Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Η σπουδαία μαχήτρια του σύγχρονου Πολιτισμού Άννα Καφέτση -Της χρωστάμε το ΕΜΣΤ και την επαφή με τη σύγχρονη τέχνη

Η Άννα Καφέτση έζησε σαν άνθρωπος που δεν είχε δικαίωμα να εγκαταλείψει. Μέσα σε εργοτάξια, πολιτικές συγκρούσεις, επιθέσεις, καθυστερήσεις στο ΕΜΣΤ και μια σκληρή ασθένεια που προχωρούσε αργά και αδυσώπητα, επέμενε επί δεκαετίες σε κάτι που στην Ελλάδα έμοιαζε σχεδόν αδύνατο: ότι η σύγχρονη τέχνη αξίζει έναν πραγματικό δημόσιο θεσμό.

Ακριβώς δύο εβδομάδες πριν από σήμερα, την Πέμπτη 21 Μάη, μέσα στην παραζάλη και την παραισθητική αίσθηση μεγαλείου που επικρατεί στα προεγκαίνια της Μπιενάλε Βενετίας, η Άννα Καφέτση, με τον δικό της τρόπο να γίνεται η πιο ισχυρή παρουσία σε έναν χώρο παρά την ακραία διακριτικότητά της, έμπαινε στο ελληνικό περίπτερο, για να δει το έργο «Escape Room» και τον δημιούργό του Ανδρέα Αγγελιδάκη.

Στην άκρη του περιπτέρου στα Giardini, στην μπάρα στο πλάι του περιπτέρου, περίμενε για να εισέλθει και ξαφνικά ολόγυρα ένας ψίθυρος απλώθηκε «η Άννα Καφέτση».

Σπεύσαμε όλοι δίπλα της, με δέος και άγρια χαρά και σεβασμό για την γυναίκα αυτή με την τόσο ευάλωτη ως εικόνα, που υπήρξε η μεγαλύτερη μαχήτρια, η πιο επίμονη προαγωγός της σύγχρονης τέχνης και του δικαιώματος όλων να έχουν πρόσβαση σε αυτήν και την ευεργετική της δράση. Σκύψαμε για να την κοιτάμε στα μάτια, φορούσε μια ροζ πασμίνα, χαμογελούσε, μια μορφή σαν από βυζαντινή εικόνα. Ακριβώς δύο εβδομάδες μετά, το αίμα μας πάγωσε καθώς μάθαμε ότι έφυγε, στον ύπνο της, στα 71 της χρόνια.

Η Άννα Καφέτση ήταν το πρόσωπο που αν και εκδιώχθηκε αγρίως από το ΕΜΣΤ, έδωσε ψυχή και ζωή στο μουσείο που σήμερα απολαμβάνουμε -με την Κατερίνα Γρέγου μονίμως αναφέρεται στην προσφορά της. Ενσάρκωσε με τον πιο σκληρό για την ίδια τρόπο την εποχή όπου ο πολιτισμός στην Ελλάδα χτιζόταν συχνά με προσωπικό κόστος, με εμμονή, με συγκρούσεις, με ανθρώπους που έβαζαν το ίδιο τους το σώμα μπροστά για να υπάρξουν θεσμοί που μέχρι τότε δεν βρίσκονταν ψηλά στα σχέδια της πολιτείας.

Η κόκκινη κλωστή, το όριο της Άννας Καφέτση

Η ιδρυτική διευθύντρια του Εθνικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης είναι η γυναίκα που κουβάλησε σχεδόν μόνη της την ιδέα ότι η Ελλάδα δικαιούται ένα πραγματικό μουσείο σύγχρονης τέχνης, σε μια χώρα που για δεκαετίες αντιμετώπιζε τον σύγχρονο πολιτισμό σαν υποσημείωση της αρχαιότητας και την τέχνη του παρόντος σαν κάτι ύποπτο, δύσκολο ή περιττό.

Το ΕΜΣΤ ήταν η ζωή της. Κυριολεκτικά. Η ίδια το αποκαλούσε παιδί της και κουνούσε με πικρία το κεφάλι όταν στα δημοσιογραφικά μας κείμενα το αποκαλούσαμε «το γιοφύρι της Άρτας του πολιτισμού μας». Η Καφέτση πέρασε πάνω από δεκαπέντε χρόνια μέσα σε εργοτάξια, υπουργικά γραφεία, επιτροπές, ατέρμονες διαπραγματεύσεις, διοικητικά συμβούλια, συγκρούσεις, ματαιώσεις και πολιτικές ίντριγκες για να δημιουργήσει έναν θεσμό που όταν ανέλαβε το 2000 υπήρχε μόνο ως όνομα.

Δεν υπήρχε κτίριο, δεν υπήρχε συλλογή, δεν υπήρχε προσωπικό, δεν υπήρχε πραγματική κρατική στρατηγική. Υπήρχε μόνο μια ιδέα και μια γυναίκα που πίστεψε με σχεδόν επικίνδυνη ένταση ότι αυτή η ιδέα έπρεπε να πραγματοποιηθεί, φέροντας στους ώμους της την ευθύνη και την προσδοκία όσων διψούσαν για σύγχρονη τέχνη στην Ελλάδα.

Την είχα ρωτήσει ακριβώς 20 χρόνια πριν αν ένιωθε κάποιες φορές ότι φτάνει στα όριά της. Και μου απάντησε «Υπάρχει μια κόκκινη κλωστή, τόσο στα προσωπικά όσο και στα επαγγελματικά μου. Βρήκα πολλές δυσκολίες ακόμη και επιθέσεις, γιατί ο εικαστικός χώρος είναι πολύπαθος, ένας αμαρτωλός χώρος εδώ και δεκαετίες. Έχω όρια που δεν έχουν να κάνουν με κούραση ή παραίτηση μπροστά σε πόλεμο και πίκρες. Αυτό το έχω αποδείξει. Τα όριά μου είναι μόνο αν δω ότι κινδυνεύει το Μουσείο να ματαιωθεί. Είναι η μόνη κόκκινη κλωστή. Γι’ αυτό συνεχίζω να ανέχομαι πολλά σε προσωπικό επίπεδο που σε άλλη περίπτωση δεν θα τα ανεχόμουν».

Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και Αισθητική στο Παρίσι, στη Σορβόννη, σε μια εποχή που η σχέση της Ελλάδας με τη σύγχρονη τέχνη ήταν ακόμα φοβική και εσωστρεφής (σχεδόν επαρχιώτικη). Επέστρεψε με βαθιά θεωρητική συγκρότηση και με μια αντίληψη για τα μουσεία που ελάχιστοι διέθεταν τότε στην Ελλάδα.

Στην Εθνική Πινακοθήκη, όπου εργάστηκε επί δεκαεπτά χρόνια, επιμελήθηκε εκθέσεις που άφησαν εποχή: τις αναδρομικές του Θεόδωρου Στάμου και του Βλάση Κανιάρη, την παρουσίαση της συλλογής Κωστάκη, τις «Μεταμορφώσεις του Μοντέρνου». Επιτέλους, η τέχνη εμφανιζόταν όχι σαν εθνικό τρόπαιο ή αισθητικό ντεκόρ, αλλά ως ζωντανή ιστορική και πολιτική γλώσσα. Ήταν τα χρόνια που άρχισε να χρησιμοποιεί για κάποιες ώρες το αμαξίδιο, προκειμένου να αντέξει καθώς τα σημάδια της μυασθένειας είχαν αρχίσει να την χτυπούν.

Για μια τέχνη πιστή στον εαυτό της και όχι στις μόδες

Όταν δημιουργήθηκε το ΕΜΣΤ, η Καφέτση επέμεινε ότι το μουσείο έπρεπε να είναι διεθνές από τη γέννησή του. Μιλούσε για μια εποχή «διασταύρωσης πολιτισμών», για μια υβριδική πραγματικότητα όπου η Ελλάδα όφειλε να συνομιλεί με τα Βαλκάνια, τον αραβικό κόσμο, τη Λατινική Αμερική, την Ασία, με τις άλλες «περιφέρειες» του κόσμου. Σε μια χώρα που συχνά αναζητούσε απελπισμένα τη δυτική επιβεβαίωση, εκείνη είχε ήδη καταλάβει ότι η σύγχρονη τέχνη του 21ου αιώνα θα γραφόταν μέσα από διαπολιτισμικές εντάσεις, μετακινήσεις και νέες γεωγραφίες.

Το μουσείο, μέχρι να αποκτήσει στέγη, έγινε ένας γοητευτικός, σχεδόν συναρπαστικός νομάς. Στεγάστηκε στο Ωδείο Αθηνών και έδωσε στον χώρο υπεραξία, πέρασε από το Μέγαρο Μουσικής, βγήκε στους δρόμους με τον Μεγάλο Περίπατο, πήγε σε θεραπευτήρια και κοινότητες απεξάρτησης.

Η Άννα Καφέτση πίστευε βαθιά ότι ένα δημόσιο μουσείο δεν μπορεί να λειτουργεί ως κλειστός χώρος πρεστίζ για λίγους μυημένους. Ήθελε έναν θεσμό ζωντανό, πολιτικό, ανοιχτό, που να συνομιλεί με την κοινωνία και όχι να αυτοθαυμάζεται μέσα από τα φλας των εγκαινίων.

Και ύστερα ήρθε το Φιξ. Το παλιό εργοστάσιο του Τάκη Ζενέτου μετατράπηκε σε σύμβολο της ίδιας της ελληνικής αδυναμίας να ολοκληρώνει μεγάλα δημόσια έργα. Το 2000 παρουσίασε την μυθική πλέον έκθεση «Τσαρούχης: Μεταξύ Ανατολής και Δύσης» στο εργοτάξιο του ΦΙΞ.

Για χρόνια η Άννα Καφέτση βρέθηκε εγκλωβισμένη μέσα σε ένα ατελείωτο θεσμικό και κατασκευαστικό θρίλερ: εργολάβοι, καθυστερήσεις, ελλιπείς χρηματοδοτήσεις, αλλαγές διοικήσεων, υπουργοί που ήθελαν να ακούνε ναι, πολιτικές συγκρούσεις, αδιέξοδα. Κι όμως το μουσείο απέκτησε συλλογή άνω των χιλίων έργων, διεθνείς συνεργασίες και κοινό πριν ακόμη ανοίξει επισήμως τις πόρτες του.

«Το ΕΜΣΤ τις δυσκολίες του τις έκανε έργο», έλεγε περήφανα.  Η ίδια δεν υπήρξε ποτέ εύκολος άνθρωπος. Δεν έκανε δημόσιες σχέσεις, δεν χάιδευε αυτιά, δεν λειτουργούσε με διπλωματική ασάφεια όταν πίστευε ότι απειλείται το μουσείο, ήταν επίμονη, σχεδόν με ακραίο τρόπο κάποιες φορές. Συγκρούστηκε ακόμα και με υπουργούς για να καταφέρει να προχωρήσει τις υποθέσεις του ΕΜΣΤ. Πολλοί εξ’ αυτών απορούσαν με την επιμονή και τη δύναμή της -και όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες η ίδια λύγιζε για λίγο πλάι σε φίλους, είχαν όλες αυτές οι μάχες τεράστιο αντίκτυπο πάνω και μέσα της. Με το που άνοιγε η πόρτα ή το rec στα δημοσιογραφικά κασετόφωνα, επανερχόταν αυτή η απερίγραπτη ορμή της, πάντα όμως με τη φωνή στην χαμηλότερη δυνατή ένταση.

Ήξερε ότι αυτό είχε κόστος και το πλήρωσε ακριβά. Η απομάκρυνσή της το 2014 από τη διεύθυνση του ΕΜΣΤ, λίγο πριν ανοίξει το κτίριο, υπήρξε μία τραυματική στιγμή της σύγχρονης πολιτιστικής ιστορίας της χώρας. Οι συγκρούσεις με διοικητικά συμβούλια και πολιτικές ηγεσίες είχαν ήδη φτάσει στα άκρα. Εκείνη επέμενε ότι ένα μουσείο «δεν ψευτοανοίγει», ότι απαιτεί πλήρη προετοιμασία, ολοκληρωμένες μουσειολογικές μελέτες, τεχνική και επιστημονική αρτιότητα. Η σύγκρουση έγινε ανελέητη.

«Με άφησαν στη θέση μου μέσα στα δύσκολα γιατί κανείς δεν πίστευε ότι το μουσείο θα ολοκληρωθεί. Τα παρατράγουδα άρχισαν όταν έγινε το κτίριο. Τότε άνοιξαν ορέξεις», είπε πριν μερικά χρόνια σε μια συνέντευξη στα ΝΕΑ, με εκείνη τη διαπεραστική καθαρότητα που τη χαρακτήριζε. Μετά το ΕΜΣΤ ανέλαβε το εικαστικό πρόγραμμα AnnexM στο Μέγαρο Μουσικής και προσπάθησε ξανά να δημιουργήσει από το μηδέν έναν χώρο σύγχρονης τέχνης.

Την εξόργιζε η φράση “καθηλωμένη σε αμαξίδιο”

Η γενναιότητά της αποκτά ακόμα μεγαλύτερο βάρος όταν σκεφτεί κανείς τις συνθήκες μέσα στις οποίες έζησε. Από την εφηβεία της έπασχε από μυοπάθεια, μια ασθένεια με αργή αλλά αδυσώπητη εξέλιξη. Χρησιμοποίησε αμαξίδιο ήδη από τη δεκαετία του ’80. Το αντιμετώπιζε σαν εργαλείο ελευθερίας και όχι σαν σύμβολο περιορισμού. Η φράση «καθηλωμένη σε αμαξίδιο» την εξόργιζε. Έλεγε ότι της επέτρεπε να ταξιδεύει, να επισκέπτεται πολλά μουσεία την ημέρα, να εργάζεται ασταμάτητα. Ζούσε σε μια χώρα εξαιρετικά εχθρική προς τα άτομα με αναπηρία, με τεράστιο οικονομικό και πρακτικό κόστος καθημερινότητας, και παρ’ όλα αυτά δεν επέτρεψε ποτέ στον εαυτό της να μιλήσει με όρους αυτολύπησης.

«Η ζωή μου είναι πολύ δύσκολη. Αλλά αυτό μένει στο σπίτι μου. Προς τα έξω πρέπει να το παλεύω», είχε πει το 2011 σε μια σπάνια προσωπική εξομολόγηση στο περιοδικό Υποβρύχιο.  Πάλεψε και στην προσωπική της ζωή. Ο σύντροφός της επί 37 χρόνια, ο φιλόλογος και κριτικός λογοτεχνίας Ανδρέας Μπελεζίνης, υπήρξε ο άνθρωπος που, όπως έλεγε η ίδια, «εξαφάνισε τη μυοπάθεια» γιατί για εκείνον «δεν υπήρχε». Μετά τον θάνατό του το 2011 προσπαθούσε, όπως είπε συγκλονιστικά, «να μάθει πώς μπορείς να ζεις ακόμα με έναν άνθρωπο που δεν είναι εδώ», στο διαμερισμά τους στο Νέο Ψυχικό.

Η Άννα Καφέτση ανήκε σε μια γενιά ανθρώπων που αντιμετώπιζαν τον πολιτισμό σαν δημόσια αποστολή. Πίστευε βαθιά ότι η τέχνη μπορεί να βοηθήσει μια κοινωνία να ξαναφτιάξει την ταυτότητά της. Μέσα στη βαθιά οικονομική κρίση είχε πει: «Πρέπει να μείνουμε και να παλέψουμε, με όποιο προσωπικό κόστος». Aυτό ήταν το μότο της ζωής της, όπως απέδειξε.

Σήμερα το ΕΜΣΤ στέκεται στη Συγγρού σαν αυτονόητο και αγαπημένο κομμάτι της πόλης. Οι νεότεροι επισκέπτες ίσως δεν γνωρίζουν πόσο βίαιη, κουραστική και μοναχική υπήρξε η διαδρομή μέχρι να υπάρξει αυτό το αυτονόητο. Μέσα στους τοίχους του μουσείου, πίσω από τις αίθουσες, τα έργα, τις εγκαταστάσεις και τις διεθνείς εκθέσεις, θα υπάρχει πάντα η σκιά μιας γυναίκας που επέμενε με αδιανόητη δύναμη ότι η Ελλάδα αξίζει έναν θεσμό σύγχρονης τέχνης αντάξιο της εποχής της. Της σπουδαίας Άννας Καφέτση. Η Ελλάς ευγνωμονούσα.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο