Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Αλλαγή σκυτάλης στην Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία: Οι μεγάλες προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει

Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία (ΕΠΕ) περνά σε νέα διοικητική περίοδο, με πρόεδρο τον καθηγητή Πνευμονολογίας Πέτρο Μπακάκο και μια επταμελή διοίκηση που αναλαμβάνει σε μια ιδιαίτερα απαιτητική συγκυρία για την αναπνευστική υγεία στην Ελλάδα.

Το υψηλό ποσοστό καπνίσματος, η καθυστερημένη διάγνωση χρόνιων αναπνευστικών παθήσεων, η επιβάρυνση από τον καρκίνο του πνεύμονα και οι δυσκολίες πρόσβασης σε εξειδικευμένες υπηρεσίες υγείας συνθέτουν ένα πεδίο στο οποίο η επιστημονική γνώση καλείται να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη πρακτική αξία.

Οι αρχαιρεσίες πραγματοποιήθηκαν στις 3 και 4 Οκτωβρίου 2026, ενώ το νέο Διοικητικό Συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα την Τρίτη 13 Οκτωβρίου, στα γραφεία της Εταιρείας.

Η σύνθεση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου

Η νέα διοίκηση της ΕΠΕ έχει ως εξής:

Πρόεδρος: Πέτρος Μπακάκος

Αντιπρόεδρος: Νικολέττα Ροβίνα

Γενική Γραμματέας: Παρασκευή Κατσαούνου

Ταμίας: Πασχάλης Στειρόπουλος

Ειδικός Γραμματέας και Υπεύθυνος Εκπαίδευσης: Κωνσταντίνος Κωστίκας

Μέλη: Στυλιανός Βιττωράκης και Γεωργία Χαρδαβέλλα

Η σύνθεση του νέου Διοικητικού Συμβουλίου συνδυάζει επιστήμονες με εμπειρία στην κλινική πράξη, στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση και στην έρευνα. Το ζητούμενο, πλέον, είναι πώς αυτή η εμπειρία θα αξιοποιηθεί συλλογικά για την ενίσχυση του επιστημονικού και κοινωνικού ρόλου της Εταιρείας.

Η Ελλάδα εξακολουθεί να καπνίζει πολύ

Ένα από τα πιο πιεστικά ζητήματα για την Πνευμονολογία στη χώρα μας παραμένει το κάπνισμα.

Σύμφωνα με την έκθεση Health at a Glance 2025 του ΟΟΣΑ, το 24,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα καπνίζει καθημερινά, έναντι 14,8% κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ.

Πίσω από αυτή τη διαφορά βρίσκονται σοβαρές συνέπειες για την υγεία:

  • αυξημένος κίνδυνος καρκίνου του πνεύμονα,
  • Χρόνιας Αποφρακτικής Πνευμονοπάθειας και
  • καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Η πρόκληση για την επιστημονική κοινότητα δεν περιορίζεται στην επανάληψη του μηνύματος ότι το κάπνισμα βλάπτει. Αυτό είναι γνωστό. Το ουσιαστικό ερώτημα είναι πώς περισσότεροι καπνιστές θα αποκτήσουν πρόσβαση σε αποτελεσματική υποστήριξη για τη διακοπή του και πώς θα αποτραπεί η εξάρτηση από τη νικοτίνη στις νεότερες γενιές.

Η εξάπλωση των ηλεκτρονικών τσιγάρων και άλλων προϊόντων νικοτίνης προσθέτει μια ακόμη διάσταση, καθώς απαιτεί συνεχή αξιολόγηση των επιστημονικών δεδομένων και σαφή ενημέρωση του κοινού.

ΧΑΠ και καρκίνος του πνεύμονα: Το κόστος της καθυστερημένης διάγνωσης

Δύο από τις σημαντικότερες προκλήσεις της ειδικότητας έχουν έναν κοινό παρονομαστή: συχνά αναγνωρίζονται όταν έχουν ήδη επιβαρύνει σημαντικά την υγεία του ασθενούς.

Στη Χρόνια Αποφρακτική Πνευμονοπάθεια (ΧΑΠ), ο επίμονος βήχας και η δύσπνοια μπορεί να θεωρηθούν φυσιολογικές συνέπειες του καπνίσματος ή της ηλικίας. Η καθυστέρηση στην αναζήτηση ιατρικής βοήθειας στερεί από τον ασθενή τη δυνατότητα έγκαιρης παρέμβασης.

Αντίστοιχα, στον καρκίνο του πνεύμονα, η διάγνωση σε προχωρημένο στάδιο περιορίζει συχνά τις θεραπευτικές επιλογές, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί τα τελευταία χρόνια.

