Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Αντικαρκινικό φάρμακο μειώνει επικίνδυνες βλάβες στα αγγεία του εγκεφάλου – Τι έδειξε νέα μελέτη

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ένα φάρμακο που χρησιμοποιείται ήδη για την αντιμετώπιση ορισμένων μορφών καρκίνου φαίνεται πως μπορεί να βοηθήσει και σε μια εντελώς διαφορετική πάθηση: τη δημιουργία εύθραυστων, παθολογικών αιμοφόρων αγγείων στον εγκέφαλο, τα οποία ενδέχεται να προκαλέσουν σοβαρές αιμορραγίες.

Επιστήμονες ανακάλυψαν ότι η δαμπραφενίμπη (dabrafenib), ένα φάρμακο που χορηγείται μεταξύ άλλων για συγκεκριμένους εγκεφαλικούς όγκους σε παιδιά, μείωσε τον αριθμό και το μέγεθος αυτών των αγγειακών βλαβών σε πειραματικά μοντέλα.

Τα αποτελέσματα της μελέτης που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Translational Medicine ανοίγουν μια ενδιαφέρουσα προοπτική για την αντιμετώπιση της νόσου, καθώς σήμερα δεν υπάρχει εγκεκριμένο φάρμακο που να έχει αποδειχθεί ότι σταματά την ανάπτυξη των συγκεκριμένων δυσπλασιών.

Η ανακάλυψη αποκτά μεγαλύτερη σημασία επειδή αφορά ένα ήδη εγκεκριμένο φάρμακο. Αυτό θα μπορούσε να διευκολύνει τη διερεύνηση μιας νέας θεραπευτικής χρήσης του, χωρίς να χρειαστεί η ανάπτυξη μιας ουσίας από το μηδέν.

Υπάρχει, ωστόσο, μια ουσιαστική διευκρίνιση: η αποτελεσματικότητα της δαμπραφενίμπης στη συγκεκριμένη πάθηση έχει μέχρι στιγμής μελετηθεί σε κύτταρα και πειραματόζωα, όχι σε ασθενείς.

Τι συμβαίνει όταν τα αγγεία του εγκεφάλου γίνονται εύθραυστα

Η πάθηση που βρέθηκε στο επίκεντρο της έρευνας ονομάζεται εγκεφαλική σηραγγώδης δυσπλασία (Cerebral Cavernous Malformation – CCM). Οι βλάβες αυτές είναι γνωστές και ως εγκεφαλικά καβερνώματα.

Πρόκειται για μικρά αιμοφόρα αγγεία που έχουν αναπτυχθεί με μη φυσιολογικό τρόπο και σχηματίζουν ομάδες που μοιάζουν με μικρά μούρα. Τα τοιχώματά τους είναι ιδιαίτερα εύθραυστα, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος διαρροής αίματος και αιμορραγίας στον εγκέφαλο.

Δεν προκαλούν όλες οι δυσπλασίες συμπτώματα. Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί να ζουν με αυτές χωρίς να το γνωρίζουν. Σε άλλες περιπτώσεις, όμως, οι βλάβες συνδέονται με πονοκεφάλους, επιληπτικές κρίσεις, νευρολογικά προβλήματα ή αιμορραγία στον εγκέφαλο.

Ο κίνδυνος εξαρτάται από διάφορους παράγοντες, όπως η θέση της βλάβης και το αν έχει προηγηθεί αιμορραγία. Η αντιμετώπιση δεν είναι ίδια για όλους. Κάποιοι ασθενείς χρειάζονται μόνο παρακολούθηση, ενώ σε επιλεγμένες περιπτώσεις μπορεί να προταθεί χειρουργική αφαίρεση.

Το πρόβλημα γίνεται πιο σύνθετο όταν οι βλάβες είναι πολλές ή βρίσκονται σε περιοχές του εγκεφάλου όπου μια επέμβαση μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολη.

Όπως επισημαίνεται και στις επιστημονικές οδηγίες για τη διάγνωση και αντιμετώπιση των εγκεφαλικών σηραγγωδών δυσπλασιών, η επιλογή θεραπείας εξαρτάται από τα χαρακτηριστικά κάθε περίπτωσης.

Αυτός είναι και ο λόγος που οι επιστήμονες αναζητούν εδώ και χρόνια μια φαρμακευτική λύση, η οποία θα μπορούσε να περιορίσει την ανάπτυξη των βλαβών χωρίς χειρουργική επέμβαση.

Πώς ξεχώρισε ένα αντικαρκινικό φάρμακο ανάμεσα σε 5.000 ουσίες

Η ερευνητική ομάδα δεν ξεκίνησε γνωρίζοντας ότι η δαμπραφενίμπη θα μπορούσε να έχει αυτή τη δράση. Αρχικά εξέτασε περισσότερα από 5.000 βιοενεργά μόρια, αναζητώντας ουσίες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παθολογικών αγγειακών κυττάρων.

Στόχος ήταν να εντοπιστεί κάποιο μόριο ικανό να περιορίσει τις αλλαγές που οδηγούν στη δημιουργία των δυσπλασιών.

«Εξετάσαμε περισσότερα από 5.000 βιοενεργά μόρια σε καλλιέργειες αγγειακών κυττάρων από ποντίκια με CCM, προκειμένου να εντοπίσουμε ενώσεις που θα μπορούσαν να επαναφέρουν τον παθολογικό φαινότυπό τους σε φυσιολογική κατάσταση», αναφέρει ο Maximiliano Arce, πρώτος συγγραφέας και ένας από τους υπεύθυνους επικοινωνίας της μελέτης.

Οι ερευνητές συνέχισαν τις δοκιμές με τις ουσίες που παρουσίασαν τα καλύτερα αποτελέσματα, χρησιμοποιώντας ανθρώπινα αγγειακά κύτταρα του εγκεφάλου και ζωικά μοντέλα της νόσου. Η δαμπραφενίμπη ήταν εκείνη που ξεχώρισε:

«Στη συνέχεια, οι επικρατέστερες υποψήφιες ουσίες μελετήθηκαν σε καλλιέργειες ανθρώπινων εγκεφαλικών αγγειακών κυττάρων, καθώς και σε ζωικά μοντέλα CCM. Τα πιο ελπιδοφόρα αποτελέσματα προέκυψαν από τη δαμπραφενίμπη, έναν αναστολέα του BRAF, ο οποίος ανέστρεψε αποτελεσματικά τον παθολογικό φαινότυπο in vitro (στο εργαστήριο) και ανέκοψε την εξέλιξη των σηραγγωδών δυσπλασιών in vivo (στον ζωντανό οργανισμό). Είναι αξιοσημείωτο ότι η δαμπραφενίμπη στόχευσε δύο παθολογικά μονοπάτια σηματοδότησης που συμβάλλουν στην ανάπτυξη και την εξέλιξη της CCM».

Με απλά λόγια, το φάρμακο φάνηκε να επηρεάζει δύο κυτταρικούς μηχανισμούς που συμβάλλουν στην εμφάνιση και την επιδείνωση των αγγειακών βλαβών.

Το εύρημα αυτό έχει σημασία επειδή υποδηλώνει ότι η δράση της ουσίας δεν περιορίζεται απλώς στην προσωρινή αλλαγή της εικόνας των κυττάρων, αλλά μπορεί να επηρεάζει διαδικασίες που σχετίζονται με την εξέλιξη της νόσου.

Λιγότερες βλάβες και μικρότερη διαρροή αίματος

Το επόμενο ερώτημα ήταν αν η δαμπραφενίμπη θα μπορούσε να έχει ανάλογη δράση και σε έναν ζωντανό οργανισμό. Για να το διαπιστώσουν, οι επιστήμονες τη χορήγησαν σε ποντίκια με εγκεφαλικές σηραγγώδεις δυσπλασίες.

Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η θεραπεία μείωσε τόσο τον αριθμό όσο και το μέγεθος των βλαβών, ενώ παράλληλα περιόρισε την εξέλιξή τους. Δεν ήταν, όμως, το μοναδικό εύρημα.

Οι ερευνητές παρατήρησαν ότι τα παθολογικά αιμοφόρα αγγεία έγιναν πιο σταθερά και παρουσίασαν μικρότερη διαρροή. Πρόκειται για μια σημαντική παρατήρηση, καθώς η ευθραυστότητα των αγγείων και η διαρροή αίματος αποτελούν βασικά χαρακτηριστικά της πάθησης.

Επιπλέον, η δαμπραφενίμπη φάνηκε να διορθώνει ορισμένες δομικές ανωμαλίες στα αγγεία του αμφιβληστροειδούς, στο πίσω μέρος του ματιού. Αντίστοιχες αλλοιώσεις μπορούν να εμφανιστούν σε ορισμένους ασθενείς με τη συγκεκριμένη νόσο.

Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι το φάρμακο αξίζει να μελετηθεί περαιτέρω. Δεν αποδεικνύουν, όμως, ότι μπορεί ήδη να προλαμβάνει εγκεφαλικές αιμορραγίες στους ανθρώπους.

Γιατί οι επιστήμονες ελπίζουν σε ταχύτερη ανάπτυξη θεραπείας

Η δαμπραφενίμπη χρησιμοποιείται ήδη στην ογκολογία. Μεταξύ των εγκεκριμένων χρήσεών της περιλαμβάνεται, σε συγκεκριμένα θεραπευτικά σχήματα, η αντιμετώπιση ορισμένων παιδικών εγκεφαλικών όγκων.

Αυτό σημαίνει ότι οι επιστήμονες διαθέτουν ήδη πληροφορίες για τη δράση της στον ανθρώπινο οργανισμό, αλλά και για τις πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειές της.

Η στρατηγική αξιοποίησης ενός γνωστού φαρμάκου για μια διαφορετική πάθηση ονομάζεται επαναχρησιμοποίηση φαρμάκου. Αντί να αναπτύσσεται μια νέα ουσία από την αρχή, οι ερευνητές εξετάζουν αν μια υπάρχουσα θεραπεία μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη και σε άλλη νόσο.

Αυτή η προσέγγιση μπορεί να εξοικονομήσει χρόνο στην ερευνητική διαδικασία, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη για κλινικές δοκιμές.

«Δεδομένου ότι η δαμπραφενίμπη είναι ήδη εγκεκριμένη από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA) και τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων (EMA), και διαθέτει τεκμηριωμένο προφίλ ασφάλειας, αποτελεί ισχυρό υποψήφιο για ταχεία κλινική εφαρμογή, με στόχο την αναχαίτιση της ανάπτυξης και της εξέλιξης των εγκεφαλικών καβερνωμάτων», αναφέρει η Peetra Magnusson, η οποία ηγήθηκε της μελέτης.

Η προηγούμενη έγκριση ενός φαρμάκου, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι μπορεί αυτομάτως να χρησιμοποιηθεί για οποιαδήποτε άλλη πάθηση. Θα πρέπει πρώτα να εξεταστούν:

  • η αποτελεσματικότητά του,
  • η κατάλληλη δοσολογία και
  • οι πιθανοί κίνδυνοι ειδικά για τους ασθενείς με εγκεφαλικές αγγειακές δυσπλασίες.

Μπορεί στο μέλλον να αντικαταστήσει το χειρουργείο;

Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα που γεννά η νέα ανακάλυψη, αλλά προς το παρόν δεν υπάρχει οριστική απάντηση. Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι, εφόσον τα αποτελέσματα επιβεβαιωθούν σε κλινικές μελέτες, η δαμπραφενίμπη θα μπορούσε να αποτελέσει μια μη επεμβατική θεραπευτική επιλογή για ορισμένους ασθενείς.

Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε ιδιαίτερη σημασία για ανθρώπους με πολλαπλές βλάβες ή με δυσπλασίες σε σημεία του εγκεφάλου όπου η χειρουργική αφαίρεση παρουσιάζει αυξημένη δυσκολία.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το χειρουργείο θα πάψει να χρειάζεται. Σημαίνει ότι στο μέλλον θα μπορούσε να προστεθεί μια ακόμη δυνατότητα στην αντιμετώπιση της νόσου.

Η έρευνα πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία επιστημόνων της Μονάδας Πληροφορικής Βιοϊατρικής Απεικόνισης του SciLifeLab, ενώ τα ευρήματα παρουσιάστηκαν και σε ανακοίνωση του Πανεπιστημίου της Ουψάλας.

Το επόμενο βήμα είναι να διαπιστωθεί αν η δράση που παρατηρήθηκε στα πειραματικά μοντέλα μπορεί να επιβεβαιωθεί με ασφάλεια και στους ανθρώπους.

Μέχρι τότε, η δαμπραφενίμπη δεν αποτελεί εγκεκριμένη θεραπεία για τις εγκεφαλικές σηραγγώδεις δυσπλασίες. Η σημασία της ανακάλυψης βρίσκεται στο ότι προσφέρει στους επιστήμονες έναν συγκεκριμένο, ήδη γνωστό φαρμακευτικό υποψήφιο για περαιτέρω έρευνα και στους ασθενείς την προοπτική ότι μια δύσκολη πάθηση ίσως μπορέσει κάποτε να αντιμετωπιστεί χωρίς επέμβαση.