κοινότητας». Είχε κατηγορήσει αδίκως την οικογένεια Γκιουζέλ ότι κατέβαλε 100.000 λίρες στους Τούρκους του Τότεναμ για προστασία και απαίτησε να του δοθεί το ίδιο ποσό. Ο ίδιος αρνήθηκε να εγκαταλείψει τη φυλακή Τέιμσαϊντ για να παραστεί στην ακροαματική διαδικασία, καθώς φοβόταν ότι θα δεχόταν επίθεση.
Από την Τουρκία στο Χάκνεϊ και η άνοδος στον υπόκοσμο
Ο Μπεϊτουλάχ Γκιουντούζ γεννήθηκε στην Τουρκία το 1986 και μετακόμισε στη Βρετανία όταν ήταν μόλις 10 ετών. Φοίτησε σε σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στο Χάκνεϊ, περιοχή με μεγάλη τουρκική και κουρδική κοινότητα, όπως και το Τότεναμ. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες που επικαλείται το δημοσίευμα, τα πήγαινε καλά με τα άλλα παιδιά της πολυπολιτισμικής γειτονιάς, ωστόσο δεν είχε ιδιαίτερη επίδοση στα μαθήματα και σταδιακά επηρεάστηκε από τις ισχυρές συμμορίες που έλεγχαν την περιοχή.
Ο πρώην αστυνομικός Νταλ Μπαμπού, ο οποίος περιπολούσε ως αστυφύλακας στο Τότεναμ, περιέγραψε την πολυπλοκότητα της δράσης της τουρκικής μαφίας. «Αυτό που μου έκανε πραγματικά εντύπωση ήταν το πόσο εξελιγμένη ήταν η τουρκική μαφία σε εκείνη την περιοχή», ανέφερε. Όπως εξήγησε, υπήρχε εκτεταμένη εγκληματική δραστηριότητα που παρέμενε κάτω από τα ραντάρ των Αρχών, ενώ τα μέλη των οργανώσεων επέδειχναν εξαιρετική αφοσίωση μεταξύ τους. «Υπήρχαν περιπτώσεις όπου εξαφανίζονταν ναρκωτικά και άνθρωποι απλώς πυροβολούνταν και σκοτώνονταν», είπε.
Ο Γκιουντούζ ανέβηκε σταδιακά στην ιεραρχία των Τούρκων του Χάκνεϊ. Πηγή από την τουρκική κοινότητα, η οποία χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο «Γιλμάζ» για να προστατεύσει την ταυτότητά της, περιέγραψε δύο διαφορετικές πλευρές του. Σύμφωνα με την ίδια, ήταν γοητευτικός με τις γυναίκες και ιδιαίτερα δημοφιλής τόσο στην κοινότητα όσο και στους συνεργάτες του, αλλά μπορούσε να γίνει τρομακτικός και εκφοβιστικός όταν το απαιτούσαν οι περιστάσεις.
Φέρεται να έχει τουλάχιστον ένα παιδί με γυναίκα που ζει στο βόρειο Λονδίνο. Ο Γιλμάζ υποστηρίζει επίσης ότι η μακροχρόνια σύντροφός του, Εϊλέμ Καχραμάν, «πήγε στη φυλακή εξαιτίας του». Τον Ιανουάριο του 2018, η 31χρονη τότε δικηγόρος καταδικάστηκε σε τρία χρόνια φυλάκισης, επειδή προσπάθησε να αποτρέψει μάρτυρα σε δίκη για απαγωγή από το να παρουσιαστεί στο δικαστήριο και να καταθέσει.
Ο ίδιος ο Γκιουντούζ αρνιόταν επί χρόνια οποιαδήποτε σχέση με συμμορία. Κατά τη δίκη του νωρίτερα φέτος, όταν ο συνήγορός του, Γκράχαμ Τρέμπαθ, τον ρώτησε με ποιον τρόπο εξασφάλιζε τα προς το ζην, εκείνος απάντησε: «Αγόραζα και πουλούσα αυτοκίνητα και λάμβανα επιδόματα από το DWP», προσθέτοντας ότι κέρδιζε πολλά χρήματα από στοιχήματα στο ποδόσφαιρο.
Ένας άνδρας με το μικρό όνομα Χακάν, ο οποίος γνωρίζει τον τουρκικό υπόκοσμο του Λονδίνου και ζήτησε να μην αποκαλυφθεί η πλήρης ταυτότητά του από φόβο για αντίποινα, απέρριψε τους ισχυρισμούς του. «Δεν βγάζει τα προς το ζην από τα στοιχήματα στο ποδόσφαιρο, είναι απλώς εθισμένος στον τζόγο», ανέφερε. Σύμφωνα με τον ίδιο, τα χρήματα προέρχονταν από τη διακίνηση κοκαΐνης, κάνναβης και ηρωίνης. Υποστήριξε ακόμη ότι στο Χάκνεϊ λειτουργούν χώροι διακίνησης ναρκωτικών, στους οποίους μπορεί κάποιος να μπει και να προμηθευτεί ουσίες όπως θα έμπαινε σε μια καφετέρια για πρωινό.
Κατά την εξέτασή του από την εισαγγελέα Τζέιν Μπίκενσταφ, ο Γκιουντούζ αρνήθηκε ξανά ότι ήταν μέλος των Τούρκων του Χάκνεϊ. Όταν εκείνη του επισήμανε ότι ο Ονούρ Γκιουζέλ τον είχε κατονομάσει ως μέλος της συμμορίας, απάντησε ότι δεν συμμετείχε σε καμία εγκληματική δραστηριότητα και ότι δεν γνώριζε τη δράση των Τούρκων του Χάκνεϊ ή του Τότεναμ. Αρνήθηκε επίσης ότι γνώριζε πως οι οργανώσεις εκβίαζαν τοπικές επιχειρήσεις.

Ο Γκιουντούζ εμφανίζεται ως διευθυντής της εταιρείας BG Cars, η οποία, σύμφωνα με πηγές που επικαλείται το δημοσίευμα, λειτουργούσε ως βιτρίνα για μια επιχείρηση που παρήγαγε μετρητά και του επέτρεπε να κρύβει την πραγματική του δραστηριότητα, δηλαδή τη διακίνηση ναρκωτικών και τους εκβιασμούς. Ο Χακάν υποστήριξε ότι η συμμορία αποκόμιζε μεγάλα ποσά από την εκβίαση, που στα τουρκικά αποκαλείται «χαράτς», όρος που ανάγεται στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όταν χρησιμοποιούνταν για μια μορφή φόρου. «Η BG Cars ήταν απλώς ένα κάλυμμα για να ξεπλένει τα χρήματα», ανέφερε.
Η επίθεση στο εστιατόριο και η άρνηση καταβολής 100.000 λιρών
Η υπόθεση που οδήγησε στην καταδίκη του Γκιουντούζ ξεκίνησε με μια αποτυχημένη απόπειρα εκβιασμού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της δίκης, οργάνωσε την επίθεση εναντίον του Ονούρ Γκιουζέλ έξω από το εστιατόριο «Ουμούτ 2000» στις 20 Ιουνίου του προηγούμενου έτους, αφού είχαν προηγηθεί δύο αποτυχημένες προσπάθειες.
Στις 5 Απριλίου είχαν προηγηθεί πυροβολισμοί σε σπίτι στο Ένφιλντ, στο βόρειο Λονδίνο, κοντά στην κατοικία μέλους της οικογένειας Γκιουζέλ. Δύο ημέρες αργότερα, ένοπλος πυροβόλησε το εστιατόριο «Ουμούτ 2000», αφού είχε κλείσει για τη νύχτα. Κατά τη διάρκεια της δίκης, το θύμα κατέθεσε πίσω από μια πράσινη κουρτίνα, καθώς φοβόταν για την ασφάλειά του.