Τα στοιχεία για την Ελλάδα αποτυπώνουν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Παγκόσμιου Παρατηρητηρίου Καρκίνου του IARC, ο καρκίνος του πνεύμονα συγκαταλέγεται στις κυριότερες αιτίες θανάτου από καρκίνο στη χώρα μας.

Η καλύτερη αξιοποίηση της σπιρομέτρησης για τη διάγνωση της ΧΑΠ, η ενημέρωση για τα ύποπτα συμπτώματα και ο επιστημονικά τεκμηριωμένος προσυμπτωματικός έλεγχος του καρκίνου του πνεύμονα σε ομάδες υψηλού κινδύνου αποτελούν πεδία στα οποία η ΕΠΕ μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά.

Η επιστημονική πρόοδος δεν φτάνει παντού με τον ίδιο τρόπο

Η σύγχρονη Πνευμονολογία διαθέτει περισσότερα διαγνωστικά και θεραπευτικά εργαλεία από ποτέ.

Οι βιολογικές θεραπείες έχουν διευρύνει τις δυνατότητες αντιμετώπισης επιλεγμένων ασθενών με σοβαρό άσθμα. Οι εξελίξεις στην επεμβατική Πνευμονολογία βελτιώνουν τη διερεύνηση σύνθετων περιστατικών, ενώ η πνευμονική αποκατάσταση μπορεί να προσφέρει ουσιαστικό όφελος σε ανθρώπους με χρόνια αναπνευστικά νοσήματα.

Ωστόσο, η διαθεσιμότητα μιας θεραπείας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και ισότιμη πρόσβαση σε αυτήν.

Για έναν ασθενή που ζει μακριά από μεγάλο αστικό κέντρο, η ανάγκη εξειδικευμένων εξετάσεων ή τακτικής παρακολούθησης μπορεί να συνεπάγεται μετακινήσεις, καθυστερήσεις και πρόσθετη οικονομική επιβάρυνση.

Η ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα στους πνευμονολόγους, στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας και στις εξειδικευμένες νοσοκομειακές μονάδες αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για την καλύτερη συνέχεια της φροντίδας.

Η πρόληψη απέναντι στις νέες απειλές

Οι αναπνευστικές λοιμώξεις παραμένουν σημαντική αιτία επιπλοκών και νοσηλειών, ιδιαίτερα σε ηλικιωμένους και ανθρώπους με χρόνια νοσήματα. Ο εμβολιασμός, σύμφωνα με τις ισχύουσες συστάσεις, και η έγκαιρη αντιμετώπιση των λοιμώξεων αποτελούν βασικά εργαλεία προστασίας.

Την ίδια στιγμή, η ατμοσφαιρική ρύπανση και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής προσθέτουν νέες πιέσεις στην αναπνευστική υγεία.

Η έκθεση σε αιωρούμενα σωματίδια, τα επεισόδια καύσωνα και οι πυρκαγιές επηρεάζουν ιδιαίτερα τους ανθρώπους με άσθμα, ΧΑΠ και άλλες χρόνιες παθήσεις.

Πρόκειται για ζητήματα που ξεπερνούν τα όρια του ιατρείου και απαιτούν συνεργασία της επιστημονικής κοινότητας με τους αρμόδιους φορείς δημόσιας υγείας.

Το στοίχημα για τη νέα διοίκηση

Η Ελληνική Πνευμονολογική Εταιρεία έχει διαχρονικό ρόλο στην εκπαίδευση των πνευμονολόγων, στην προαγωγή της έρευνας και στην ενημέρωση για τα νοσήματα του αναπνευστικού.

Για το νέο Διοικητικό Συμβούλιο, η πρόκληση είναι να διατηρήσει και να ενισχύσει αυτόν τον ρόλο σε ένα περιβάλλον όπου οι ανάγκες των ασθενών αυξάνονται και η επιστημονική γνώση εξελίσσεται με ταχύτητα.

Η συνεχιζόμενη εκπαίδευση, η συνεργασία με διεθνείς επιστημονικούς οργανισμούς και η συμβολή στη διαμόρφωση τεκμηριωμένων προτάσεων για τη δημόσια υγεία μπορούν να αποτελέσουν σημαντικούς άξονες της επόμενης περιόδου.

Η νέα διοίκηση της ΕΠΕ θα κριθεί, τελικά, όχι μόνο από την επιστημονική δραστηριότητα που θα αναπτύξει, αλλά και από το κατά πόσο θα καταφέρει να φέρει τα πραγματικά προβλήματα της αναπνευστικής υγείας πιο ψηλά στην ατζέντα της δημόσιας συζήτησης.