Η είδηση για τον θάνατο του παπα – Τσάκαλου, την οποία έκανε γνωστή ο γιος του, προκαλεί συγκίνηση σε όσους τον παρακολουθούσαν όλα αυτά τα χρόνια. Ο ίδιος, σε μια από τις τελευταίες του αφηγήσεις, ξετύλιξε το νήμα μιας ζωής που έμοιαζε με κινηματογραφικό σενάριο, γεμάτη ανατροπές, πολιτικές διώξεις και ιατρικά θαύματα.
Από το Καταφύλλι Αργιθέας στην Ασφάλεια και το Άγιο Όρος
Ο δρόμος του ξεκίνησε από τα ορεινά της Καρδίτσας στα τέλη του 1949, όμως η ανάγκη του για ελευθερία τον έφερε νωρίς στην Αθήνα. Η εφηβεία του στους Αμπελόκηπους και τον Ταύρο σημαδεύτηκε από την ανυπακοή και την πολιτική δράση στην Νεολαία Λαμπράκη.
«Μπαίνει μια μέρα η Ασφάλεια μέσα, άρχισε τις κλωτσιές: “Να φύγετε από εδώ, παλιοκομμουνιστόπαιδα!”. Έφυγα, μας πήγαν στο τμήμα», θυμόταν για εκείνη την εποχή. Η σύγκρουση με το κατεστημένο και την οικογένειά του τον οδήγησε μέχρι το Άγιο Όρος, όπου κρύφτηκε για οκτώ μήνες στην Αθωνιάδα Σχολή για να αποφύγει τον εγκλεισμό σε αναμορφωτήριο.
Η μάχη με τον θάνατο στο Ωνάσειο
Ένα από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια της ζωής του ήταν η περιπέτεια με την υγεία του, η οποία τον έφερε στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Όλα ξεκίνησαν κατά τη διάρκεια ενός γεύματος στην Ερέτρια, όταν υπέστη το πρώτο έμφραγμα.
«Μου ξεβουλώσαν μια αρτηρία αλλά μου είπαν κάτσε κάτω μην σηκώνεσαι. Εκεί που σηκώθηκα, έπεσα κάτω και έπαθα ανακοπή. Έμεινα σε καταστολή δεν ξέρω πόσες μέρες. Ξανά πέφτω κάτω, ξανά ανακοπή… Λένε “είναι πεθαμένος”», περιέγραφε με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο.
Παρά την κρισιμότητα της κατάστασης, ο Παπατσάκαλος ένιωθε πως δεν είχε έρθει ακόμα η ώρα του:
«Κάποια στιγμή στο Ωνάσειο με θεωρούσαν νεκρό. Εκεί που με θεωρούσαν νεκρό, εγώ αναστήθηκα. Δύο αναστάσεις έγιναν: του Λαζάρου και η δική μου!»
Μάλιστα, μοιράστηκε και μια ανατριχιαστική λεπτομέρεια από εκείνες τις στιγμές: «Εγώ βέβαια άκουγα. Ρώτησα κάποιο γιατρό και μου λέει “οι πεθαμένοι ακούνε και 24 ώρες μετά τον θάνατό τους”».
Η τηλεοπτική πορεία και ο Βασίλης Λεβέντης
Η είσοδός του στον κόσμο των media έγινε μέσα από το Κανάλι 67, στο πλευρό του Βασίλη Λεβέντη. Παρά τα σχόλια που δεχόταν, ο ίδιος είχε ξεκάθαρο στόχο και δεν πτοούνταν από την κριτική.
«Με έλεγαν γραφικό. Εγώ αυτό ήθελα: να βγω στα μέσα και θα τα πούμε αργότερα…», έλεγε, ενώ στην ερώτηση για το αν φοβόταν την έκθεση και το «τσαλάκωμα» της εικόνας του, η απάντησή του ήταν αφοπλιστική: «Όποιος φοβάται, κάθεται σπίτι του!»