Ο Ονούρ Γκιουζέλ ανέφερε ότι στις 12 Απριλίου 2025 τον προσέγγισε ένας άνδρας που γνώριζε ως «Μπέιτο» και ο οποίος ανήκε σε τοπική συμμορία γνωστή ως «Οι Βόμβες». Εκείνος και ένας συνεργάτης του τον ρώτησαν ποιος είχε πυροβολήσει το εστιατόριο, αφήνοντας να εννοηθεί ότι πίσω από την επίθεση ενδέχεται να βρίσκονταν οι Τούρκοι του Τότεναμ.
Σε άλλη συνάντηση, ο «Μπέιτο» και ένας συνεργάτης του, γνωστός ως «Μους», συναντήθηκαν με τον πατέρα του Ονούρ Γκιουζέλ. Τον κατηγόρησαν ψευδώς ότι είχε πληρώσει χρήματα προστασίας στους αντιπάλους τους και απαίτησαν 100.000 λίρες, προκειμένου να εξισορροπηθεί η κατάσταση. Η οικογένεια Γκιουζέλ δεν διέθετε το συγκεκριμένο ποσό και αρνήθηκε να πληρώσει, προκαλώντας, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, τη βίαιη αντίδραση του Γκιουντούζ.
Στις 20 Ιουνίου του προηγούμενου έτους, ένα κλεμμένο λευκό Κία Νίρο πέρασε έξω από το «Ουμούτ 2000». Στις 22:51, ο ένοπλος έσκυψε προς το παράθυρο του συνοδηγού και πυροβόλησε, τραυματίζοντας τον Ονούρ Γκιουζέλ, ο οποίος βρισκόταν έξω από το εστιατόριο. Επτά λεπτά αργότερα, κάμερες ασφαλείας κατέγραψαν τον Γκιουντούζ και έναν φίλο του να βγαίνουν από μια Μερσέντες και να κοιτούν προς το σημείο της επίθεσης. Οι αστυνομικοί συνέλαβαν αργότερα τον Γκιουντούζ, όμως ο φερόμενος ως εκτελεστής είχε ήδη διαφύγει στην Τουρκία.
Η αιματηρή βεντέτα που ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980
Για να γίνει κατανοητό γιατί ο Γκιουντούζ βρέθηκε επανειλημμένα στο στόχαστρο των αντιπάλων του, πρέπει να εξεταστεί η ιστορία της σύγκρουσης μεταξύ των Τούρκων του Χάκνεϊ και του Τότεναμ. Η οικογένεια Μπαϊμπασίν, με επικεφαλής τον Χουσεΐν Μπαϊμπασίν, που έχει χαρακτηριστεί «Πάμπλο Εσκομπάρ της Ευρώπης», και τον αδελφό του Μεχμέτ, έθεσε τις βάσεις του εμπορίου ηρωίνης των Τούρκων του Χάκνεϊ τη δεκαετία του 1980.
Ωστόσο, τη διαμάχη με τους αντιπάλους τους στο Τότεναμ καθόρισαν κυρίως δύο οικογένειες με καταγωγή από την κεντρική Ανατολία. Οι Αρμαγκάν, μία από τις ισχυρότερες οικογένειες των «Βομβιστών», προέρχονταν από το φτωχό χωριό Κιρκισράκ, ενώ οι Ερέν, που ηγούνταν των Τούρκων του Τότεναμ, κατάγονταν από την περιοχή Μαράς, κοντά στην πόλη Ελμπιστάν.
Η σύγκρουση κλιμακώθηκε τον Ιανουάριο του 2009, όταν ο Κεμάλ Αρμαγκάν ορκίστηκε εκδίκηση αφού ξυλοκοπήθηκε σε αίθουσα μπιλιάρδου του κλαμπ Μάνορ, στο Χάρινγκεϊ του βόρειου Λονδίνου. Μεταξύ εκείνων που συμμετείχαν στον καβγά ήταν και μέλη της οικογένειας Ερέν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της υπόθεσης, ο Αρμαγκάν είπε στην αστυνομία: «Είμαι της παλιάς σχολής, θα το τακτοποιήσω μόνος μου».
Ακολούθησαν χρόνια αιματηρής βίας, με μέλη συμμοριών αλλά και πολίτες να δολοφονούνται ή να τραυματίζονται σοβαρά στους δρόμους του Λονδίνου και σε άλλες περιοχές της Ευρώπης. Τον Φεβρουάριο του 2012, ο Αλί Αρμαγκάν, αδελφός του Κεμάλ, δολοφονήθηκε με πυροβολισμούς έξω από τον σταθμό του μετρό Τέρνπαϊκ Λέιν, στο βόρειο Λονδίνο.
Τα ξημερώματα της 22ας Απριλίου 2013, ο Ζαφέρ Ερέν, ένας από τους ηγέτες των Τούρκων του Τότεναμ και ξάδελφος του Κεμάλ Ερέν, έπεσε νεκρός από πυροβολισμούς στο βόρειο Λονδίνο. Ο δράστης ήταν ο 23χρονος Τζέιμι Μαρς-Σμιθ, επαγγελματίας εκτελεστής που είχε αποκτήσει το παρατσούκλι «Φρέντι», από τον διαβόητο χαρακτήρα των ταινιών «Εφιάλτης στον δρόμο με τις λεύκες».
Ο Γκιουντούζ οδηγήθηκε σε δίκη με την κατηγορία ότι είχε προσλάβει τον Μαρς-Σμιθ για τη δολοφονία του Ερέν, αλλά το σώμα ενόρκων τον αθώωσε τον Νοέμβριο του 2014. Ο Γιλμάζ υποστήριξε ότι η δολοφονία του Ζαφέρ Ερέν ήταν πράξη εκδίκησης για τον θάνατο του Αλί Αρμαγκάν και επέμεινε ότι ο Γκιουντούζ είχε προσλάβει τον εκτελεστή, παρά την αθώωσή του. Από εκείνη τη στιγμή, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Γκιουντούζ έγινε ο βασικός στόχος των Τούρκων του Τότεναμ, οι οποίοι φέρεται να επικήρυξαν τη ζωή του με 200.000 λίρες.
Οι τρεις απόπειρες δολοφονίας που δεν κατάφεραν να τον σκοτώσουν
Το φθινόπωρο του 2019, ο Κεμάλ Ερέν, ένας από τους ηγέτες των Τούρκων του Τότεναμ, φέρεται να επιχείρησε να οργανώσει τη δολοφονία του Γκιουντούζ. Ο Ερέν, γνωστός ως «Παρμακσίζ», δηλαδή «Χωρίς Δάχτυλα», επειδή τα δάχτυλά του είχαν ακρωτηριαστεί σε πυροβολισμό, βρισκόταν στην Τουρκία και χρησιμοποίησε κρυπτογραφημένο τηλέφωνο για να συντονίσει την επίθεση εναντίον του Γκιουντούζ και δύο ακόμη στελεχών της συμμορίας του. Για τον σχεδιασμό φέρεται να αξιοποιήθηκε ως μεσάζων ο Λίον Σμιθ.
Η Σκότλαντ Γιαρντ εντόπισε τα σχέδια και εκδόθηκε η προειδοποίηση Οσμάν. Οι αστυνομικοί τοποθέτησαν επίσης συσκευές παρακολούθησης στο σπίτι του Σμιθ και αποκάλυψαν τις λεπτομέρειες της συνωμοσίας πριν εκδηλωθεί η απόπειρα δολοφονίας. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γκιουντούζ γλίτωσε από ένα οργανωμένο σχέδιο εξόντωσής του.
Η δεύτερη απόπειρα σημειώθηκε στις 21 Αυγούστου 2020, όταν ο Γκιουντούζ πυροβολήθηκε στον λαιμό στο πάρκο Κλίσολντ, στο Στόουκ Νιούινγκτον. Το όπλο του δράστη μπλόκαρε, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ρίξει τη δεύτερη, ενδεχομένως θανατηφόρα, σφαίρα.

Η τρίτη επίθεση εναντίον του σημειώθηκε τον Μάιο του 2024 και έγινε πρωτοσέλιδο σε ολόκληρη τη Βρετανία. Στις 20:00, ο Γκιουντούζ έφτασε έξω από το εστιατόριο Εβίν, στο Ντάλστον του ανατολικού Λονδίνου, και χαιρέτησε διά χειραψίας τους φίλους του Ερντάλ Οζμέν, Μουσταφά Κιζιλτάν, Κενάν Αϊντογντού και Νάσερ Άλι. Οι πέντε άνδρες κάθισαν σε ένα τραπέζι, όπου έτρωγαν, έπιναν και κάπνιζαν. Λίγο μετά τις 21:00, ο Γκιουντούζ αποχώρησε από το εστιατόριο.
Δεκαεπτά λεπτά αργότερα, ένας ένοπλος που είχε προσληφθεί από τους Τούρκους του Τότεναμ έφτασε με ισχυρή μοτοσικλέτα Ντουκάτι και πυροβόλησε έξι φορές προς το τραπέζι. Μία από τις σφαίρες αστόχησε και πέρασε μέσα από ένα παράθυρο, τραυματίζοντας ένα εννιάχρονο κορίτσι που έτρωγε παγωτό κατά τη διάρκεια οικογενειακής εκδρομής στο Λονδίνο. Το παιδί τραυματίστηκε σοβαρά, αλλά επέζησε. Οι Κιζιλτάν, Αϊντογντού και Άλι τραυματίστηκαν επίσης, ενώ ο Οζμέν δεν έπαθε τίποτα. Έναν χρόνο αργότερα, ωστόσο, θα δολοφονούνταν με πυροβολισμούς στο Στόουκ Νιούινγκτον.
Ο 33χρονος Τζέιβον Ράιλι, συνεργάτης των Τούρκων του Τότεναμ, καταδικάστηκε σε ισόβια κάθειρξη με ελάχιστο χρόνο έκτισης τα 34 χρόνια για την εντολή εκτέλεσης της επίθεσης στο Εβίν. Ο εκτελεστής εξακολουθεί να διαφεύγει τη σύλληψη.
Ο πρώην αστυνομικός Νταλ Μπαμπού εκτίμησε ότι η προθυμία του Ράιλι να εκτίσει 34 χρόνια φυλάκισης αντί να αποκαλύψει την ταυτότητα του εκτελεστή αποτυπώνει την ισχύ των τουρκικών συμμοριών. «Έχεις κάποιον που είναι διατεθειμένος να εκτίσει 34 χρόνια αντί να κατονομάσει ανθρώπους και να διαπραγματευτεί», δήλωσε στην εφημερίδα «Daily Mail». Όπως πρόσθεσε, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί δεσμοί και ισχυρές πιέσεις, καθώς κάποιος μπορεί να φοβάται τι θα του συμβεί μέσα στη φυλακή ή τι μπορεί να υποστεί η οικογένειά του.
Η δολοφονία στη Μολδαβία και το μέλλον των τουρκικών συμμοριών
Έξι εβδομάδες μετά την επίθεση έξω από το εστιατόριο Εβίν, οι Τούρκοι του Χάκνεϊ πέρασαν στην αντεπίθεση, αυτή τη φορά εκτός Βρετανίας. Στις 10 Ιουλίου 2024, ο 41χρονος Ιζέτ Ερέν, ηγετικό στέλεχος των Τούρκων του Τότεναμ, δολοφονήθηκε ενώ καθόταν σε υπαίθριο καφέ στο Κισινάου, την πρωτεύουσα της Μολδαβίας. Δύο άνδρες, εκ των οποίων ο ένας φέρεται να είναι ο Κεμάλ Αρμαγκάν, ηγέτης της συμμορίας του Χάκνεϊ, αντιμετωπίζουν δίκη στη Μολδαβία.
Το ερώτημα πλέον είναι αν ο Γκιουντούζ θα διατηρήσει την επιρροή του μέσα από τη φυλακή. Ο Χακάν εκτίμησε ότι δεν αποκλείεται να επιστρέψει στην Τουρκία μέσα στα επόμενα χρόνια, επισημαίνοντας ότι ο Ιζέτ Ερέν, ο οποίος είχε διπλή τουρκική και βρετανική υπηκοότητα, είχε απελαθεί.
Ο Γιλμάζ, από την πλευρά του, θεωρεί ότι η ισχύς του Γκιουντούζ έχει πλέον καταρρεύσει. «Ο Γκιουντούζ τελείωσε», ανέφερε, υποστηρίζοντας ότι οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν και ότι δεν έχει απομείνει κανείς στο Ηνωμένο Βασίλειο που να μπορεί να ελέγξει τα μέλη των συμμοριών. Εκτίμησε, μάλιστα, ότι μέσα σε τρία ή τέσσερα χρόνια τόσο οι «Βομβιστές» όσο και οι Τούρκοι του Τότεναμ θα έχουν περιορίσει σημαντικά τη δράση τους.
Ο Νταλ Μπαμπού συμμερίζεται την εκτίμηση ότι οι τουρκικές συμμορίες ενδέχεται να χάνουν τον έλεγχο που είχαν κάποτε στην πρωτεύουσα. Όπως εξήγησε, η παλαιότερη ισχύς τους στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στο εμπόριο ηρωίνης, το οποίο ήταν εξαιρετικά προσοδοφόρο και τροφοδοτούσε τις βίαιες συγκρούσεις. «Τη δεκαετία του 1980 υπήρχε υψηλό επίπεδο βίας μεταξύ των τουρκικών συμμοριών και πάντα υπήρχε κάποιος που ήταν έτοιμος να αναλάβει δράση, επειδή το εμπόριο ήταν απίστευτα επικερδές», ανέφερε.
Σήμερα, σύμφωνα με τον ίδιο, σημαντικά στελέχη έχουν συλληφθεί ή απελαθεί, ενώ η εκτεταμένη χρήση καμερών ασφαλείας, η παρουσία περισσότερων Τούρκων αστυνομικών και η αυξημένη εμπιστοσύνη της κοινότητας προς τις Αρχές έχουν αλλάξει τα δεδομένα. «Οι άνθρωποι είναι πλέον πρόθυμοι να μιλήσουν», σημείωσε.
Ο Μπεϊτουλάχ Γκιουντούζ, που κάποτε επέβαλλε την παρουσία του στους δρόμους του βόρειου Λονδίνου, κυκλοφορούσε με πολυτελή αυτοκίνητα, εκφόβιζε κατοίκους και παρουσιαζόταν ως γοητευτικός άνδρας, ενώ υφιστάμενοί του κατέληγαν στη φυλακή για εγκλήματα που, σύμφωνα με τις κατηγορίες, συνδέονταν με τη δράση του. Πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος με τουλάχιστον δύο δεκαετίες πίσω από τα κάγκελα, χωρίς το δίκτυο συνεργατών που θα μπορούσε να τον προστατεύσει από τους εχθρούς του και την επιθυμία τους για εκδίκηση.
Ύστερα από χρόνια κυριαρχίας, η τύχη του στους δρόμους του Χάκνεϊ φαίνεται να εξαντλήθηκε. Το αν θα καταφέρει να παραμείνει ασφαλής στις πτέρυγες των φυλακών υψίστης ασφαλείας της Βρετανίας είναι κάτι που μένει να φανεί.