Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Γιατί οι ευφυείς απεχθάνονται τον θόρυβο, σύμφωνα με τον Σοπενχάουερ

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Τον Αύγουστο του 1821, στο ανήσυχο Βερολίνο, ο 33χρονος τότε Άρθουρ Σοπενχάουερ βρέθηκε στο επίκεντρο ενός επεισοδίου που έμελλε να γίνει σχεδόν θρυλικό. Απέναντί του, η 47χρονη μοδίστρα Καρολάιν Λουίζ Μαρκέ. Αφορμή; Ο θόρυβος. Τρεις γυναίκες συνομιλούσαν στον ιδιωτικό προθάλαμο του διαμερίσματός του και ο φιλόσοφος, ήδη εξοργισμένος, απαίτησε να αποχωρήσουν. Οι δύο υπάκουσαν. Η Μαρκέ όχι.

Αυτό που ακολούθησε πέρασε από τις αίθουσες των δικαστηρίων στην ιστορία της φιλοσοφίας. Η Μαρκέ κατηγόρησε τον Σοπενχάουερ ότι τη γρονθοκόπησε και την έσπρωξε κάτω από τις σκάλες, αφήνοντάς την με παράλυση στη δεξιά πλευρά και ανίκανη να εργαστεί. Εκείνος απάντησε ότι απλώς την απώθησε και πως εκείνη έπεσε εσκεμμένα, με σκοπό να τον μηνύσει.

Η διαμάχη κράτησε έξι ολόκληρα χρόνια. Τον Μάιο του 1827, η απόφαση ήταν καταδικαστική για τον φιλόσοφο: υποχρεώθηκε να καλύψει τα ιατρικά έξοδα της γυναίκας και να της καταβάλλει ετήσιο επίδομα 60 τάλιρων για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Όταν η Μαρκέ πέθανε, το 1842, ο μεγάλος θεωρητικός της συμπόνιας σημείωσε ψυχρά στο βιβλίο του, στα λατινικά: Obit anus, abit onus «Η γριά πέθανε, το βάρος έφυγε».

Το ηθικό δίδαγμα; Μην κάνετε θόρυβο γύρω από φιλοσόφους.

Η περίπτωση του Ιμμάνουελ Καντ

Ο Σοπενχάουερ οικοδόμησε μεγάλο μέρος της απαισιόδοξης φιλοσοφίας του πάνω στο έργο του Ιμμάνουελ Καντ (1724–1804), ενός ανθρώπου που επίσης δεν άντεχε τον θόρυβο. Παρότι κοινωνικός, ευγενικός και λάτρης της συντροφιάς και του γέλιου, ο Καντ είχε ανάγκη από απόλυτη σιωπή όταν εργαζόταν. Η παράδοση λέει πως κάποτε άλλαξε ακόμη και σπίτι εξαιτίας ενός πετεινού που λαλούσε ασταμάτητα.

Τον Μάιο του 1784, ο φιλόσοφος, που δεν εγκατέλειψε ποτέ το Κένιγκσμπεργκ (τη σημερινή πόλη Καλίνινγκραντ) έστειλε επιστολή στον αστυνομικό διευθυντή της πόλης για να διαμαρτυρηθεί για το «στενάχωρο τραγούδι προσευχών από τους υποκριτές κρατούμενους της φυλακής». Η αναφορά θυμίζει τον Στέντορα της Ιλιάδας, τον κήρυκα με φωνή «όσο πενήντα άνδρες μαζί».

Αυτό που ενοχλούσε τον Καντ δεν ήταν μόνο η ένταση του ήχου. Ήταν και η υποκρισία πίσω από αυτόν. Οι κρατούμενοι, πίστευε, δεν προσεύχονταν από πίστη, αλλά για να φανούν ευσεβείς στα μάτια των δεσμοφυλάκων τους.

Ο Σοπενχάουερ για τον θόρυβο

Στο δοκίμιό του «Περί Βίας και Θορύβου» του 1851, ο Σοπενχάουερ επιτίθεται όχι τόσο στις ανθρώπινες φωνές όσο σε έναν άλλο, πολύ πιο ενοχλητικό ήχο: το κροτάλισμα των μαστιγίων στους στενούς δρόμους των πόλεων, το αντίστοιχο του 19ου αιώνα με τις μοτοσικλέτες που ουρλιάζουν ή τα αυτοκίνητα με πειραγμένες εξατμίσεις.

Γράφει με οργή: «Το χτύπημα με σφυριά, το γάβγισμα των σκύλων και το ουρλιαχτό των παιδιών είναι αποτρόπαια. Αλλά μόνο το κροτάλισμα ενός μαστιγίου είναι ο πραγματικός δολοφόνος της σκέψης».

Για τον Σοπενχάουερ, ο συγκεκριμένος θόρυβος ήταν αφόρητος ακριβώς επειδή ήταν απολύτως περιττός και, ακόμη χειρότερα, εντελώς άχρηστος.

Εκεί, ο φιλόσοφος κάνει και μια τολμηρή σύνδεση: συνδέει τη μισοφωνία (τη βαθιά δυσανεξία στον θόρυβο) με τη διάνοια και τη δημιουργικότητα.

Γράφει: «Σίγουρα υπάρχουν άνθρωποι, μάλιστα πάρα πολλοί, που θα χαμογελάσουν [με την κατάστασή μου], επειδή δεν είναι ευαίσθητοι στον θόρυβο. Ακριβώς αυτοί οι άνθρωποι, ωστόσο, δεν είναι ευαίσθητοι στα επιχειρήματα, τη σκέψη, την ποίηση ή την τέχνη, εν ολίγοις, σε οποιοδήποτε είδος πνευματικής εντύπωσης».

Και συνεχίζει ακόμη πιο αιχμηρά, αποδίδοντας αυτή την αδιαφορία στη «χονδροειδή ποιότητα και την ισχυρή υφή των εγκεφαλικών τους ιστών».

Για τον Σοπενχάουερ, η ιδιοφυΐα είναι η ικανότητα του νου να συγκεντρώνεται απόλυτα σε ένα μόνο αντικείμενο. Όταν όμως αυτό το μυαλό διακοπεί, χάνει τη δύναμή του. Ένα μεγαλειώδες πνεύμα, υποστηρίζει, μοιάζει με τεράστιο διαμάντι: αν θρυμματιστεί, χάνει την αξία του. Ή με έναν στρατό: όταν διασκορπίζεται, χάνει τη δύναμή του.

Και το ζήτημα δεν αφορά μόνο τη δημιουργία ή την ιδιοφυΐα. Αφορά την ίδια την ευτυχία. Όπως γνωρίζει κάθε δημιουργικός άνθρωπος, λίγες καταστάσεις είναι πιο βαθιά ευφορικές από έναν νου που παίζει ελεύθερα.

Ο Αριστοτέλης φαντάστηκε τον Θεό (την απόλυτη πηγή λογικής) ως μια διάνοια που στρέφεται γαλήνια προς τον ίδιο της τον εαυτό. Στον αντίποδα, οι άνθρωποι που φοβούνται να σκεφτούν ή αδυνατούν να συνδέσουν ακόμη και τα πιο απλά νοήματα, χρησιμοποιούν τον θόρυβο σαν αναισθητικό: για να μουδιάσουν τον νου τους και να αποφύγουν τη σιωπή.

Τι λέει η σύγχρονη επιστήμη

Ήταν άραγε ο Σοπενχάουερ απλώς υπερβολικός; Ή μήπως διαισθάνθηκε κάτι που η επιστήμη άρχισε να κατανοεί πολύ αργότερα;

Σύμφωνα με τον Neel Burton M.A., M.D., τα τελευταία χρόνια ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Northwestern διαπίστωσαν ότι η δημιουργικότητα στον πραγματικό κόσμο μπορεί πράγματι να συνδέεται με μειωμένη ικανότητα φιλτραρίσματος «άσχετων» αισθητηριακών πληροφοριών. Με άλλα λόγια, οι δημιουργικοί άνθρωποι αφήνουν περισσότερα ερεθίσματα να περνούν στον εγκέφαλό τους.

Αυτή η «διαρροή» των αισθητηριακών πυλών μπορεί να βοηθά τον νου να συνδυάζει ιδέες που βρίσκονται έξω από το άμεσο κέντρο της προσοχής και έτσι να ενισχύει τη συνειρμική και δημιουργική σκέψη. Όταν όμως αυτά τα εξωτερικά ερεθίσματα μετατρέπονται σε θόρυβο, τότε το αποτέλεσμα μπορεί να γίνει παραλυτικό.

Το ιδιοφυές μυαλό μοιάζει με μηχανή υψηλής συμπίεσης: λειτουργεί στο μέγιστο μόνο όταν τροφοδοτείται με καθαρό καύσιμο. Αν γεμίσει με «βενζίνη χαμηλών οκτανίων» (με ανοησίες, φασαρία και αδιάκοπη διάσπαση) αρχίζει να χτυπάει, να δυσλειτουργεί, να καταρρέει.

Ίσως ο Σοπενχάουερ να υπερέβαλε στον τόνο του. Όμως, δύο αιώνες αργότερα, η επιστήμη δείχνει πως πιθανότατα είχε δίκιο σε κάτι βαθύτερο: η σιωπή δεν είναι πολυτέλεια για το δημιουργικό μυαλό. Είναι προϋπόθεση.