Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς: Ο διανοούμενος που ήξερε ότι «το άτι της Ιστορίας πηγαίνει εκεί που θέλει εκείνο»

Από τη δίκη του Νίκου Μπελογιάννη έως τη φιλία με τον Νίκο Πουλαντζά, τον Κώστα Σημίτη, τον ΣΥΡΙΖΑ και την Ακαδημία Αθηνών, ο κορυφαίος κοινωνιολόγος Κωνσταντίνος Τσουκαλάς υπήρξε ένας ακούραστος ανατόμος της ελληνικής κοινωνίας, των ανισοτήτων και των μεγάλων διαψεύσεων της Ιστορίας.

Ήταν ακόμη παιδί όταν βρέθηκε στο έκτακτο στρατοδικείο όπου δικαζόταν ο Νίκος Μπελογιάννης. Ο πατέρας του, ο δικηγόρος Άγγελος Τσουκαλάς, συμμετείχε στην υπεράσπιση. Παρακολουθούσε έκπληκτος. Κάποια στιγμή στράφηκε στον πατέρα του με αγωνία και ρώτησε ποια θα ήταν η τύχη του Μπελογιάννη. «Θα τον εκτελέσουν εξαιτίας των ιδεών του», ήταν η απάντηση που κατά πολύ επηρέασε τον τρόπο σκέψης και τη δράση του στην ενήλικη ζωή του.

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς έλεγε ότι κατά κάποιον τρόπο αριστερό τον έκανε ο Μπελογιάννης. Ήταν η πρώτη από τις μεγάλες αντιφάσεις πάνω στις οποίες θα οικοδομούσε τη ζωή και τη σκέψη του: γόνος μιας εύπορης αστικής οικογένειας νομικών, αλλά στρατευμένος στην Αριστερά· θεωρητικός της εξουσίας που δεν έπαψε να συνομιλεί μαζί της· διανοούμενος της αμφιβολίας που εξακολουθούσε να πιστέυει, παρά τις αλλεπάλληλες διαψεύσεις, ότι οι κοινωνίες μπορούν να αλλάξουν.

Ο σπουδαίος κοινωνιολόγος, πανεπιστημιακός και διανοούμενος πέθανε την Τρίτη 18 Αυγούστου 2026, σε ηλικία 89 ετών, κλείνοντας μια μεγάλη διαδρομή που διασταυρώθηκε με σχεδόν όλες τις πνευματικές και πολιτικές περιπέτειες της μεταπολεμικής Ελλάδας και της Μεταπολίτευσης.

Δεν υπήρξε απλώς ένας πανεπιστημιακός με διεθνή αναγνώριση ούτε μόνο ένας πολυγραφότατος κοινωνικός επιστήμονας. Υπήρξε ένας από τους ανθρώπους που έδωσαν στην ελληνική κοινωνία τα εννοιολογικά εργαλεία για να εξετάσει τον εαυτό της: να καταλάβει τον ρόλο του κράτους, τη λειτουργία της εκπαίδευσης, την αναπαραγωγή των κοινωνικών ανισοτήτων, την πελατειακή συγκρότηση της εξουσίας, τις ιδιομορφίες της ελληνικής αστικής τάξης και τη διαρκή ένταση ανάμεσα στον εκσυγχρονισμό και στις δομές που αντιστέκονται σε αυτόν.

Παιδί της Κατοχής στην οδό Σπευσίππου

Γεννήθηκε στις 5 Αυγούστου 1937 στην Αθήνα. Το πρώτο του σπίτι βρισκόταν στην οδό Σπευσίππου, στο Κολωνάκι. Ο πατέρας, ο παππούς και ο προπάππος του ήταν νομικοί. Ο ίδιος μεγάλωσε προστατευμένος, όπως παραδεχόταν χωρίς εξωραϊσμούς, μέσα σε μια οικογένεια αστικής προέλευσης.

Μεγάλωσε στην Κατοχή και θυμόταν τον φόβο και τη σιωπή στους δρόμους, τους Γερμανούς να παρελαύνουν στη Βασιλίσσης Σοφίας, τους βομβαρδισμούς που άκουγε από το υπόγειο καταφύγιο του παππού του. Θυμόταν επίσης τη μητέρα του να περπατά μεγάλες αποστάσεις για να εξασφαλίσει τρόφιμα και τους γονείς του να χωρίζουν λίγες ημέρες πριν ξεσπάσει ο πόλεμος.

Η οικογενειακή ιστορία περιείχε τις αντιφάσεις ενός ολόκληρου αιώνα. Ο πατέρας του Άγγελος Τσουκαλάς, διακεκριμένος δικηγόρος και δήμαρχος Αθηναίων από το 1959 έως το 1964, και αφού υπερασπίστηκε τον Μπελογιάννη έγινε υπουργός Δικαιοσύνης της δικτατορίας. Ο γιος του ακολούθησε την αντίθετη διαδρομή: εντάχθηκε στη Δημοκρατική Άμυνα, συγκρούστηκε με τη χούντα και έφυγε από την Ελλάδα.

Σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία αποφοίτησε το 1958. Συνέχισε τις σπουδές του στη Χαϊδελβέργη, στο Μόναχο, στο Παρίσι και στο Yale, κινούμενος σταδιακά από τη Νομική προς τη Φιλοσοφία του Δικαίου και την Κοινωνιολογία. Άσκησε δικηγορία στην Αθήνα, αλλά το επάγγελμα δεν τον εξέφραζε. Θα έλεγε αργότερα με την προκλητική ειρωνεία που χαρακτήριζε συχνά τον λόγο του ότι από τη δικηγορία τον «έσωσε η χούντα»: η δικτατορία τού έδωσε την ηθική και πνευματική ώθηση να εγκαταλείψει μια διαδρομή που ούτως ή άλλως αισθανόταν ξένη και να φύγει στο εξωτερικό.

Το Παρίσι, ο Μάης του ’68 και ο Νίκος Πουλαντζάς

Στο Παρίσι βρέθηκε στο κέντρο της μεγαλύτερης πνευματικής και πολιτικής έκρηξης της μεταπολεμικής Ευρώπης. Ήρθε σε επαφή με τον Λουί Αλτουσέρ, τον Πιερ Μπουρντιέ και τα ρεύματα σκέψης που ανανέωναν τον μαρξισμό, την κοινωνιολογία και την πολιτική θεωρία. Το 1968 ήταν στους δρόμους μαζί με τους εξεγερμένους φοιτητές.

Εκεί γνώρισε τον ιστορικό Νίκο Σβορώνο, τον οποίο θεωρούσε πνευματικό του πατέρα και ο οποίος ανέλαβε τη διδακτορική του διατριβή. Το 1971 ανακηρύχθηκε διδάκτορας Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο Paris I – Panthéon-Sorbonne.

Δίπλα του σε αυτή τη διαδρομή βρισκόταν ο Νίκος Πουλαντζάς. Οι δυο τους δεν συνδέονταν μόνο από τις ιδέες, την πολιτική ή την πανεπιστημιακή ζωή. Τους ένωνε μια αδελφική σχέση, χτισμένη από τα νεανικά τους χρόνια και σφυρηλατημένη μέσα στην περιπέτεια της εξορίας, της Αριστεράς, της θεωρίας και της προσωπικής αμφιβολίας. Ο Τσουκαλάς τον αποκαλούσε alter ego και αδελφό του.

Το τέλος αυτής της σχέσης υπήρξε το βαθύτερο τραύμα της ζωής του. Τον Οκτώβριο του 1979 ο Πουλαντζάς αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του διαμερίσματος του Τσουκαλά στο Παρίσι. Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς ήταν εκεί. Για χρόνια δεν μπορούσε να μιλήσει για όσα είχαν συμβεί. Όταν τελικά το έκανε, περιέγραψε το γεγονός χωρίς ρητορικές υπεκφυγές: «Κόντεψα να τρελαθώ».

Το μεγαλύτερο πλήγμα της ζωής του

Για τη σχέση τους είχε μιλήσει εκτενώς στην εκπομπή «Μονόγραμμα». Τα πρώτα ταξίδια τα έκανα με τον επιστήθιο φίλο μου τον Νίκο Πουλαντζά. Τρέχαμε στα μουσεία, σε ό,τι μπορείτε να φανταστείτε, και μέσα από αυτή τη μαθητεία, η οποία ήταν ταυτόχρονη μαθητεία θεωρητική, λογοτεχνική και επίσης μαθητεία εμπειριών, έτσι σιγά σιγά μεγάλωσα και εγώ, μεγάλωσε και ο Νίκος, με τον οποίο είχαμε κοινές μαθητείες και ως προνομιούχα παιδιά, μιας μέσης αστικής τάξης, που πολύ γρήγορα αρχίσαμε να θέτουμε ερωτήματα τα οποία δεν έθεταν ούτε οι γονείς μας ούτε και οι περισσότεροι συνομήλικοί μας. Ο Πουλαντζάς δεν ήταν απλώς φίλος μου, ήταν αδερφός μου, δεν είχα αδέρφια εγώ. Hταν αδερφός μου και γι’ αυτό ακριβώς, το πλήγμα το οποίο υπέστην όταν ο Πουλαντζάς αυτοκτόνησε υπήρξε για μένα το μεγαλύτερο ίσως πλήγμα που υπέστην ποτέ στη ζωή μου».

Η απώλεια του Πουλαντζά δεν ήταν μόνο προσωπική. Σήμανε και το βίαιο τέλος μιας εποχής κατά την οποία η θεωρία και η πολιτική πίστευαν ακόμη ότι μπορούσαν να βαδίσουν μαζί, ότι η Ιστορία είχε κατεύθυνση και ότι ο κόσμος μπορούσε να μετασχηματιστεί μέσα από μια επεξεργασμένη συλλογική βούληση. Ο Τσουκαλάς δεν εγκατέλειψε την ελπίδα της αλλαγής, αλλά έκτοτε αντιμετώπιζε με βαθύτερη καχυποψία κάθε νομοτέλεια.

Ο διανοούμενος και η ελληνική τραγωδία

Το πρώτο βιβλίο που τον έκανε διεθνώς γνωστό ήταν η «Ελληνική τραγωδία: Από την απελευθέρωση ως τους συνταγματάρχες», το οποίο γράφτηκε αρχικά στα αγγλικά και εκδόθηκε το 1969. Ήταν μια απόπειρα να ερμηνευθεί η ελληνική πολιτική και κοινωνική ιστορία από τη συγκρότηση του ανεξάρτητου κράτους έως τη δικτατορία, πέρα από τις εθνικές αυταρέσκειες και τις εύκολες βεβαιότητες.

Το έργο που σφράγισε, ωστόσο, τη συνεισφορά του στις κοινωνικές επιστήμες ήταν η «Εξάρτηση και αναπαραγωγή: Ο κοινωνικός ρόλος των εκπαιδευτικών μηχανισμών στην Ελλάδα (1830-1922)». Σε αυτό μελέτησε την εκπαίδευση ως πεδίο όπου παράγονται προσδοκίες, συγκροτούνται κοινωνικές ταυτότητες και αναπαράγονται ιεραρχίες.

Η βασική του ερώτηση προηγούνταν των τεχνικών συζητήσεων για σχολεία, πανεπιστήμια και προγράμματα σπουδών: πριν αποφασίσουμε τι εκπαίδευση θέλουμε, πρέπει να απαντήσουμε τι κοινωνία θέλουμε. Αυτή η μετατόπιση του βλέμματος, από τον θεσμό προς τη δομή που τον παράγει και τα συμφέροντα που υπηρετεί, καθόρισε γενιές κοινωνικών επιστημόνων.

Ακολούθησαν έργα όπως τα «Κράτος, κοινωνία, εργασία στη μεταπολεμική Ελλάδα», «Είδωλα πολιτισμού», «Ταξίδι στο λόγο και την ιστορία», «Περιπέτειες σημασιών», «Πόλεμος και ειρήνη μετά το τέλος της ιστορίας», «Η εξουσία ως λαός και ως έθνος», «Μορφές συνέχειας και ασυνέχειας», «Η γυμνή βασίλισσα: Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου» και «Η επινόηση της ετερότητας».

Στο έργο του ο μαρξισμός υπήρξε αφετηρία, όχι κλειστό σύστημα. Συνομίλησε με τον Αλτουσέρ, τον Μπουρντιέ και τον Φουκώ, αλλά αρνήθηκε να υποταχθεί σε μία θεωρητική ορθοδοξία. Ο λόγος του ήταν πυκνός, σύνθετος, συχνά πληθωρικός, με μεγάλες προτάσεις που επιχειρούσαν να συλλάβουν ταυτόχρονα πολλές όψεις της πραγματικότητας. Επέμενε να αναζητά τις αντιφάσεις κάτω από τις λέξεις, τις βεβαιότητες και τους θεσμούς.

Η επιστροφή στο «μεγάλο πείραμα» της Μεταπολίτευσης

Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Paris VIII – Vincennes, ένα από τα πιο ζωντανά εργαστήρια της μετα-1968 γαλλικής σκέψης, και στη Νομική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Υπήρξε επισκέπτης καθηγητής στο Columbia, στο Princeton, στο NYU, στο Πανεπιστήμιο της Πόλης της Νέας Υόρκης, στο Paris I και στο Ιztapalapa του Μεξικού.

Θα μπορούσε να είχε παραμείνει στη Γαλλία. Επέστρεψε, όμως, στην Ελλάδα επειδή, όπως έλεγε, ήθελε να συμμετάσχει στο «μεγάλο πείραμα της Μεταπολίτευσης». Από το 1985 έως την αφυπηρέτησή του, το 2004, δίδαξε Κοινωνιολογία στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών. Και μετά την αφυπηρέτησή του συνέχισε να διδάσκει σε μεταπτυχιακό επίπεδο.

Για τον Κωνσταντίνο Τσουκαλά η διδασκαλία ήταν μια διαδικασία συνδημιουργίας, η ζωντανή επερώτηση των κατεστημένων ιδεών. Παρά τις δυσλειτουργίες των πανεπιστημίων, θεωρούσε ότι καμία άλλη δραστηριότητα δεν μπορούσε να συγκριθεί με αυτή τη χαρά.

Από το ΚΚΕ Εσωτερικού και τον Σημίτη στον ΣΥΡΙΖΑ

Η σχέση του με την πολιτική ήταν σταθερή αλλά όχι γραμμική. Στα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης κινήθηκε στον χώρο του ΚΚΕ Εσωτερικού και της ανανεωτικής Αριστεράς. Υπήρξε μέλος της Δημοκρατικής Άμυνας και συνδέθηκε από πολύ νωρίς με τον Κώστα Σημίτη.

Η γνωριμία τους είχε ξεκινήσει από τα μαθητικά χρόνια, στην πλατεία Δεξαμενής, όπου τους έφερε κοντά ο Νίκος Πουλαντζάς (ήταν συμμαθητής του Σημίτη στο Πειραματικό) για να παίξουν ποδόσφαιρο. Αργότερα συμμετείχαν στον Όμιλο Αλέξανδρος Παπαναστασίου, τύπωναν αυτοσχέδιες προκηρύξεις, εντάχθηκαν στη Δημοκρατική Άμυνα και εγκατέλειψαν την Ελλάδα κυνηγημένοι από τη δικτατορία.

Ο Τσουκαλάς βρέθηκε στον ευρύτερο κύκλο του εκσυγχρονισμού και διατήρησε μέχρι τέλους μια βαθιά προσωπική σχέση με τον Σημίτη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκατέλειψε την αριστερή του ταυτότητα ή την κριτική του στάση. Στον επικήδειο που εκφώνησε για τον πρώην πρωθυπουργό, τον Ιανουάριο του 2025, αποχαιρέτησε όχι μόνο έναν πολιτικό αλλά έναν παιδικό φίλο, συνοδοιπόρο και μάρτυρα μιας ολόκληρης εποχής.

Περιέγραψε μάλιστα ένα περιστατικό: Ο Κώστας Σημίτης βρισκόταν στην Αίγινα και η παρέα αναζητούσε ένα καΐκι για να κάνει τον γύρο της μονής. «Ο βαρκάρης ήταν μεθυσμένος και κορόιδευε. Όταν ο Σημίτης ήρθε στη βάρκα, ο βαρκάρης γέλαγε. Θυμάμαι ότι εσύ μπροστά στην πλώρη ήσουν πολύ ευτυχής. Έβρεξες τα γυμνά σου πόδια στο νερό και εξέπεμπες μια γαλήνια χαρά απολαμβάνοντας την πρόσκαιρη ανωνυμία σου», είπε ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς -μια εικόνα του φίλου που συνειδητά επέλεξε να κρατήσει ως το τέλος.

Τον Ιανουάριο του 2015 αποδέχθηκε την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα να τεθεί επικεφαλής του ψηφοδελτίου Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ και εξελέγη βουλευτής. Δεν έμεινε για πολύ στην ενεργό πολιτική. Η μικροπολιτική, έλεγε, ήταν ξένη προς τον ίδιο και δεν θέλησε ποτέ να λειτουργήσει ως επαγγελματίας πολιτικός.

Δεν μετάνιωσε για τη συμμετοχή του, αλλά στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν εμφανώς απογοητευμένος από την αδυναμία της Αριστεράς να διατυπώσει ένα πειστικό πολιτικό σχέδιο. Η απαισιοδοξία του αφορούσε την απώλεια της ικανότητας να φανταστούμε ένα διαφορετικό μέλλον.

Η καθυστερημένη είσοδος στην Ακαδημία Αθηνών

Τον Μάρτιο του 2025 εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην έδρα «Κοινωνιολογία – Κοινωνική Θεωρία» της Τάξης των Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών, με 25 ψήφους υπέρ, εννέα λευκά και μία κατά. Η εκλογή του ήρθε δύο χρόνια μετά την απόρριψη προηγούμενης υποψηφιότητάς του, η οποία είχε προκαλέσει αντιδράσεις στον πανεπιστημιακό και πνευματικό κόσμο.

Η είσοδός του στην Ακαδημία, σε ηλικία 87 ετών, είχε τον χαρακτήρα καθυστερημένης θεσμικής αναγνώρισης ενός έργου που είχε προ πολλού κριθεί στα πανεπιστήμια, στα βιβλία και στη δημόσια ζωή. Στην ομιλία υποδοχής του επέλεξε να μιλήσει για την «ανάπτυξη», αυτή τη θορυβώδη και φαινομενικά αυτονόητη λέξη που κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο χωρίς να εξετάζεται ποιον αφορά, ποιος ωφελείται και με ποιο κοινωνικό κόστος επιτυγχάνεται.

Ακόμη και στην ύψιστη στιγμή της θεσμικής του δικαίωσης έκανε αυτό που γνώριζε καλύτερα: αμφισβήτησε τις λέξεις με τις οποίες η εξουσία περιγράφει τον κόσμο.

«Το άτι της Ιστορίας πηγαίνει εκεί που θέλει εκείνο»

Ο Τσουκαλάς δεν πίστευε ότι η Ιστορία υπακούει στους ανθρώπους που νομίζουν πως την καθοδηγούν. Σε συζήτησή του με την Καθηγήτρια Ψυχολογίας και συζυγό του Φωτεινή Τσαλίκογλου, θύμισε την εικόνα του Τρότσκι, ο οποίος πίστευε ότι μπορούσε να καβαλήσει το άτι της Ιστορίας, για να καταλήξει πως «το άτι πηγαίνει εκεί που θέλει εκείνο».

Γι’ αυτό και η σκέψη του δεν κατέληξε ποτέ στην ήρεμη βεβαιότητα. Η Ιστορία ήταν για εκείνον ένα πεδίο συμπτώσεων, συγκρούσεων, ασυνεχειών και απρόβλεπτων εκβάσεων. Η ανθρώπινη βούληση είχε σημασία, αλλά δεν αρκούσε. Ο κόσμος μπορούσε να αλλάξει, χωρίς η αλλαγή να εγγυάται ότι θα είναι προς το καλύτερο.

Στα τελευταία χρόνια ανησυχούσε για την αδυναμία της ανθρωπότητας να συλλάβει τον εαυτό της ως συλλογικό υποκείμενο. Έβλεπε πολέμους, οικολογική καταστροφή, διεύρυνση των ανισοτήτων, κρίση της δημοκρατίας και έναν δημόσιο λόγο που κατέφευγε σε όλο και πιο κενές λέξεις. Η υπερπληροφόρηση, υποστήριζε, δεν παρήγε περισσότερη γνώση. Παρήγε έναν αδιάκοπο βόμβο που αφαιρούσε από τον άνθρωπο τον χρόνο και την ικανότητα να σκέφτεται σε βάθος.

Να δυσπιστείς απέναντι στις βεβαιότητες

Παρέμενε, ωστόσο, ένας άνθρωπος δεμένος με τις καθημερινές απολαύσεις. Αγαπούσε την Αθήνα, παρά τον θόρυβο, το κυκλοφοριακό και τα κακά πεζοδρόμιά της. Του αρκούσε να βλέπει την Ακρόπολη από το παράθυρό του το πρωί ή στο δειλινό για να ξεχνά όσα τον ενοχλούσαν. Το καφενείο της Δεξαμενής είχε γίνει το δεύτερο γραφείο του. Αγαπούσε τη Βενετία, την Κωνσταντινούπολη, τη Νέα Υόρκη και το Κάιρο, τις πόλεις των αντιθέσεων, τα ταξίδια, τη μουσική και τον βυθό της θάλασσας.

Έκανε τρεις γάμους και απέκτησε δύο παιδιά από τον δεύτερο. Τα τελευταία τριάντα χρόνια της ζωής του τα μοιράστηκε με τη συγγραφέα και καθηγήτρια Ψυχολογίας Φωτεινή Τσαλίκογλου, την οποία αποκαλούσε «πολύτιμο και αναντικατάστατο συνοδοιπόρο».

Δεν έκρυβε ότι τον τρόμαζε το βιολογικό τέλος. Θυμόταν, όμως, τη φράση της μητέρας του: δεν φοβόταν τον θάνατο, αλλά το θνήσκειν. Και όπως έλεγε στη LifO, επαναλάμβανε στη Φωτεινή Τσαλίκογλου το ρητό με το οποίο προσπάθησε να πορευτεί: «Μην ενθουσιάζεσαι, μην απελπίζεσαι».

Ο Κωνσταντίνος Τσουκαλάς πέθανε έχοντας δει πολλά από τα μεγάλα σχέδια της γενιάς του να διαψεύδονται: τον σοσιαλισμό να καταρρέει, την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη να εκφυλίζεται, τον εκσυγχρονισμό να μένει ανολοκλήρωτος, την Αριστερά να χάνει τη δύναμη να εμπνέει ένα συλλογικό όνειρο. Δεν έγινε, όμως, κυνικός. Διατήρησε έως το τέλος τη βαθιά πεποίθηση ότι ο ρόλος του διανοουμένου δεν είναι να προσφέρει παρηγορητικές απαντήσεις, αλλά να δυσκολεύει τις ερωτήσεις.

Άφησε πίσω του ένα έργο που υποχρεώνει την Ελλάδα να κοιτάξει κατάματα τις αντιφάσεις της. Και μαζί με το έργο, μια στάση: να αμφισβητείς τις αυτονόητες λέξεις, να δυσπιστείς απέναντι στις βεβαιότητες της εξουσίας και να συνεχίζεις να πιστεύεις στη δυνατότητα της αλλαγής, γνωρίζοντας ότι η Ιστορία δεν υπακούει ποτέ απολύτως σε εκείνους που νομίζουν πως κρατούν τα ηνία της.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο