Η γήρανση του πληθυσμού μειώνει δραματικά το εργατικό δυναμικό των επιχειρήσεων στην Ελλάδα: Τι δείχνουν τα στοιχεία
Η Ελλάδα γερνά επικίνδυνα, κι αυτό δεν είναι απλώς μια στατιστική διαπίστωση, αλλά μια εξέλιξη που επηρεάζει άμεσα την οικονομία και τη λειτουργία των επιχειρήσεων. Τα τελευταία στοιχεία δείχνουν ξεκάθαρα την κατεύθυνση: ο πληθυσμός της χώρας ανέρχεται περίπου στα 10,37 εκατομμύρια με τις γεννήσεις το 2025 να ανέρχονται σε 66.532 και τους θανάτους σε 122.914! Δηλαδή η αναλογία των θανάτων έναντι των γεννήσεων είναι πλέον 2 προς 1. Μάλιστα, σε 706 δημοτικές ενότητες δεν καταγράφηκε ούτε ένα νεογέννητο μέσα στο προηγούμενο έτος. Την ίδια στιγμή, οι άνθρωποι ζουν περισσότερο, με το προσδόκιμο ζωής να έχει φτάσει τα 81,9 έτη, παρουσιάζοντας μάλιστα ελαφρά αύξηση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Έχουμε λοιπόν μια κοινωνία που αλλάζει δραματικά από άποψη ηλικίας. Σήμερα, σχεδόν ένας στους τέσσερις κατοίκους της χώρας μας είναι άνω των 65 ετών (περίπου το 23,7% του πληθυσμού το 2025), ενώ η διάμεση ηλικία έχει φτάσει τα 47 έτη, αυξημένη κατά σχεδόν μια δεκαετία μέσα σε 20 χρόνια. Με απλά λόγια, η Ελλάδα είναι μία από τις πιο γερασμένες χώρες στην Ευρώπη. Αυτό το δυσμενές δημογραφικό τοπίο όμως, δεν μένει στο επίπεδο της κοινωνίας. Περνά άμεσα μέσα στις επιχειρήσεις και αλλάζει τον τρόπο που λειτουργούν, προσλαμβάνουν και αναπτύσσονται.
Ένα από τα πρώτα και πιο άμεσα προβλήματα είναι η έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού. Όσο μειώνονται οι νεότερες ηλικίες, τόσο μικραίνει και η δεξαμενή εργαζομένων. Ακούγεται λογικό. Ήδη μάλιστα πολλές εταιρείες στην Ελλάδα δυσκολεύονται να βρουν προσωπικό, ακόμη και σε καίριες θέσεις για τη βιωσιμότητά τους. Για παράδειγμα, μια καφετέρια εάν δεν βρίσκει σερβιτόρους ή εάν μια ξενοδοχειακή μονάδα αδυνατεί να προσλάβει καμαριέρες (καθώς οι ακάλυπτες θέσεις ενόψει της θερινής σεζόν είναι χιλιάδες, αλλά παρόλα αυτά είναι λίγοι οι ενδιαφερόμενοι για μια τέτοια θέση), τότε τίθεται θέμα βιωσιμότητας της επιχείρησης. Ακόμη κι όταν αυξάνουν εν μέρει τον μισθό, πάλι δεν βρίσκουν κόσμο να προσλάβουν. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στις συνθήκες της αγοράς, αλλά και στο γεγονός ότι απλώς υπάρχουν λιγότεροι διαθέσιμοι άνθρωποι σε παραγωγική ηλικία.

Το πρόβλημα αυτό αναμένεται να ενταθεί ακόμη περισσότερο τα επόμενα χρόνια. Οι προβλέψεις δείχνουν ότι ο πληθυσμός της χώρας θα συνεχίσει να μειώνεται σημαντικά, φτάνοντας ακόμη και κάτω από τα 7,3 εκατομμύρια μέχρι το τέλος του αιώνα, σύμφωνα με τα επικαιροποιημένα στοιχεία της Eurostat. Παράλληλα, η αναλογία εργαζομένων προς συνταξιούχους αλλάζει δραστικά. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, από 22 άτομα άνω των 65 ετών ανά 100 εργαζόμενους το 2000, έχουμε ήδη φτάσει στα 33 και αναμένεται να ξεπεράσουμε τα 50 μέχρι το έτος 2050. Αυτό σημαίνει μεγαλύτερη πίεση όχι μόνο στο ασφαλιστικό σύστημα, αλλά και στην ίδια την παραγωγική βάση των επιχειρήσεων.
Για τις εταιρείες, αυτό μεταφράζεται σε πολύ συγκεκριμένα και πρακτικά ζητήματα. Πρώτον, η εύρεση προσωπικού γίνεται πιο δύσκολη και πιο ακριβή, καθώς θα πρέπει να αυξήσουν το μισθό για να δελεάσουν κόσμο. Δεύτερον, αυξάνεται ο ανταγωνισμός μεταξύ εργοδοτών για την προσέλκυση εργαζομένων που διαθέτουν ταλέντο στη δουλειά ή είναι πλήρως καταρτισμένοι. Και τρίτον, οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να επανεξετάσουν ποιον θεωρούν «κατάλληλο» εργαζόμενο.
Σε αυτό το σημείο αρχίζει να αλλάζει και η ίδια η φιλοσοφία της εργασίας. Εκεί που παλαιότερα η έμφαση δινόταν κυρίως στους νεότερους εργαζόμενους, σήμερα όλο και περισσότερες επιχειρήσεις στρέφονται και σε μεγαλύτερες ηλικίες. Όχι από «κοινωνική ευαισθησία», αλλά από ανάγκη. Οι εργαζόμενοι άνω των 50 ή 60 ετών δεν αποτελούν πλέον εξαίρεση, αλλά μέρος της λύσης.
Ταυτόχρονα, η εμπειρία αποκτά νέα αξία. Σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας, οι άνθρωποι που έχουν ζήσει κρίσεις, αλλαγές και διαφορετικές φάσεις της αγοράς μπορούν να λειτουργήσουν ως σταθερός παράγοντας μέσα σε μια επιχείρηση, πέραν της εμπειρίας που εκ των πραγμάτων διαθέτουν λόγω των ετών εργασίας τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι νεότεροι δεν είναι απαραίτητοι. Το αντίθετο θα λέγαμε. Σημαίνει όμως ότι η ισορροπία αλλάζει και οι εταιρείες καλούνται να αξιοποιήσουν καλύτερα όλες τις ηλικιακές ομάδες.
Ένα ακόμη πρακτικό αποτέλεσμα της γήρανσης είναι ότι αλλάζει και ο ίδιος ο «πελάτης» των προϊόντων που παράγονται ή των υπηρεσιών που προσφέρονται. Οι επιχειρήσεις δεν απευθύνονται πλέον μόνο σε νεανικά κοινά. Οι μεγαλύτερες ηλικίες έχουν αυξανόμενη αγοραστική δύναμη και διαφορετικές ανάγκες. Αυτό λοιπόν επηρεάζει τα πάντα, από το σχεδιασμό των προϊόντων μέχρι τις υπηρεσίες, την επικοινωνία και την εξυπηρέτηση.
Παράλληλα, αλλάζει και ο τρόπος οργάνωσης της εργασίας. Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να υιοθετήσουν πιο ευέλικτα μοντέλα, ώστε να μπορούν να διατηρούν εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας. Αυτό μπορεί να σημαίνει λιγότερες ώρες, διαφορετικούς ρόλους ή πιο προσαρμοσμένες συνθήκες εργασίας. Δεν πρόκειται απλώς για «παροχές», αλλά για πρακτικές λύσεις σε ένα πρόβλημα που ήδη υπάρχει.
Ένα ακόμη σημαντικό ζήτημα είναι η εκπαίδευση. Σε μια αγορά που αλλάζει συνεχώς, η ανάγκη για ανανέωση δεξιοτήτων δεν αφορά μόνο τους νέους. Όλο και περισσότεροι εργαζόμενοι καλούνται να μάθουν νέα εργαλεία, τεχνολογίες και τρόπους δουλειάς σε μεγαλύτερη ηλικία. Αυτό αλλάζει και τον ρόλο των επιχειρήσεων, που καλούνται να επενδύσουν περισσότερο στη συνεχή εκπαίδευση του προσωπικού τους.
Τέλος, το δημογραφικό επηρεάζει παράλληλα και τη γεωγραφία της οικονομίας. Περιοχές της Ελλάδας (πέραν των μεγάλων πόλεων) αντιμετωπίζουν ακόμη μεγαλύτερη μείωση πληθυσμού, κάτι που δημιουργεί δυσκολίες στη λειτουργία τοπικών επιχειρήσεων και στην εύρεση προσωπικού, αφού εκεί οι κάτοικοι, και άρα οι διαθέσιμοι εργαζόμενοι, είναι ακόμη λιγότεροι. Αυτό οδηγεί σε συγκέντρωση δραστηριότητας σε μεγάλα αστικά κέντρα και εντείνει τις ανισότητες.