Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

«Ω γλυκύ μου έαρ», κύκλος της ζωής και sold out -Είδαμε την πρεμιέρα του ΜΑΜΙ του Μάριο Μπανούσι στη Νέα Υόρκη

Mία παράσταση χωρίς λέξεις έρχεται από την Αθήνα στη Νέα Υόρκη και γεμίζει ασφυκτικά το Skirball. Το MAMI του Μάριο Μπανούσι επιμένει στη σιωπή, σε μια πόλη που δεν σταματά να μιλά. Το iefimerida ήταν στην ιστορική πρεμιέρα.

Μέσα στο αδιάκοπο βουητό που η Νέα Υόρκη ονομάζει κανονικότητα, έφτασε από την Αθήνα η παράσταση ΜΑΜΙ. Ένα έργο χωρίς λέξεις, μόνο με σώματα που μοιάζουν σαν κεριά με άσβηστη αν και τρεμάμενη φλόγα, σε ένα σχεδόν γυμνό σκηνικό.

Στην μητρόπολη των μητροπόλεων, αυτό το σκηνικό και συναισθηματικό σύμπαν του Μάριο Μπανούσι όπως το γνωρίσαμε στην πρεμιέρα της 6ης Φεβρουαρίου στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση ξετυλίγεται και ορθώνεται απέναντι στο δάσος των ουρανοξυστών, αυτών των φιλοδοξιών που είναι μεταμφιεσμένοι σε αρχιτεκτονικό όραμα.

Το βράδυ της Τετάρτης 7 Ιανουαρίου έγινε η πρεμιέρα του στο θέατρο Skirball, στο πλαίσιο του ιστορικού φεστιβάλ Under the Radar που διοργανώνεται από το 2005. Φτάσαμε στο θέατρο περπατώντας, περνώντας κάτω από το χριστουγεννιάτικο δέντρο της Washington Square και συνεχίζοντας λοξά στη West Broadway, όπου έστεκε ένα ρυάκι θεατών. Επτακόσια άτομα στην πρεμιέρα. Full house.

Παρατηρώ ότι πολλοί, περιμένοντας με τα εισιτήρια ήδη στα χέρια -οι παραστάσεις ολοκληρώνονται στις 10 Ιανουαρίου- διαβάζουν στα κινητά τους τη συνέντευξη του Mario Banushi στους New York Times. Η εισαγωγή της δημοσιογράφου είναι κοφτή, σχεδόν κατηγορηματική: «Τα έργα του είναι σιωπηλά για έναν λόγο: οι λέξεις μπορούν να περιορίσουν τα πράγματα».

Ένα έργο χωρίς λέξεις από επιλογή, όχι χάριν της αφαίρεσης. Θέατρο που δεν ζητά να το καταλάβεις, αλλά να το νιώσεις. Σε μια πόλη εθισμένη στην πολυλογία και στη ρητορική, η εφημερίδα γράφει με πρωτοφανή έξαψη για μια παράσταση που τα υλικά της μοιάζουν να είναι πρωταρχικά και ταπεινά.

Ο 27χρονος Μάριο έχει φτάσει μόλις δύο μέρες πριν στη Νέα Υόρκη, για πρώτη φορά στη ζωή του. Ένα αγόρι που γεννήθηκε στην Αθήνα, βρέφος βρέθηκε στην Αλβανία όπου μεγάλωσε μέχρι τα πέντε του χρόνια, ένα παιδί που πέρασε μήνες στο νοσοκομείο όταν άγγιξε με γυμνά χέρια μια λάμπα και έπαθε ηλεκτροπληξία. Τώρα κάνει πρεμιέρα sold out στην πόλη όπου τα φώτα δεν σβήνουν ποτέ, έχει δώσει μια εκτενή συνέντευξη στους New York Times και βλέπει το θέατρο να γεμίζει ασφυκτικά.

To Skirball το βράδυ της πρεμιέρας, στην παγωμένη Νέα Υόρκη / iefimerida Κατερίνα Ι. Ανέστη

To Skirball το βράδυ της πρεμιέρας, στην παγωμένη Νέα Υόρκη / iefimerida Κατερίνα Ι. Ανέστη

Πλησιάζοντας στο θέατρο περνώ δίπλα από ένα τεράστιο billboard της εφημερίδας που γράφει: NEVER SLEEPS. ALWAYS SOLVES. Η Νέα Υόρκη ως μηχανή εγρήγορσης και απαντήσεων. Λίγα μέτρα πιο κάτω, ένα έργο χωρίς λέξεις ετοιμάζεται να ξεκινήσει.

Το billboard των New York Times υπόσχεται λύσεις, το MAMI επιμένει στο άλυτο. Δεν προσφέρει απαντήσεις, δεν οδηγεί σε συμπεράσματα. Αφήνει τον θεατή εκτεθειμένο στη μνήμη και στο σώμα, εκεί όπου οι σχέσεις δεν επιλύονται ποτέ πλήρως: η μάνα και το παιδί, ο φροντιστής και ο φροντιζόμενος, η αρχή και το τέλος που δεν ξεχωρίζουν καθαρά.

Μπαίνουμε στην αίθουσα, όπου μας περιμένει ήδη το μικρό πτωχικό σπίτι και ένας ξύλινος στύλος με μια λάμπα στην κορυφή του. Κουβαλάμε τον θόρυβο της πόλης και του κατάμεστου φουαγιέ. Κι όμως, τα σώματά μας εισπράττουν κάποιους ήχους σαν εκκωφαντικούς. Όταν η πόρτα χτυπά στην αρχή της παράστασης, βλέπεις θεατές να ξαφνιάζονται, να μετακινούνται στις θέσεις τους. Στο τέλος, με τα πυροτεχνήματα, οι σειρές με τα ξύλινα καθίσματα σείονται. Σωματική αντίδραση. Το MAMI δεν απομονώνεται από τη Νέα Υόρκη. Τη χρησιμοποιεί. Την επιστρέφει στο σώμα.

Ένας σκύλος γαβγίζει. Σε ένα μικρό σπίτι σε χωματόδρομο, μια γυναίκα ουρλιάζει καθώς γεννά. Μια ηλικιωμένη γυναίκα γδύνεται απαλά, ένας νεαρός άνδρας την πλένει και της αλλάζει πάνα. Ένα τραγούδι ακούγεται αμυδρά, σαν από κάποιο ραδιόφωνο.

Το έργο ξεδιπλώνεται σαν ονειρικό κολάζ: γέννα και γηρατειά, φροντίδα και αποχωρισμός, μάνα, γιαγιά, παιδί, έρωτας και προδοσία. Χώμα. Ένα σπίτι από τσιμεντόλιθους. Νερό. Φως αποσπασματικό που μετρά αντίστροφα μέσα από τις σκιές που δημιουργεί. Σώματα που κινούνται σαν να γλιστρούν σε αμνιακό υγρό.

Το ελάχιστο σκηνικό γίνεται μηχανή μνήμης. Το σώμα γίνεται αφήγηση. Και μέσα σε αυτή τη σιωπή, η μουσική αποκτά βάρος μεγαλύτερο απ’ όσο θα της αναλογούσε -όπως τα μαλλιά της γυναίκας που βυθίζει ξανά και ξανά το κεφάλι της στο μεγάλο διάφανο κουτί.

Εξήντα λεπτά μετά, το κοινό χειροκροτεί όρθιο. Άνθρωποι από διαφορετικές πολιτείες των ΗΠΑ θυμούνται ξαφνικά το χωριό τους. Η Giulia, δημοσιογράφος και curator από τη Σικελία, μου λέει ότι το σκηνικό, οι ήχοι, οι τελετουργίες της παράστασης τής είναι τόσο οικείες, σαν βιώματα της κανονικής της ζωής: τα γαβγίσματα των σκύλων, τα φώτα, οι ανθρώπινες μορφές.

Έξω από το θέατρο συναντώ τον σκηνοθέτη από την Αυστραλία Χιούγκο Γουίλιαμς, που αυτή την περίοδο παρουσιάζει δική του δουλειά στη Νέα Υόρκη. Μου μιλά για το πόσο βαθιά συνδέθηκε με το MAMI. Για τη μινιμαλιστική του δύναμη. Για το πώς, ειδικά στο πρώτο μέρος, δεν υπάρχει τίποτα περιττό. Ένας δημιουργός από την Αδελαΐδα αναγνωρίζει τον εαυτό του σε έναν δημιουργό από την Αθήνα και τα Τίρανα. Δύο διαφορετικές άκρες του κόσμου συναντιούνται σε μια σκηνή χωρίς λέξεις.

Μετά το παρατεταμένο χειροκρότημα, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Under the Radar Festival υπενθύμισε ότι το MAMI δεν έχει καν κλείσει χρόνο ζωής και ότι το φεστιβάλ στάθηκε «τυχερό» που το υποδέχτηκε πριν ξεκινήσει τον πλήρη παγκόσμιο κύκλο του.

Αμέσως μετά, η Karen Brooks Hopkins, senior advisor του Ιδρύματος Ωνάση, μίλησε για μια σχέση που χτίστηκε σε βάθος χρόνου: για την πολυτελή και -σχεδόν αδιανόητη για τα αμερικανικά δεδομένα- συνθήκη μιας δεκαοκτάμηνης καλλιτεχνικής παραμονής, όπου ο Μπανούσι είχε τον χρόνο να παίξει, να αποτύχει, να ξαναρχίσει ως Onassis AiR Fellow. Το αποτέλεσμα, όπως είπε, φάνηκε στη σκηνή.

Σε μια πόλη όπου η διεθνής καλλιτεχνική κυκλοφορία έχει πληγεί, το ανέβασμα του MAMI λειτούργησε ως πράξη επανενεργοποίησης: ένα έργο που δεν ταξιδεύει μόνο του, αλλά φέρνει μαζί του ένα ολόκληρο οικοσύστημα φροντίδας, εμπιστοσύνης και χρόνου: τις πιο σπάνιες πρώτες ύλες του σύγχρονου θεάτρου.

Πριν από τη συνέντευξη του Μάριο Μπανούσι, οι New York Times είχαν ήδη εντάξει το MAMI σε άρθρο για τα σημαντικότερα πολιτιστικά γεγονότα του χειμώνα στη Νέα Υόρκη. Εκεί, ο Μπανούσι αναφερόταν αρχικά ως χορογράφος. Η διόρθωση ήρθε γρήγορα: σκηνοθέτης. Το σφάλμα όμως είναι αποκαλυπτικό. Η αμερικανική ματιά αναγνωρίζει πρώτα το σώμα, την κίνηση, το άμεσο, το απτό και μετά τη σύνθετη αρχιτεκτονική της σκηνοθεσίας.

Το βράδυ της πρεμιέρας, ο Μάριο Μπανούσι. Του ζητώ να τον φωτογραφίσω με τη συνέντευξή του στους New York Times καθώς συμπεριφέρεται και κινείται στον χώρο σαν να είναι και αυτός ένας θεατής.

Το βράδυ της πρεμιέρας, ο Μάριο Μπανούσι. Του ζητώ να τον φωτογραφίσω με τη συνέντευξή του στους New York Times καθώς συμπεριφέρεται και κινείται στον χώρο σαν να είναι και αυτός ένας θεατής.

Πρόκειται για μια πολιτιστική ιεράρχηση που προτιμά να ονοματίζει αυτό που βλέπει, πριν αναμετρηθεί με αυτό που δεν χωρά εύκολα σε κατηγορίες. Το MAMI αντιστέκεται σε αυτή την ανάγκη ταξινόμησης. Δεν είναι χορός, δεν είναι θέατρο λόγου. Είναι ένα υβρίδιο μνήμης και τελετουργίας, πιο παλιό από τις σύγχρονες διακρίσεις, που ζητά να βιωθεί πριν ερμηνευτεί. Και ίσως γι’ αυτό να προκάλεσε πρώτα το λάθος, πριν κερδίσει την ονομασία του.

Το MAMI έχει αλλάξει από πόλη σε πόλη. Από την πρεμιέρα στη Στέγη τον Φεβρουάριο του 2025, στην Αβινιόν τον Ιούλιο -με κοινό και δημοσιογράφους να μιλούν για τον «σκηνοθέτη του μέλλοντος- μέχρι τη Νέα Υόρκη της αυγής του 2026. Μέσα σε λιγότερο από έναν χρόνο, έχει γίνει πιο μεστό, πιο πυκνό, πιο σίγουρο για τη σιωπή του. Δεν προσπαθεί να αποδείξει τίποτα. Και αυτό, στη Νέα Υόρκη, είναι ίσως η πιο ριζοσπαστική στάση απ’ όλες.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο