Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Μάριος Μάζαρης: Όσα χρειάζεται να ξανασκεφτούμε για τα παιδιά και τη γονεϊκότητα

Υπάρχουν άνθρωποι που θέλεις να συναντήσεις δημοσιογραφικά και υπάρχουν άνθρωποι που, πριν ακόμη τους συναντήσεις, έχεις ήδη πολλές ερωτήσεις να τους κάνεις. Ο Μάριος Μάζαρης ανήκει για μένα στη δεύτερη κατηγορία.

Ως μαμά τριών παιδιών, παρακολουθώ εδώ και καιρό τη δουλειά του, έχω διαβάσει τα βιβλία του και ακολουθώ το Schoolmarius στα social media. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι περίμενα με ιδιαίτερη ανυπομονησία το reel του για τη Β΄ Δημοτικού, αφού φέτος είναι η τάξη των διδύμων μου.

Αυτό που εκτιμώ στον Μάριο είναι η απλότητα με την οποία προσεγγίζει τα παιδιά και τη γονεϊκότητα. Μέσα σε μια εποχή γεμάτη συμβουλές, αποφθέγματα, λίστες με «σωστές» και «λάθος» συμπεριφορές και μια διαρκή αγωνία να κάνουμε τα παιδιά μας όσο πιο «έτοιμα» γίνεται για τη ζωή, εκείνος κρατά μια πιο ανθρώπινη ματιά.

Προσωπικά, πολλές φορές αισθάνομαι ότι βιαζόμαστε να αξιολογήσουμε, να διορθώσουμε, να παρέμβουμε. Να αποφασίσουμε γρήγορα τι χρειάζεται ένα παιδί, πώς πρέπει να συμπεριφέρεται, τι πρέπει να μάθει και πόσο γρήγορα πρέπει να το μάθει. Κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά υπάρχει και το ίδιο το παιδί, με τον δικό του χαρακτήρα, τον δικό του ρυθμό και τη δική του ανάγκη να μεγαλώσει χωρίς να αισθάνεται ότι κάθε του συμπεριφορά περνά από αξιολόγηση.

Αυτές ήταν μερικές από τις σκέψεις που είχα όταν ετοίμαζα τη συζήτησή μας. Μιλήσαμε για τις οθόνες, την τεχνητή νοημοσύνη, τα όρια, τις αξιολογήσεις, τις θεραπείες, την παρουσία των ψυχολόγων στα σχολεία και τον τρόπο με τον οποίο οι γονείς προσπαθούν σήμερα να μεγαλώσουν τα παιδιά τους.

Και επειδή πάντα θέλουμε να γνωρίζουμε τον άνθρωπο πίσω από τον ρόλο, η συζήτηση πήγε και λίγο πιο μακριά από το σχολείο. Ο Μάριος μίλησε για τα παιδικά του χρόνια, τις ανασφάλειές του, όσα τον κάνουν χαρούμενο, τα βιβλία του και εκείνες τις στιγμές που, όπως λέει, θέλει απλώς να είναι ο Μάριος που δεν χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.

Αν έπρεπε να συστηθείς χωρίς να αναφέρεις επάγγελμα, τι θα έλεγες για τον Μάριο;

Θα έλεγα ότι είμαι ένας άνθρωπος που προσπαθεί να καταλάβει τους άλλους και, μέσα από αυτούς, τον εαυτό του. Είμαι ένας άνθρωπος που αγαπά τις ιστορίες, τις λέξεις, τις μικρές λεπτομέρειες που οι περισσότεροι προσπερνάμε. Μπορεί να συγκινηθώ από κάτι που για κάποιον άλλο είναι ασήμαντο, να ενθουσιαστώ με μια ιδέα και να θέλω αμέσως να τη μοιραστώ. Έχω τις αγωνίες και τις αντιφάσεις μου, όπως όλοι. Νομίζω πως είμαι ακόμα εκείνο το παιδί που παρατηρούσε πολύ και μιλούσε λίγο, μόνο που μεγαλώνοντας βρήκε περισσότερους τρόπους να εκφράζεται.

Πόσο διαφορετικός είναι ο Μάριος που βλέπουμε στα social από τον Μάριο της καθημερινότητάς του;

Δεν είναι διαφορετικός, είναι ένα μέρος του. Τα social είναι ένα παράθυρο από το οποίο επιλέγω να δείξω κάποια πράγματα, όχι ολόκληρο το σπίτι. Εκεί βλέπει κανείς περισσότερο τον ενθουσιασμό μου, τις δράσεις, τις ιδέες, όσα συμβαίνουν μέσα στην τάξη και αξίζει να μοιραστώ. Δε βλέπει απαραίτητα την κούραση, την απογοήτευση, τις στιγμές που δεν έχω όρεξη να μιλήσω ή που κάτι δεν πήγε όπως το είχα σχεδιάσει. Έχω πει πολλές φορές ότι το διαδίκτυο δεν πρέπει να καθορίζει τις προτεραιότητές μου. Το Schoolmarius είναι ένα κομμάτι μου. Δεν είναι ολόκληρη η ζωή μου.

Τι είναι αυτό που σε κάνει ακόμη να ενθουσιάζεσαι σαν παιδί;

Μια καινούργια ιδέα! Να στήσω ένα παιχνίδι, να γράψω μια ιστορία, να μετατρέψω κάτι συνηθισμένο σε κάτι που δεν έχει ξαναγίνει με αυτόν τον τρόπο. Με ενθουσιάζουν επίσης οι άνθρωποι που δημιουργούν. Ένα βιβλίο, μια θεατρική παράσταση, μια έξυπνη σκέψη, κάτι που με κάνει να πω «μα πώς το σκέφτηκε αυτό;». Και, φυσικά, τα παιδιά επειδή μπορούν να δουν κάτι που εγώ δεν είδα.

Υπάρχει κάτι από το δικό σου παιδί που προσπαθείς σήμερα να προστατεύσεις;

Ναι. Εκείνο το ήσυχο, φοβισμένο, σχεδόν αόρατο παιδί που ήμουν. Ήμουν ένα αρκετά μοναχικό παιδί, που δεν είχε πάντα τον τρόπο ή το θάρρος να εκφράσει όσα σκεφτόταν. Το γράψιμο ήταν ένας τρόπος να φτιάχνω κόσμους στους οποίους μπορούσα κι εγώ να υπάρχω. Μεγαλώνοντας, προσπαθώ να προστατεύσω το δικαίωμα αυτού του παιδιού να μην είναι πάντα δυνατό, κοινωνικό, χαμογελαστό ή έτοιμο να απαντήσει σε όλα. Ίσως γι’ αυτό με ενδιαφέρουν τόσο τα παιδιά που δε σηκώνουν εύκολα το χέρι, που μένουν λίγο πιο πίσω, που δε διεκδικούν την προσοχή μας.

Τι έχεις μάθει για τον εαυτό σου μέσα από τα παιδιά;

Ότι έχω πολλά περισσότερα να μάθω από όσα πίστευα όταν ξεκίνησα. Τα παιδιά με έχουν βοηθήσει να αναγνωρίσω πράγματα δικά μου, συμπεριφορές, φόβους, ανασφάλειες. Κάποιες φορές βλέπω ένα παιδί να δυσκολεύεται να μιλήσει και αναγνωρίζω τον μικρό μου εαυτό. Άλλες φορές βλέπω ένα παιδί να θυμώνει επειδή αδικήθηκε και σκέφτομαι πόσες φορές κι εγώ δεν κατάφερα να εκφράσω αυτό που ένιωθα. Το σημαντικότερο ίσως είναι ότι έχω μάθει να μη θεωρώ τον εαυτό μου ολοκληρωμένο. Δεν μπαίνω στην τάξη ως ένας άνθρωπος που ξέρει και συναντά ανθρώπους που δεν ξέρουν. Μπαίνω σε μια σχέση στην οποία όλοι έχουμε τη δυνατότητα να αλλάξουμε.

Ποια είναι η μεγαλύτερη παγίδα των οθονών για έναν ενήλικα;

Ότι μας δημιουργούν την ψευδαίσθηση πως είμαστε παντού, ενώ πολλές φορές δεν είμαστε πραγματικά πουθενά. Μπορεί να καθόμαστε δίπλα σε έναν άνθρωπο και ταυτόχρονα να παρακολουθούμε τι κάνουν άλλοι εκατό. Το πρόβλημα όμως δεν είναι ότι κοιτάζουμε μια οθόνη. Είναι ότι μερικές φορές γίνεται η πρώτη μας επιλογή ακόμα κι όταν έχουμε μπροστά μας κάτι πολύ πιο σημαντικό.

Και ποια είναι η μεγαλύτερη παγίδα για ένα παιδί;

Να συνηθίσει να παρακολουθεί τη ζωή περισσότερο από όσο τη ζει. Ένα παιδί έχει ανάγκη να πειραματιστεί, να λερωθεί, να διαφωνήσει, να βαρεθεί, να επινοήσει ένα παιχνίδι, να έρθει σε επαφή με άλλα παιδιά. Να ανακαλύψει τι μπορεί να κάνει το ίδιο και όχι μόνο τι μπορεί να κάνει μια συσκευή για εκείνο. Αυτό προσπάθησα να συζητήσω και μέσα από το βιβλίο μου «Πάμε κόντρα στις οθόνες;». Δεν ήθελα να γράψω ένα βιβλίο που θα δαιμονοποιεί την τεχνολογία. Ήθελα να μιλήσω για τη ζωή που υπάρχει και έξω από αυτήν.

Πιστεύεις ότι οι γονείς συχνά ανησυχούν περισσότερο για τις οθόνες των παιδιών τους από όσο χρειάζεται;

Νομίζω ότι η ανησυχία τους είναι κατανοητή. Το ζήτημα είναι πού την κατευθύνουμε. Συχνά μένουμε στο πόσες ώρες πέρασε ένα παιδί μπροστά στην οθόνη. Είναι σημαντικό να υπάρχει μέτρο, αλλά έχει σημασία και τι παρακολουθεί, με ποιον, γιατί το κάνει και τι θέση έχει αυτή η δραστηριότητα μέσα στη μέρα του. Χρειάζεται να κοιτάξουμε λίγο και τις δικές μας συνήθειες. Δεν μπορούμε να ζητάμε από ένα παιδί να αφήσει το κινητό του και να το κοιτάζουμε στα μάτια για να του το πούμε, έχοντας εμείς το δικό μας στο χέρι.

Υπάρχει τρόπος να μεγαλώσουμε παιδιά με υγιή σχέση με την τεχνολογία χωρίς να τα αποκλείσουμε από αυτή;

Φυσικά. Άλλωστε, δεν μπορούμε να μεγαλώσουμε παιδιά για έναν κόσμο που δεν υπάρχει. Η τεχνολογία είναι μέρος της ζωής μας και τα παιδιά χρειάζεται να μάθουν να τη χρησιμοποιούν με ασφάλεια, κριτική σκέψη και μέτρο. Θα ξεκινούσα από την κοινή χρήση. Να καθίσουμε δίπλα στο παιδί, να ανακαλύψουμε μαζί μια εφαρμογή, να συζητήσουμε ένα βίντεο, να του δείξουμε πώς ξεχωρίζουμε μια αξιόπιστη πληροφορία από μια παραπλανητική. Να υπάρχουν συμφωνημένοι κανόνες, ανάλογοι με την ηλικία του, αλλά και εναλλακτικές. Δεν αρκεί να πεις σε ένα παιδί «κλείσε το τάμπλετ», αν δεν υπάρχει καμία πρόταση για το τι θα μπορούσατε να κάνετε μαζί.

Πόσο έχει μπει το AI στη δική σου καθημερινότητα; Σου έχει κάνει τη ζωή ευκολότερη;

Έχει μπει και στη δική μου καθημερινότητα, όπως φαντάζομαι και σε πολλών ανθρώπων, αλλά σε μικρό βαθμό, γιατί φοβάμαι να μην αντικαταστήσει τη δική μου διαδικασία σκέψης και δημιουργίας. Για παράδειγμα, όταν γράφω μια ιστορία, η αφετηρία της είναι συνήθως κάτι που έχω ζήσει, μια συνάντηση, ένα συναίσθημα, μια εμπειρία. Δεν μπορώ να ζητήσω από μια μηχανή να ζήσει για μένα αυτά που θα γίνουν αργότερα οι λέξεις μου. Κρατώ πάντα μια επιφύλαξη απέναντι στην ευκολία του.

Πιστεύεις ότι το AI θα αλλάξει τον τρόπο που μεγαλώνουν και εκπαιδεύονται τα παιδιά;

Τον αλλάζει ήδη. Και πιστεύω ότι πρέπει να συζητήσουμε όχι μόνο τι μπορούν να κάνουν τα παιδιά με το AI, αλλά κυρίως τι θέλουμε να εξακολουθούν να μπορούν να κάνουν χωρίς αυτό. Αν ένα παιδί μπορεί να πάρει αμέσως μια απάντηση, θα χρειαστεί να του μάθουμε ακόμα περισσότερο να διατυπώνει σωστές ερωτήσεις. Να αμφισβητεί μια πληροφορία, να ελέγχει την προέλευσή της, να καταλαβαίνει ότι κάτι που ακούγεται πειστικό δεν είναι απαραίτητα αληθινό. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η μάθηση δεν είναι μόνο η μετάδοση πληροφοριών. Είναι η σχέση, το βλέμμα, η συνεργασία, η διαφωνία, το λάθος, η προσπάθεια.

Παλαιότερα υπήρχε το παιδί που άργησε να μιλήσει, το ντροπαλό, το πιο μοναχικό, το παιδί που δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Σήμερα αξιολογούμε πολύ περισσότερες συμπεριφορές. Έχεις την αίσθηση ότι κάποιες φορές βιαζόμαστε να χαρακτηρίσουμε ένα παιδί;

Νομίζω ότι χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο διαφορετικά πράγματα. Το να αναγνωρίζουμε μια πραγματική δυσκολία και να προσφέρουμε έγκαιρα βοήθεια είναι πολύ σημαντικό. Δεν θα ήθελα να επιστρέψουμε σε εποχές όπου παιδιά που είχαν ανάγκη από υποστήριξη απλώς χαρακτηρίζονταν τεμπέλικα, ατίθασα ή αδύναμα. Από την άλλη, με προβληματίζει η ευκολία με την οποία χρησιμοποιούμε χαρακτηρισμούς στην καθημερινή μας γλώσσα. Ένα παιδί που δε μιλάει πολύ δεν είναι αυτομάτως αντικοινωνικό. Ένα παιδί που κινείται διαρκώς δεν μπορεί να οριστεί από μία μόνο συμπεριφορά. Χρειάζεται να εξετάζουμε το συνολικό αναπτυξιακό ιστορικό του, τις ανάγκες και τις δυσκολίες του, αλλά και τα δυνατά του σημεία. Αυτή είναι δουλειά των κατάλληλων ειδικών και όχι των πρόχειρων συμπερασμάτων που μπορεί να βγάζουμε παρατηρώντας ένα παιδί για λίγο.

Πού τελειώνει η έγκαιρη παρέμβαση και πού αρχίζει η υπερβολική παρέμβαση;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει μια απόλυτη γραμμή που μπορούμε να τραβήξουμε για όλα τα παιδιά. Η έγκαιρη παρέμβαση είναι πολύτιμη όταν ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες, βασίζεται σε τεκμηριωμένη αξιολόγηση και έχει συγκεκριμένους στόχους για την καθημερινότητα του παιδιού. Η ανησυχία μου ξεκινά όταν χάνουμε από το οπτικό μας πεδίο τον λόγο για τον οποίο παρεμβαίνουμε. Όταν ένα παιδί γεμίζει με τόσο πολλές υποχρεώσεις, ώστε να μην έχει χρόνο να παίξει, να ξεκουραστεί ή να υπάρξει χωρίς να προσπαθεί συνεχώς να βελτιώσει κάτι. Θα ήθελα να ρωτάμε συχνότερα: Τι χρειάζεται πραγματικά αυτό το παιδί; Πώς το βοηθά η συγκεκριμένη παρέμβαση; Τι λέει η οικογένεια; Πώς αξιολογούμε την πρόοδό του; Πώς μπορούμε να προσαρμόσουμε και το περιβάλλον του; Δεν είμαι ο ειδικός που θα αποφασίσει ποια θεραπεία χρειάζεται ένα παιδί. Ως εκπαιδευτικός, όμως, οφείλω να συνεργάζομαι με τους ειδικούς και την οικογένεια, ώστε να στηρίζω ουσιαστικά τη διαδικασία. Η παρέμβαση έχει νόημα όταν υπηρετεί τις ανάγκες του παιδιού, όχι όταν το παιδί καλείται να υπηρετήσει ένα πρόγραμμα.

Όταν ένα παιδί περνά από μια σύντομη αξιολόγηση και στη συνέχεια προτείνεται εργοθεραπεία, λογοθεραπεία ή κάποια άλλη υποστήριξη, θεωρείς ότι υπάρχει κίνδυνος να βλέπουμε περισσότερο την «απόκλιση» και λιγότερο το ίδιο το παιδί;

Αυτός ο κίνδυνος υπάρχει όταν αντιμετωπίζουμε την αξιολόγηση σαν μια διαδικασία καταγραφής ελλείψεων. Μια σύντομη αρχική αξιολόγηση μπορεί να είναι χρήσιμη για να εντοπίσει ενδείξεις και να οδηγήσει σε πιο ολοκληρωμένη διερεύνηση. Δεν πρέπει όμως να συγχέεται με μια πλήρη διάγνωση. Η ουσιαστική αξιολόγηση χρειάζεται ιστορικό, παρατήρηση, κατάλληλα εργαλεία και συνεργασία με την οικογένεια και τους επαγγελματίες που γνωρίζουν το παιδί. Η λογοθεραπεία, η εργοθεραπεία και κάθε κατάλληλη υποστήριξη μπορούν να προσφέρουν ουσιαστική βοήθεια. Δεν χρειάζεται να τις αντιμετωπίζουμε με καχυποψία. Χρειάζεται, όμως, να θυμόμαστε ότι ο στόχος δεν είναι να κατασκευάσουμε ένα διαφορετικό παιδί.

Μήπως, στην προσπάθειά μας να βοηθήσουμε τα παιδιά να ανταποκριθούν καλύτερα στις απαιτήσεις της εποχής, κάποιες φορές τα βάζουμε σε καλούπια;

Έχουμε δημιουργήσει μια καθημερινότητα στην οποία τα παιδιά πρέπει να προλαβαίνουν διαρκώς κάτι. Να μάθουν νωρίς, να αποκτήσουν δεξιότητες, να διακριθούν, να οργανώσουν τον χρόνο τους, να είναι δημιουργικά, συνεργάσιμα, κοινωνικά, αποδοτικά. Σαν να προετοιμάζουμε διαρκώς έναν μελλοντικό ενήλικα και να ξεχνάμε το παιδί που βρίσκεται μπροστά μας σήμερα. Δε λέω να μη βοηθάμε ένα παιδί να εξελιχθεί ή να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες του. Αλλά ας αναρωτηθούμε και πόσο πρόθυμοι είμαστε να αλλάξουμε εμείς το περιβάλλον μέσα στο οποίο του ζητάμε να ανταποκριθεί. Η διαφορετικότητα δεν μπορεί να είναι μια ωραία λέξη στις σχολικές γιορτές και μια ενόχληση μέσα στην πραγματική τάξη.

Τα τελευταία χρόνια βλέπουμε όλο και περισσότερους ψυχολόγους να βρίσκονται μέσα στα σχολεία. Πόσο σημαντική θεωρείς την παρουσία τους;

Τη θεωρώ ουσιαστική, αρκεί να μη λειτουργεί αποσπασματικά. Ο σχολικός ψυχολόγος δεν πρέπει να είναι ένας άνθρωπος στον οποίο στέλνουμε αποκλειστικά το παιδί που δυσκολεύεται ή εμφανίζει μια συμπεριφορά που δεν ξέρουμε πώς να διαχειριστούμε. Μπορεί να συμβάλει στη συνολική λειτουργία της σχολικής κοινότητας. Να υποστηρίξει παιδιά, οικογένειες και εκπαιδευτικούς, να βοηθήσει στην πρόληψη του εκφοβισμού, στην καλλιέργεια των σχέσεων και στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων. Δεν αρκεί να πούμε ότι ένα σχολείο διαθέτει ψυχολόγο αν αυτός καλείται να καλύψει τεράστιες ανάγκες μέσα σε ελάχιστες ώρες.

Θα έπρεπε κάποιες φορές η ψυχολογική υποστήριξη να αφορά περισσότερο τους γονείς παρά τα ίδια τα παιδιά;

Θα έλεγα ότι χρειάζεται να αφορά την οικογένεια ως σύνολο, ανάλογα με τις ανάγκες της. Ένα παιδί δεν μεγαλώνει μόνο του. Ζει μέσα σε σχέσεις, σε μια οικογένεια, σε ένα σχολείο, σε μια κοινωνία. Όλα αυτά επηρεάζουν την καθημερινότητά του. Πολλοί γονείς μεγαλώνουν παιδιά σε συνθήκες μεγάλης πίεσης, χωρίς αρκετό χρόνο και χωρίς το δίκτυο υποστήριξης που θα επιθυμούσαν. Πώς ζητάμε από έναν άνθρωπο να φροντίσει κάποιον άλλον, όταν δεν έχουμε φροντίσει να μπορεί να σταθεί κι ο ίδιος; Η υποστήριξη των γονέων, επομένως, δεν είναι κατηγορία προς αυτούς. Είναι επένδυση στη σχέση τους με τα παιδιά.

Στα social media βλέπουμε καθημερινά αποφθέγματα και συμβουλές για το πώς πρέπει να μιλάμε στα παιδιά. Μήπως κάποιες φορές, στην προσπάθειά μας να μην τα πληγώσουμε, ξεχνάμε ότι τα παιδιά έχουν ανάγκη και από όρια;

Βεβαίως. Και νομίζω ότι χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε πως η ενσυναίσθηση δεν είναι η απουσία ορίων. Το να κατανοώ το συναίσθημα ενός παιδιού δε σημαίνει ότι αποδέχομαι κάθε συμπεριφορά του. Μπορώ να αναγνωρίσω τον θυμό του και ταυτόχρονα να του εξηγήσω ότι δεν μπορεί να χτυπά έναν άλλο άνθρωπο. Μπορώ να ακούσω την απογοήτευσή του επειδή θέλει περισσότερο χρόνο στο τάμπλετ και να διατηρήσω το όριο που έχουμε συμφωνήσει. Τα παιδιά έχουν ανάγκη να γνωρίζουν ότι υπάρχουν ενήλικες που αναλαμβάνουν την ευθύνη της καθοδήγησής τους. Το πρόβλημα με τα όρια παλαιότερα ήταν πολλές φορές ότι επιβάλλονταν με αυταρχισμό, χωρίς εξήγηση, χωρίς χώρο για το συναίσθημα και την άποψη του παιδιού. Δεν χρειάζεται, όμως, να πάμε στο άλλο άκρο και να τα καταργήσουμε. Μπορούμε να είμαστε σταθεροί και τρυφεροί ταυτόχρονα. Το παιδί έχει δικαίωμα να θυμώσει με ένα όριο. Ο ενήλικας έχει την ευθύνη να το βοηθήσει να διαχειριστεί αυτόν τον θυμό, χωρίς απαραίτητα να αλλάξει την απόφασή του.

Υπάρχει περίπτωση κάποια μηνύματα της σύγχρονης γονεϊκότητας να παρερμηνεύονται και να οδηγούν τους γονείς στο να φοβούνται ακόμη και να πουν «όχι»;

Ναι, και θεωρώ ότι ένα μέρος του προβλήματος προκύπτει από τον τρόπο που καταναλώνουμε αυτές τις συμβουλές. Βλέπουμε μια ανάρτηση με πέντε φράσεις που πρέπει να αποφεύγουμε, άλλη μία με δέκα τρόπους να βάζουμε όρια και μια τρίτη που μας εξηγεί τι δεν πρέπει να κάνουμε ποτέ. Στο τέλος ένας γονιός μπορεί να αισθάνεται ότι κάθε του λέξη θα καθορίσει ολόκληρο το μέλλον του παιδιού του. Και αυτό είναι τρομερά αγχωτικό. Η γονεϊκότητα δεν μπορεί να χωρέσει σε μια τέλεια λίστα με σωστές και λανθασμένες φράσεις. Οι λέξεις έχουν σημασία, αλλά σημασία έχει και η σχέση μέσα στην οποία λέγονται, η συνέπεια, το πλαίσιο, η δυνατότητα να αναγνωρίσουμε ένα λάθος και να επανορθώσουμε. Το «όχι» δεν είναι μια κακή λέξη. Έχει σημασία πώς, γιατί και πότε το λέμε.

Έχεις γράψει αρκετά βιβλία. Αν τα βιβλία σου είναι κατά κάποιον τρόπο «παιδιά» σου, όπως έχεις πει, υπάρχει κάποιο που θα ξεχώριζες ως το πιο προσωπικό σου;

Είναι δύσκολη ερώτηση, γιατί κάθε βιβλίο μου συνδέεται με μια διαφορετική περίοδο, με έναν άνθρωπο ή με κάτι που είχα ανάγκη να μοιραστώ. Αν όμως έπρεπε να διαλέξω ένα, θα επέστρεφα στην «Αγκαλιά που ψήλωνε». Ήταν το πρώτο μου παιδικό βιβλίο και βασίστηκε στην αληθινή ιστορία μιας μαθήτριάς μου. Ένα κορίτσι που με έκανε να δω διαφορετικά την έννοια της αποδοχής, αλλά και το πόσο μπορεί να αλλάξει η ζωή ενός ανθρώπου όταν οι γύρω του τον βλέπουν πραγματικά. Θυμάμαι πως, όταν ξεκίνησα να γράφω την ιστορία της, δεν ήθελα να κατασκευάσω ένα παραμύθι με ένα ωραίο δίδαγμα στο τέλος. Ήθελα να μεταφέρω κάτι που είχα ζήσει και που με είχε αλλάξει. Και είναι ιδιαίτερο να σκέφτομαι ότι μια αληθινή ιστορία μιας σχολικής τάξης ταξιδεύει πια σε σπίτια ανθρώπων που δεν έχω γνωρίσει ποτέ.

Τι σε κάνει πραγματικά ευτυχισμένο όταν κλείνει η πόρτα του σχολείου;

Τα απλά πράγματα. Να περάσω χρόνο με ανθρώπους που αγαπώ, να κάνουμε μια κουβέντα χωρίς να βιαζόμαστε, να γελάσουμε με κάτι ανόητο. Να διαβάσω, να βρεθώ σε μια παράσταση, να ανακαλύψω μια ιστορία που θα με συγκινήσει. Και, βέβαια, να μπορώ να μείνω και λίγο μόνος μου, χωρίς να χρειάζεται να είμαι διαρκώς διαθέσιμος ή παραγωγικός. Δεν ξέρω αν η ευτυχία είναι κάτι τόσο μεγάλο όσο συχνά την παρουσιάζουμε. Για μένα μπορεί να είναι μια μέρα που τελειώνει και σκέφτομαι ότι πέρασα όμορφα, χωρίς να έχει συμβεί κάτι σπουδαίο.

Ποιο είναι το δικό σου guilty pleasure;

Νομίζω ότι θα διάλεγα τον κόσμο του Τσάρλι Μπράουν και του Σνούπι. Μπορώ να επιστρέφω σε αυτόν και να ανακαλύπτω πράγματα που δε μοιάζουν καθόλου παιδικά, παρότι παρουσιάζονται μέσα από την παιδική ματιά. Βέβαια, δεν αισθάνομαι ακριβώς ενοχές γι’ αυτό. Μάλλον το αντίθετο!

Πότε ήταν η τελευταία φορά που είπες «δεν ξέρω» και το εννοούσες πραγματικά;

Δε θυμάμαι την τελευταία φορά με ημερομηνία, αλλά ελπίζω να μη χρειάζεται να ψάξω πολύ πίσω. Το «δεν ξέρω» είναι μια φράση που προσπαθώ να υπερασπίζομαι, ειδικά μέσα στην εκπαίδευση. Νομίζω ότι έχουμε μεγαλώσει με την ιδέα πως ο ενήλικας, ο γονιός ή ο δάσκαλος πρέπει να έχει απάντηση για όλα. Πόσο όμορφο είναι να πεις σε ένα παιδί «δεν το γνωρίζω, θέλεις να το ψάξουμε μαζί;». Να του δείξεις ότι η άγνοια δεν είναι ντροπή και ότι η αναζήτηση είναι μια διαδικασία που δε σταματά όταν τελειώνεις το σχολείο. Αν με φοβίζει κάτι, δεν είναι να μη γνωρίζω την απάντηση. Είναι να φτάσω κάποια στιγμή να πιστεύω ότι τις γνωρίζω όλες.

Αν αφήσουμε για λίγο στην άκρη τον δάσκαλο, τον συγγραφέα και τον Schoolmarius, τι θα ήθελες να γνωρίζουμε για τον Μάριο που δεν φαίνεται εύκολα;

Ότι δεν είμαι πάντα ο άνθρωπος που έχει μια όμορφη φράση για να κλείσει μια δύσκολη συζήτηση. Υπάρχουν στιγμές που δεν ξέρω τι να πω, που απογοητεύομαι, που φοβάμαι, που χρειάζομαι κι εγώ κάποιον να με ακούσει. Και νομίζω ότι όσο περισσότερο εκτίθεσαι δημόσια, τόσο πιο εύκολα οι άλλοι δημιουργούν μια εικόνα σου που δεν χωράει όλες αυτές τις πλευρές. Κάποιες φορές θέλω απλώς να είμαι ο Μάριος που δε θα χρειάζεται να αποδείξει τίποτα.

Ο Μάριος Μάζαρης με λίγα λόγια

Ο Μάριος Μάζαρης είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας και δημιουργός του Schoolmarius. Έχει γράψει βιβλία για παιδιά και γονείς, ανάμεσά τους την «Αγκαλιά που ψήλωνε» και το «Πάμε κόντρα στις οθόνες;».

Τα βιβλία του κυκλοφορούν και είναι διαθέσιμα στα βιβλιοπωλεία.

Για περισσότερα μπορείτε να τον ακολουθήσετε στο Instagram: @schoolmarius.