Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Καμπανάκι Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ για την Αθήνα: «Αν οι αξίες γης εκτοξευθούν, όλοι θα φύγουν» -Προειδοποιεί και για τον υπερτουρισμό

Η Αθήνα εξακολουθεί να είναι μια «πραγματική πόλη όπου οι άνθρωποι ζουν». Ο Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ, που σχεδιάζει τη νέα εποχή του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, προειδοποιεί για τις αξίες γης που εκτοξεύονται και έναν τουρισμό που γίνεται κυρίαρχος

Η Αθήνα εξακολουθεί να έχει κάτι που πολλές ευρωπαϊκές μητροπόλεις έχουν αρχίσει να χάνουν: παραμένει μια πραγματική πόλη, μια πόλη όπου οι άνθρωποι κατοικούν, δουλεύουν, συναντιούνται, μεγαλώνουν τα παιδιά τους. Για πόσο ακόμη όμως, όταν οι αξίες της γης ανεβαίνουν και ο τουρισμός διεκδικεί όλο και μεγαλύτερο μέρος της;

Το ερώτημα τέθηκε από τον σερ Ντέιβιντ Τσίπερφιλντ στη Στοά του Αττάλου, στη συζήτησή του με τη Farah Nayeri στο Athens Democracy Forum, και είχε ιδιαίτερο βάρος καθώς προερχόταν από τον αρχιτέκτονα που σχεδιάζει τη μεγάλη επέκταση και αναμόρφωση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

Πριν από λίγο καιρό, στη συνέντευξή του στο Blue Magazine της Aegean Airlines, έθετε ήδη ένα ερώτημα που επιστρέφει τώρα με μεγαλύτερη ένταση: «Για ποιον χτίζεται πραγματικά η πόλη και ποιος έχει θέση σε αυτήν; Όταν η οικονομική ανάπτυξη γίνεται η βασική προτεραιότητα, η κατοικία, ο δημόσιος χώρος, οι κοινωνικές υποδομές, η βιοποικιλότητα και η ίδια η κοινότητα κινδυνεύουν να περάσουν σε δεύτερη μοίρα».

Τώρα, στη Στοά του Αττάλου, ο βραβευμένος με Pritzker αρχιτέκτονας μίλησε για τον κίνδυνο να χαθεί ακριβώς αυτή η ποιότητα. «Νομίζω ότι η Αθήνα είναι μια πολύ ιδιαίτερη πόλη, με την έννοια ότι εξακολουθεί να έχει έναν πολύ ισχυρό χαρακτήρα κατοίκησης. Πώς διατηρείς αυτή την ποιότητα, μια πραγματική πόλη όπου οι άνθρωποι ζουν; Δεν μπορείς να τη διατηρήσεις αν οι αξίες της γης ανέβουν τόσο πολύ ώστε όλοι να αναγκαστούν να φύγουν. Δεν μπορείς να τη διατηρήσεις αν ο τουρισμός γίνει τόσο κυρίαρχος ώστε να την αντικαταστήσει. Αυτά είναι τα ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπίσουμε και, αν δεν τα αντιμετωπίσουμε, εγκαταλείπουμε τις ευθύνες μας».

Φωτοαπεικόνιση από την επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου που σχεδιάζει ο Τσίπερφιλντ / Copyright: Filippo Bolognese Images

Φωτοαπεικόνιση από την επέκταση του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου που σχεδιάζει ο Τσίπερφιλντ / Copyright: Filippo Bolognese Images

Η Στοά του Αττάλου και το Βερολίνο

Η ίδια η Στοά του Αττάλου αποδείχθηκε ιδανικός τόπος για αυτή τη συζήτηση. Χτισμένη τον 2ο αιώνα π.Χ. ως χώρος εμπορίου και ανταλλαγής, καταστράφηκε τον 3ο αιώνα μ.Χ. και η σημερινή μορφή της προέκυψε από την ανακατασκευή της τη δεκαετία του 1950, με βάση τις αρχαιολογικές ανασκαφές και τα σωζόμενα τμήματα του αρχικού μνημείου.

Ο ίδιος ο Τσίπερφιλντ, όταν κλήθηκε να αντιμετωπίσει ένα άλλο κατεστραμμένο ιστορικό κτίριο, το Neues Museum στο Βερολίνο, ακολούθησε διαφορετικό δρόμο. Το μουσείο είχε υποστεί τεράστιες καταστροφές από τους βομβαρδισμούς του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Διατήρησε όσα είχαν σωθεί, συμπλήρωσε τα τμήματα που έλειπαν με σύγχρονα υλικά και άφησε ορατές τις πληγές του πολέμου, από θραύσματα τοιχογραφιών μέχρι τα σημάδια από τις σφαίρες.

Η επιλογή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στο Βερολίνο και τον έφερε αντιμέτωπο με ένα ερώτημα που ξεπερνούσε κατά πολύ την αποκατάσταση ενός μουσείου: ποιος είναι τελικά ο «πελάτης» του αρχιτέκτονα όταν ένα κτίριο ανήκει στη συλλογική μνήμη μιας κοινωνίας;

«Οι αρχιτέκτονες δεν είμαστε ελεύθεροι δημιουργοί»

«Οι αρχιτέκτονες έχουν μια πολύ προβληματική σχέση με την εξουσία και, θα έλεγα, με την αλήθεια. Πρώτα απ’ όλα, έχουμε μια δύσκολη και άβολη σχέση με την εξουσία. Δεν είμαστε ελεύθεροι δημιουργοί. Δεν είμαστε καλλιτέχνες. Δεν μπορούμε απλώς να αποφασίσουμε ότι θα χτίσουμε κάτι. Χτίζουμε για άλλους ανθρώπους, κατόπιν ανάθεσης από έναν πελάτη», είπε ο Τσίπερφιλντ.

«Σε ένα απλό real-estate project είναι εύκολο να καταλάβεις ποιος είναι ο πελάτης: είναι ο επενδυτής, ο developer. Ως αρχιτέκτονες θέλουμε να πιστεύουμε ότι έχουμε μεγαλύτερη ευθύνη από εκείνη απέναντι στον άνθρωπο που πληρώνει τους λογαριασμούς μας, απέναντι στους ανθρώπους που θα δουλέψουν εκεί ή απέναντι στη συμβολή που μπορεί να έχει το κτίριο στην πόλη. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εμπορικές πιέσεις πάνω στο έργο είναι αυτές που τελικά το καθορίζουν περισσότερο. Και θα έλεγα ότι αυτοί οι παράγοντες καθορίζουν το 80 ή 90% του δομημένου περιβάλλοντός μας».

Μέσα στο Νeus Museum / Copyright: SMB / David Chipperfield Architects, photo Ute Zscharnt

Μέσα στο Νeus Museum / Copyright: SMB / David Chipperfield Architects, photo Ute Zscharnt

Σε ένα μουσείο, συνέχισε, τα πράγματα γίνονται πιο περίπλοκα. Πελάτης είναι ασφαλώς το μουσείο και η διοίκησή του, αλλά είναι επίσης ο επισκέπτης, τα αντικείμενα που στεγάζει και, με έναν λιγότερο σαφή τρόπο, η ίδια η κουλτούρα του θεσμού. «Τότε τα πράγματα γίνονται ενδιαφέροντα, γιατί το να είναι ο πελάτης μόνο ο επενδυτής είναι πολύ λιγότερο ενδιαφέρον από το να υπάρχουν και άλλες φωνές, τις οποίες ως αρχιτέκτονας πρέπει να εκπροσωπήσεις».

Κάπου εκεί έφερε στη συζήτηση τη λέξη που θα επανερχόταν: εμπιστοσύνη. «Δεν υπάρχει μία αλήθεια. Υπάρχουν συγκεκριμένες αποφάσεις που πρέπει να πάρεις και, επομένως, πρέπει να σε εμπιστεύονται. Και για να υπάρξει εμπιστοσύνη χρειάζεται σχέση, χρειάζεται σχέση με όλους τους πελάτες σου. Στην περίπτωση του Βερολίνου, η εμπιστοσύνη που έπρεπε να δημιουργήσω δεν ήταν απλώς με τον αρχιτέκτονα της πόλης ή με τον δήμαρχο, αλλά με τον γερμανικό λαό, επειδή αυτό το κτίριο είχε αποκτήσει έναν τεράστιο συμβολικό χαρακτήρα. Ως αρχιτέκτονας βρήκα αυτόν τον διάλογο, αυτή την ευθύνη και αυτή την πολυπλοκότητα του “πελάτη” εξαιρετικά συναρπαστικά. Έγιναν κατά κάποιον τρόπο πρότυπο για την πρακτική μου».

Η πόλη ως μηχανή παραγωγής αξίας

Από το Neues Museum η συζήτηση μετακινήθηκε στην κατάσταση των σύγχρονων πόλεων και ο Τσίπερφιλντ συνέδεσε ευθέως την κρίση της αρχιτεκτονικής με την οικονομία μέσα στην οποία λειτουργεί.

«Η αρχιτεκτονική δεν βρίσκεται σε διαφορετική θέση από την υπόλοιπη κοινωνία μας. Ζούμε σε μια κοινωνία που κινείται από τη δύναμη της νομισματοποίησης. Και, δυστυχώς, στην περίπτωση των πόλεών μας μοιάζει να μην υπάρχει κάποια άλλη φωνή που να αντιστέκεται στην ιδέα ότι τα κτίρια είναι τρόποι να αποσπάσεις τη μεγαλύτερη δυνατή οικονομική αξία από ένα κομμάτι γης», είπε.

Το πρόβλημα, κατά τον ίδιο, είναι ότι αυτή η δύναμη δεν εξισορροπείται πλέον από έναν αντίστοιχα ισχυρό σχεδιασμό. «Σήμερα ουσιαστικά δεν έχουμε έναν πραγματικά αποτελεσματικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Η ελεύθερη αγορά δεν τον θέλει. Η αγορά δεν θέλει να περιορίζεται. Και εξαιτίας αυτής της απουσίας σχεδιασμού πιστεύω ότι εμείς, ως πολίτες, δεν έχουμε πια τρόπο να βρούμε τη θέση μας μέσα στην πόλη».

O κήπος που θα διαμορφωθεί μπροστά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από τον Τσίπερφιλντ / Copyright: Filippo Bolognese Images

O κήπος που θα διαμορφωθεί μπροστά στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο από τον Τσίπερφιλντ / Copyright: Filippo Bolognese Images

«Τα κέντρα της πόλης έγιναν προορισμοί τουριστικής ψυχαγωγίας»

Εκεί ακριβώς η συζήτηση στη Στοά του Αττάλου συνδέθηκε με τον πυρήνα του Athens Democracy Forum. «Και νομίζω ότι εδώ επιστρέφουμε στην ιδέα της δημοκρατίας. Η πόλη θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει τις φιλοδοξίες μας. Θα έπρεπε να μας προστατεύει. Θα έπρεπε να είναι το κέντρο της δημιουργικής και της κοινωνικής μας ζωής. Οι πόλεις χάνουν όλο και περισσότερο αυτές τις ιδιότητες. Τα κέντρα των πόλεών μας έχουν μετατραπεί σε προορισμούς τουριστικής ψυχαγωγίας. Οι αξίες της γης έχουν ανέβει τόσο πολύ και τώρα η πόλη παύει να είναι τόπος καταφυγίου, συνύπαρξης, κοινωνικότητας και όλων αυτών των πραγμάτων» τόνισε.

«Μας αποξενώνει. Και δεν έχουμε βρει μια φωνή. Δεν έχουμε βρει έναν τρόπο να δημιουργήσουμε μια σχέση ανάμεσα σε αυτό που συμβαίνει στις πόλεις μας και στον τρόπο με τον οποίο ζούμε μέσα σε αυτές».

Ο Τσίπερφιλντ εναντίον των «starchitects»

Όταν η συζήτηση έφτασε στους αρχιτέκτονες-σταρ, η απάντηση ενός από τους διασημότερους εν ζωή αρχιτέκτονες ήταν άμεση. «Δεν μου αρέσει καθόλου», είπε για τον χαρακτηρισμό.

Για τον Τσίπερφιλντ, το φαινόμενο αντιπροσωπεύει μια συγκεκριμένη περίοδο των τελευταίων τριάντα ή σαράντα ετών, όταν το ενδιαφέρον μετακινήθηκε από την πόλη προς το μεμονωμένο, εντυπωσιακό κτίριο. Αναφέρθηκε στο Guggenheim του Μπιλμπάο του Φρανκ Γκέρι, το οποίο χαρακτήρισε ουσιαστικά δώρο για την πόλη, θυμίζοντας όμως ότι η μεταμόρφωση του Μπιλμπάο δεν έγινε μόνο από ένα μουσείο: η πόλη επένδυσε παράλληλα στο μετρό, στα πάρκα, στη στέγαση και σε μια σειρά άλλων υποδομών.

«Η μετάβαση από την αρχιτεκτονική ως μέρος μιας ιδέας για την πόλη προς την ιδέα των κτιρίων ως αντικειμένων, με ισχυρή γλυπτική ταυτότητα, ταιριάζει πολύ στη διαμεσολαβημένη εποχή μας. Ξέρω ανθρώπους που λένε “λατρεύω το κτίριο στο Μπιλμπάο”. Τους ρωτάς “έχεις πάει;” και σου απαντούν “όχι”. Είναι μια πολύ παράξενη ιδέα, αλλά είναι ιδέα της εποχής μας: τα πράγματα εκτιμώνται όχι απαραίτητα μέσα από την εμπειρία ή την πραγματικότητα, αλλά μέσα από την εικόνα».

Αυτό επέτρεψε, συνέχισε, σε αρχιτέκτονες όπως ο ίδιος να δημιουργήσουν σημαντικές διεθνείς καριέρες βασισμένοι σε έναν αριθμό εμβληματικών ή υψηλού προφίλ κτιρίων. «Στο μεταξύ, το 99,9% του κόσμου στον οποίο ζούμε, οι δρόμοι στους οποίους περπατάμε, τα κτίρια στα οποία κατοικούμε, έχουν παραμεληθεί και δεν αποτελούν το πεδίο στο οποίο εργαζόμαστε. Κι όμως, αυτό θα έπρεπε να είναι το πεδίο μας. Αυτό θα έπρεπε να βρίσκεται στο κέντρο της προσοχής μας ως αρχιτεκτόνων. Έτσι κρίνεται η υγεία της αρχιτεκτονικής, όχι από δύο ντουζίνες πολύ καλά κτίρια».

«Ο τρόπος που χτίζουμε τις πόλεις εντείνει την οικονομική ανισότητα»

Ο Τσίπερφιλντ συνέδεσε αυτή την κριτική με το περιβάλλον, την κοινωνική ανισότητα και κυρίως τη στέγαση. «Βρισκόμαστε σε μια στιγμή όπου το κάλυμμα έχει πλέον φύγει. Έχουμε συνειδητοποιήσει τι έχουμε κάνει στο περιβάλλον μας. Έχουμε συνειδητοποιήσει πόσο έχουμε βλάψει το φυσικό περιβάλλον, την αναποτελεσματικότητα του δομημένου περιβάλλοντός μας και το γεγονός ότι τόσες πολλές από τις πόλεις μας δεν συμβάλλουν θετικά στο να προσφέρουν στους ανθρώπους μια δικαιότερη ζωή».

Ο τρόπος με τον οποίο χτίζουμε τις πόλεις εντείνει την οικονομική ανισότητα, υπογράμμισε. «Αυτά είναι τα ζητήματα στα οποία πρέπει τώρα να επικεντρωθούν οι αρχιτέκτονες: λιγότερο στα μεμονωμένα κτίρια, περισσότερο στον σχεδιασμό, περισσότερο στη στέγαση».

Για τη στέγαση ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Δεν νομίζω ότι καταλαβαίνουμε πραγματικά το μέγεθος της εγκατάλειψης που έχει συντελεστεί επειδή επί είκοσι ή τριάντα χρόνια δεν χτίζουμε κατοικίες. Θα το πληρώσουμε και θα το πληρώσουμε κοινωνικά».

Και αμέσως μετά είπε μία από τις φράσεις που συμπύκνωσαν καλύτερα τη σκέψη του: «Δεν με ενδιαφέρει πραγματικά ένα άσχημο κτίριο, γιατί δεν πιστεύω ότι ένα άσχημο κτίριο βλάπτει κάποιον. Με ενδιαφέρει όμως μια πόλη που δεν προστατεύει τους ανθρώπους και μια πόλη που δεν αντανακλά τις ιδέες, τις φιλοδοξίες και τις δυνατότητές τους».

Οι «πελάτες που δεν έχουν φωνή»

Προς το τέλος της συζήτησης ο Τσίπερφιλντ μίλησε για τη δουλειά που κάνει στη Γαλικία μέσα από το Fundación RIA, το οποίο ίδρυσε το 2017. Με μια ομάδα νέων αρχιτεκτόνων ασχολείται με την κυκλοφορία, τον δημόσιο χώρο, το περιβάλλον, τον σχεδιασμό και τη σχέση ανάμεσα στις τοπικές κοινωνίες και την κεντρική εξουσία.

«Επειδή, όπως είπα πριν, είμαστε όργανα της εξουσίας και επομένως είμαστε υπεύθυνοι απέναντι στα ερωτήματα που μας τίθενται. Αλλά τι γίνεται με τα ερωτήματα που κανείς δεν θέτει; Γιατί αυτή η μικρή πόλη από την οποία περνάω κάθε μέρα, που κάποτε είχε μια πολύ ωραία πλατεία, είναι τώρα γεμάτη κίνηση; Γιατί κανείς δεν κάνει κάτι γι’ αυτό;»

Η διαδικασία που περιέγραψε κινείται από την τοπική κοινωνία προς την κεντρική διοίκηση. «Στην εξαιρετικά προνομιούχα θέση στην οποία βρίσκομαι και με την εμπιστοσύνη που μου έχει δοθεί σε αυτή την κοινότητα -για να χρησιμοποιήσω ξανά τη λέξη εμπιστοσύνη- θα έλεγα ότι, έχοντας περάσει 45 χρόνια ως αρχιτέκτονας, ποτέ πραγματικά δεν με εμπιστεύτηκαν. Μόνο δουλεύοντας με αυτή την ιδιότητα οι άνθρωποι με σταματούν στον δρόμο και με ευχαριστούν γι’ αυτό που κάνω. Επιτέλους αποκτώ το είδος της σχέσης που πάντα ήθελα».

Και η κατάληξή του επέστρεψε στο ζήτημα των αρχιτεκτόνων-σταρ: «Το προϊόν είναι ένα πράγμα. Το ερώτημα είναι πώς φτάνουμε σε αυτά τα προϊόντα. Στην πραγματικότητα είναι η διαδικασία που παράγει καλή δουλειά, όχι η ιδιοφυΐα ενός αρχιτέκτονα».

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο