O Mario Banushi στο iefimerida αμέσως μετά την βράβευσή του με τον Αργυρό Λέοντα της Μπιενάλε Βενετίας -Είναι μόλις 27 ετών
Ο Mario Banushi είναι 27 ετών και μόλις τιμήθηκε με τον Αργυρό Λέοντα της Μπιενάλε Θεάτρου Βενετίας, για ένα σύνολο έργων βαθιά αυτοβιογραφικό, τελετουργικό και ευφυώς πολιτικό. Ποιος είναι ο σκηνοθέτης που έχει επιβάλει διεθνώς ένα θέατρο χωρίς λόγο και γιατί όλοι μιλούν γι’ αυτόν;
«Σχεδόν αυτοβιογραφική αφήγηση». «Ποιητική, ελλειπτική γλώσσα, φτιαγμένη από σιωπές αντί για λέξεις και όμως οδυνηρά επικοινωνιακή». «Μνήμη, καθημερινοί ήχοι και τα μικρά πράγματα της ζωής». «Τελετουργίες οικείες και ταυτόχρονα καθολικές». «Ένα θέατρο βαθιά ριζωμένο στη βαλκανική κουλτούρα». «Ευφυώς πολιτικό ένα κοφτερό τρύπημα στις αντιφάσεις της εποχής μας».
Οι φράσεις αυτές είναι πραγματικές ριπές από το αιτιολογικό της βράβευσης του Mario Banushi με τον Αργυρό Λέοντα από τη Μπιενάλε Θεάτρου της Βενετίας.
Το έμαθε πριν τέσσερις μέρες, όταν ήταν ακόμα στη Νέα Υόρκη, μέσα από μία βιντεοκλήση. «Έβαλα τα κλάματα. Δεν το πίστευα ότι θα βραβευτώ με τον Αργυρό Λέοντα. Ξέρω ότι είναι ίσως ο σημαντικότερος θεσμός βραβείων για το θέατρο στην Ευρώπη», μου λέει.
Άρχισε να κοιτάζει ποιοι έχουν πάρει το βραβείο στο παρελθόν. «Έμεινα με το στόμα ανοιχτό, είναι σκηνοθέτες που υπερ-θαυμάζω και ξαφνικά παίρνω και εγώ τον Αργυρό Λέοντα. Το συζητούσα με την ομάδα μου και κλαίγαμε, χορεύαμε από την χαρά μας. Και σήμερα, τέσσερις μετά, που ανακοινώθηκε επισήμως, ακόμα δεν μπορώ να το πιστέψω».
Τον Αργυρό Λέοντα, αφιερωμένο στις πιο δυναμικές φωνές του σύγχρονου θεάτρου ή σε οργανισμούς που έχουν ξεχωρίσει για την καλλιέργεια νέων ταλέντων, έχει απονεμηθεί στους/στις: Rimini Protokoll (2011), Angélica Liddell (2013), Fabrice Murgia (2014), Agrupación Señor Serrano (2015), Babilonia Teatri (2016), Maja Kleczewska (2017), Anagoor (2018), Jetse Batelaan (2019), Alessio Maria Romano (2020), Kae Tempest (2021), Samira Elagoz (2022), FC Bergman (2023), Gob Squad (2024) και Ursina Lardi (2025). Η Ειρήνη Παπά είχε πάρει το 2009 τον Χρυσό Λέοντα.
Toν θυμάμαι μετά την πρεμιέρα του MAMI στη Νέα Υόρκη, όταν είχε γίνει ήδη πρωτοσέλιδο στο ένθετο για τις τέχνες των Νew York Times και αυτός καθόταν σχεδόν με την πλάτη στον τοίχο, δεν πήγαινε να πει δυο λόγια, όπως του ζητούσαν. Σαν όλα αυτά να γίνονται ερήμην του. «Φαντάζει σαν ψέμα. Νομίζω ότι μόνο όταν γίνει η απονομή και πάρω το βραβείο στα χέρια θα το καταλάβω. Αυτό που μου δίνει μεγαλύτερη χαρά είναι τα μηνύματα που έχω λάβει, πόσο χαίρονται οι άλλοι για τη βράβευσή μου. Με συγκινεί», καταλήγει στη συζήτηση που είχαμε λίγο μετά την βράβευση.
Στα 27 του χρόνια, ο σκηνοθέτης για τον οποίο αυτή τη στιγμή μιλάει το παγκόσμιο θέατρο και που στις αρχές αυτού του νέου έτους έκανε τέσσερις sold out παραστάσεις με το ΜΑΜΙ στο Skirball της Νέας Υόρκης, έχει κατορθώσει κάτι χωρίς προηγούμενο. Το δε σκεπτικό της βράβευσης που ανακοινώθηκε το μεσημέρι της Τετάρτης, είναι πιο ισχυρό ακόμα και από τα αναρίθμητα sold out ή τους επαίνους στα σημαντικότερα μέσα ενημέρωσης.
Ο Banushi δεν βραβεύεται επειδή είναι ανερχόμενος, αλλά επειδή ήδη έχει φτιάξει το δικό του χάρτη στη σύγχρονη θεατρική γεωγραφία. Ακόμα και αν δεν χρησιμοποιεί λέξεις στα έργα του, ακόμα και αν επιλέγει το σώμα να γίνει όλη η αλφάβητος του, ξεχωρίζει και συναρπάζει. Ανεπιτήδευτα και χωρίς χρήση υπερβολικών μέσων -τεχνολογικών ή εκφραστικών.
Στα 27 του χρόνια, ο σκηνοθέτης που γεννήθηκε στην Αθήνα από Αλβανούς γονείς, μεγάλωσε τα πρώτα του χρόνια στην Αλβανία και έμαθε να μιλά ξανά ελληνικά επιστρέφοντας στην Αθήνα για να πάει στην Πρώτη Δημοτικού, έχει ήδη διαμορφώσει ένα απολύτως αναγνωρίσιμο σύμπαν.
Παραστάσεις χωρίς λέξεις, όπου οι άνθρωποι γεννιούνται, πλένονται, φροντίζονται, αποχωρίζονται, θρηνούν, σιωπούν και μέσα από αυτές τις «μόνο φαινομενικά απλές πράξεις» ανοίγουν, όπως γράφει η Μπιενάλε, «συμβολικά ταξίδια προς τα αρχέτυπα του ανθρώπινου».
Ένα παιδί που έμαθε να μιλά χωρίς λέξεις
Κάθε φορά που μιλάω με τον Μario Banushi τον 27χρονο σκηνοθέτη που οι παραστάσεις του προκαλούν παραλήρημα διεθνώς, νιώθω την ανάγκη να τον αγγίξω. Να δω αν είναι πραγματικός. Υπάρχει κάτι στην παρουσία του που μοιάζει ελαφρώς ασύμβατο με τον θόρυβο γύρω του: μιλά χαμηλά αλλά γρήγορα, σαν να προστατεύει τις λέξεις από τη φθορά της υπερχρήσης.
Βραβεία, sold out, συνεντεύξεις, εκθειαστικές κριτικές… Χαίρεται σαν παιδί αλλά αυτό που τον συγκινεί περισσότερο είναι η αγάπη των άλλων. «Είναι ένα από τα υπέροχα δώρα που μου έχει δώσει η αναγνώριση της δουλειάς μου: μπορώ να γνωρίσω ανθρώπους που θαυμάζω βαθιά. Μεγάλο δώρο ότι μπορώ να πηγαίνω στο σπίτι του Θεόδωρου Τερζόπουλου, να τρώμε και να μιλάμε. Τον βλέπω σαν συγγενή μου». Ο Mario δεν μιλά για καριέρα. Μιλά για σχέσεις. Για μεταβίβαση. Για συγγένειες βιολογικές και καλλιτεχνικές.
Γεννημένος στην Αθήνα το 1998, έζησε τα πρώτα του χρόνια στην Αλβανία και επέστρεψε στην Ελλάδα γύρω στα πέντε. Η επιστροφή αυτή δεν ήταν ουδέτερη. Η γλώσσα τον δυσκόλεψε. Το σώμα τον έσωσε. «Θυμάμαι τον εαυτό μου να μιλάει πιο σωματικά. Θυμάμαι να αγαπάω πάρα πολύ μια συμμαθήτρια στο σχολείο και να της κάνω μασάζ στα χέρια για να της δείχνω την αγάπη μου. Σίγουρα έχω επηρεαστεί από αυτό. Χρησιμοποίησα τις υπόλοιπες αισθήσεις για να επικοινωνήσω καλύτερα».
Αυτή η παιδική ανάγκη επικοινωνίας χωρίς λέξεις γίνεται, χρόνια αργότερα, η αισθητική του υπογραφή: θέατρο όπου το σώμα, το φως, ο ήχος, η μυρωδιά, η κίνηση λειτουργούν ως πλήρες λεξιλόγιο. Δεν είναι αφαίρεση για την αφαίρεση. Είναι ανάγκη.
Η «Ραγάδα» και το σώμα ως αρχείο μνήμης
Το πρώτο έργο που γράφει και σκηνοθετεί εν μέσω πανδημίας είναι η «Ραγάδα», που ανέβηκε σε ιδιωτικό διαμέρισμα. Η αφετηρία του είναι ένα σημάδι στο σώμα της γυναίκας: η ραγάδα της εγκυμοσύνης. Όχι ως αισθητικό μοτίβο, αλλά ως μνήμη εγγεγραμμένη στο δέρμα. Η μητέρα του υπήρξε μαμή. «Η μητέρα που με γέννησε έχει ξεγεννήσει εκατοντάδες μωρά. Μου έλεγε ιστορίες από αυτές τις γέννες. Με μεγάλωσε με ιστορίες για τις γυναίκες που ξεγέννησε». Αντί για παραμύθια. Το θέατρο του Banoushi γεννιέται εδώ: στο σημείο όπου το σώμα φέρει ιστορία, όπου το άγγιγμα είναι διαμεσολάβηση ζωής.
Mετά την «Ραγάδα» του διαμερίσματος, έρχεται η πρόταση του Εθνικού Θεάτρου. Έτσι γεννιέται το «Αντίο, Λιντίτα». Προγραμματισμένο αρχικά για τρεις εβδομάδες, παίζεται τρία χρόνια. Περιοδεύει διεθνώς, σαρώνει -μέσα στην άνοιξη θα παρουσιαστεί μεταξύ άλλων στο Odeon του Παρισιού. Το έργο είναι ένας αποχαιρετισμός χωρίς ρητορική. Ένα πένθος που εκτυλίσσεται σε σιωπή. Η οικογένεια ως χώρος φροντίδας και απώλειας ταυτόχρονα. Εκεί αρχίζει να διαμορφώνεται καθαρά αυτό που αργότερα θα ονομαστεί Romance Familiare.
Το τρίτο μέρος της άτυπης τριλογίας, η «Ταβέρνα Μιρεσία», αποθεώνεται σε μεγάλα φεστιβάλ. Εδώ, το ιδιωτικό συναντά το συλλογικό. Η βαλκανική εμπειρία, οι οικογενειακές τελετουργίες, το φαγητό, το τραγούδι, η απώλεια όλα μπαίνουν στο ίδιο τραπέζι. Δεν υπάρχει νοσταλγία. Υπάρχει αναμέτρηση με τη μνήμη. Βλέπετε, ο πατέρας του είχε ταβέρνα με αυτό το όνομα.
Το «ΜΑΜΙ»: ένα αυτοπορτρέτο μέσα από τη μοναξιά
Το «ΜΑΜΙ» είναι το πιο προσωπικό του έργο. Και γεννήθηκε από μια στιγμή απόλυτης, οριακής μοναξιάς.«Μετά από μια έντονη περίοδο με παραστάσεις και περιοδείες, βρέθηκα ως Onassis AiR Fellow στο Παρίσι για ενάμιση μήνα. Δεν είχα καμία υποχρέωση. Κανένα βάρος. Υπήρξαν στιγμές που οριακά ένιωθα πολύ βαρύς γιατί είχα μόνο τον εαυτό μου. Πήγα και αγόρασα λευκά χαρτιά και μπογιές. Καθόμουν στο σπίτι και άρχισα να ζωγραφίζω. Ξαφνικά ζωγραφίζω έναν άντρα, ψηλό, γυμνό, και γράφω “he feels alone”. Και αμέσως σκέφτηκα: αυτό θα είναι η αφετηρία του νέου έργου», περιγράφει.
Ένα αυτοπορτρέτο. Όχι ναρκισσιστικό, αλλά υπαρξιακό. Πώς μπαίνει η μητέρα; «Όταν νιώθεις έτσι, όταν έχεις να αντιμετωπίσεις τον εαυτό σου και μόνο, τότε έχεις την ανάγκη να νιώσεις τη μητρική φιγούρα. Το μητρικό χάδι από το χέρι που μπορεί να σε τραβήξει από το σκοτάδι». γιαγιά Ζωή. Η μητέρα Άννα ή Ανίλα στα αλβανικά. «Για αρκετά χρόνια τη γιαγιά την φώναζα μαμά, μάμι, επειδή με μεγάλωνε».
Μετά το Παρίσι, επιστρέφει στην Αλβανία. «Μπαίνω στο σπίτι της γιαγιάς και τη βλέπω καθισμένη σε μια ντουζιέρα, να την πλένει η ξαδέλφη μου. Αντικρύζω αυτή τη στιγμή φροντίδας και με αυτήν μπήκα στις πρόβες». Το ΜΑΜΙ δεν είναι έργο για τη μητέρα. Είναι έργο για τη φροντίδα. Για το χέρι που σε κρατά όταν δεν αντέχεις να σταθείς μόνος. Χάρη στο touring programme της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση ταξιδεύει στην Αβινιόν και από εκεί σε Βαρκελώνη, Γκρόνινγκεν της Ολλανδίας, Φιλανδία, Νέα Υόρκη. Ακολουθούν μέσα στον Φεβρουάριο η Τριενάλε του Μιλάνο, τον Απρίλιο το Odeon στο Παρίσι και μετά η Μαδρίτη, πάντα στο πλαίσιο εξωστρέφειας της Στέγης. Και θα ακολουθήσουν πολλά ακόμα, σε όλο τον πλανήτη,
Το φως, ο φόβος, το σώμα που θυμάται
Τίποτα στο σύμπαν του Banushi δεν είναι αισθητική σύμπτωση. Ούτε καν το φως. «Το ψυχρό φως το έχω συνδυάσει με το νοσοκομείο, με κάτι κακό. Τρέμω τα νοσοκομεία, φοβάμαι ακόμη και τα φαρμακεία. Όταν ήμουν εννέα ετών, νοσηλεύτηκα για αρκετό διάστημα στην Αλβανία, επειδή έπαθα ηλεκτροπληξία. Πήγα και άγγιξα μια λευκή λάμπα. Με γοήτευσε. Μου έκαψε το χέρι», μου έχει εξηγήσει στο παρελθόν. Σηκώνει το μανίκι και μου δείχνει.
Ο ξένος Τύπος μιλά για τον Mario Banushi με έναν τόνο που σπάνια συναντάς σε τόσο νεαρή ηλικία: όχι ως «υπόσχεση», αλλά ως ήδη διαμορφωμένη φωνή. Οι The New York Times εντάσσουν την παράσταση στα σημαντικότερα πολιτιστικά γεγονότα του χειμώνα στη Νέα Υόρκη με αφορμή το MAMI και συνοψίζουν τη δουλειά του με μια φράση που επανέρχεται διαρκώς στη διεθνή συζήτηση: «Τα έργα του είναι σιωπηλά για έναν λόγο· οι λέξεις μπορούν να περιορίσουν τα πράγματα». Το ενδιαφέρον -και αποκαλυπτικό- είναι ότι αρχικά τον αποκάλεσαν χορογράφο, πριν διορθώσουν σε σκηνοθέτη: ένα «λάθος» που δείχνει πώς η διεθνής ματιά αναγνωρίζει πρώτα το σώμα, την κίνηση, το τελετουργικό στοιχείο, και έπειτα τη σύνθετη αρχιτεκτονική της σκηνοθεσίας του.
Στο Festival d’Avignon, όπου το MAMI παρουσιάστηκε ως γεγονός και όχι ως πειραματικό περιθώριο, κριτικοί και επιμελητές μιλούν για «σκηνοθέτη του μέλλοντος» και για μια από τις πιο διακριτές νέες φωνές της ευρωπαϊκής σκηνής, υπογραμμίζοντας ότι η απουσία λόγου στη δουλειά του δεν είναι αισθητική άσκηση αλλά πολιτική στάση: μια επιστροφή στην τελετουργία, στα αρχέτυπα, σε ένα θέατρο πιο παλιό από τις σύγχρονες κατηγορίες.
«Στο MAMI, η γύμνια είναι η απαραίτητη συνθήκη της μεταμόρφωσης», έγραψε η Libération. «Εικόνες ζωγραφισμένες όπως τελετές οικείες, ένα θέατρο που δεν ανοίγει το στόμα του παρά μόνο για να φιλήσει ή να θηλάσει» σημείωσε ο Laurent Goumarre. Η Le Monde κάνει λόγο για έναν «νεανικό ύμνο στη μητρότητα, σε μορφή σωματικής εικονοποιίας», και χαρακτηρίζει τον Μπανούσι ως «μια από τις πιο δυνατές αποκαλύψεις του σύγχρονου ευρωπαϊκού θεάτρου». Η Fabienne Darge, σε δεύτερο της κείμενο, σχολιάζει: «Στο σύμπαν του Banushi, δεν υπάρχει ιεραρχία ηλικίας, δεν υπάρχει αφήγηση. Υπάρχει ένα κενό, γεμάτο μνήμη και φροντίδα.
Σε χώρους όπως το Internationaal Theater Amsterdam, όπου παρουσιάστηκε το Goodbye, Lindita του Εθνικού Θεάτρου ο λόγος γίνεται ακόμη πιο συγκεκριμένος: γίνεται λόγος για έργα που «δεν εξηγούνται αλλά κολλάνε στο σώμα του θεατή», για μια μνήμη που δεν προσφέρεται ως φολκλόρ αλλά ως βιωμένο τραύμα, για μια βαλκανική εμπειρία απογυμνωμένη από εξωτισμό. Κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά τα κείμενα είναι η επιμονή στη σιωπή ως γλώσσα, στη φροντίδα και την απώλεια ως καθολικές εμπειρίες, και στο γεγονός ότι το θέατρο του Banushi είναι «οικείο χωρίς να είναι τοπικό» και «πολιτικό χωρίς συνθήματα». Ακριβώς τα στοιχεία που η Μπιενάλε Θεάτρου Βενετίας θα αναγνωρίσει, λίγο αργότερα, απονέμοντάς του τον Αργυρό Λέοντα
Στη Νέα Υόρκη από τις 7 ως τις 10 Ιανουαρίου 2026, θεατές από διαφορετικές πολιτείες θυμούνται ξαφνικά το χωριό τους. Μια curator από τη Σικελία αναγνωρίζει τις τελετουργίες της ζωής της. Ένας σκηνοθέτης από την Αδελαΐδα βρίσκει τον εαυτό του σε έναν δημιουργό από την Αθήνα και τα Τίρανα. Το θέατρο του Mario Banushi δεν ανήκει σε γεωγραφία. Ανήκει στο σώμα.
Κι ίσως γι’ αυτό ο Αργυρός Λέοντας δεν μοιάζει με αποκορύφωμα, αλλά με αρχή. Με θεσμική επιβεβαίωση ενός καλλιτέχνη που, πριν καν κλείσει τα τριάντα, έχει ήδη αποδείξει κάτι ριζοσπαστικό: ότι η σιωπή, όταν είναι αληθινή, μπορεί να ακουστεί παντού.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο