Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

28η Οκτωβρίου: Μέσα στη βιοτεχνία της οικογένειας Κοκκώνη που ράβει ελληνικές σημαίες από τη Σμύρνη του 1919 – «Ράβουμε ό,τι ανεμίζει»

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Στην καρδιά της Αθήνας, στη Στοά Νικολούδη, στεγάζεται μια από τις πλέον παλαιές επιχειρήσεις της πόλης, η ιστορία της οποίας διαγράφει μια σχεδόν παράλληλη πορεία με εκείνη της χώρας.

Πρόκειται για την εμβληματική βιοτεχνία με σημαίες, λάβαρα και είδη παρέλασης του Ηλία Κοκκώνη. Όπως αναφέρει η επιγραφή του καταστήματος, η οποία ελκύει εξίσου την προσοχή με τη βιτρίνα του, η επιχείρηση λειτουργεί από το 1897, με αρχική έδρα τη Μικρασιάτικη Σμύρνη. Συνδεδεμένη άμεσα με τις εξελίξεις, βρέθηκε μετά την καταστροφή στην Αθήνα, κατορθώνοντας να καθιερωθεί στον αιώνα που ακολούθησε ως ένας από τους βασικότερους προμηθευτές Δήμων, σχολείων, αλλά και απλών πολιτών με ελληνικές σημαίες.

Όταν η Σμύρνη γέμισε με ελληνικές σημαίες

Τις ημέρες των εθνικών επετείων η ζήτηση αυξάνεται κατακόρυφα. Τα ραφεία της βιοτεχνίας στο Μενίδι λειτουργούν ακατάπαυστα. Την πόρτα τους με αφορμή την επέτειο της 28ης Οκτωβρίου άνοιξε για το Orange Press Agency η Ελένη Κοκκώνη εγγονή του ιδρυτή της επιχείρησης.

Μέσα από τις δηλώσεις της μοιράζεται τους λόγους που επιλέγει τόσες γενιές μετά να κάνει την ίδια δουλειά. Ταυτόχρονα αποκαλύπτει μια ιστορία από την πρώτη περίοδο λειτουργίας, σε σχέση με την υποδοχή που έλαβε ο ελληνικός στρατός όταν έπιανε λιμάνι στη Σμύρνη το 1919, που ήταν κι η αρχή για να μονιμοποιήσει την παραγωγή των σημαιών η επιχείρηση.

«Ο παππούς μου ίδρυσε την εταιρεία στη Σμύρνη. Στην αρχή έφτιαχνε ομπρέλες, αλλά όταν ήταν να έρθει ο ελληνικός στρατός το 1919 αποφάσισε να γαζώσει και σημαίες και να μοιράσει σε όλη τη Σμύρνη για να υποδεχτούν τον ελληνικό στρατό. Δεν έγινε πολύ φανερά αυτό, λίγο κρυφά έγινε. Αλλά όταν ήρθε ο ελληνικός στρατός η Σμύρνη ήταν γεμάτη ελληνικές σημαίες», διηγείται η Ελένη Κοκκώνη.

Οι λόγοι που κάνουν την ίδια δουλειά τόσες γενιές μετά

Η Μικρασιατική καταστροφή επέφερε νέα δεδομένα, με την οικογένεια να γίνεται κι εκείνη μέρος του προσφυγικού ρεύματος, προσπαθώντας όμως να διατηρήσει και την επαγγελματική της δραστηριότητα, βαδίζοντας πάντα προς την ίδια κατεύθυνση. «Ήρθε στην Αθήνα και συνέχισε να φτιάχνει σημαίες», λέει η Ε. Κοκκώνη για τον παππού της που δεν πρόλαβε να τον γνωρίσει, αλλά έκανε το μεράκι του και δικό της.

Σχεδόν 130 χρόνια μετά την ίδρυσή της, η επιχείρηση εξακολουθεί να αποτελεί οικογενειακή υπόθεση. Για την ίδια, η ενασχόληση με αυτήν δεν ήταν απλώς μια επαγγελματική επιλογή, αλλά ένα κομμάτι της ζωής της. «Καταρχάς εγώ γεννήθηκα μέσα σε αυτή την εταιρεία, από μικρό παιδί και είναι η δεύτερή μου οικογένεια, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά».

Ακόμη και ορισμένες ιδιοτροπίες των πελατών αντιμετωπίζονται πάντα «με καλή διάθεση». Για παράδειγμα, «υπήρχε κάποια κυρία που ήθελε σημαία πιο πλούσια, με περισσότερες λωρίδες. Της είχαν φανεί λίγες. Ένας κύριος παλι, μας ζήτησε τη σημαία με το σταυρό κάτω γιατί έτσι την κρεμάει η γυναίκα του».

Ξεχωριστή πρόκληση αποτέλεσε μια παραγγελία για την Ακρόπολη. Από τα ραφεία της οικογένειας Κοκκώνη παραδόθηκε σημαία με μέγεθος εξίμιση μέτρα. «Εδώ έχουμε φτιάξει μέχρι και τριάντα μέτρα σημαία», λέει η κ. Κοκκώνη που απαντά ότι εκείνο που της έρχεται πρώτα όταν μιλάμε για την επιχείρηση, είναι το συναίσθημα της ικανοποίησης: «Είναι ωραίο να έρχεσαι κάθε πρωί με χαρά στη δουλειά σου».

«Υπάρχουν σημαίες που τις δουλεύεις όλη μέρα» – Ποια έφτασε το μισό στρέμμα σε έκταση

Στα ραφεία στο Μενίδι στον ρόλο της υπεύθυνης συναντάμε την Μίνα. Δουλεύει εκεί για πάνω από δέκα χρόνια, σε μια επιχείρηση που αισθάνεται κι εκείνη ως οικογένεια. «Δουλεύουμε αλληλέγγυα. Είναι μια δουλειά με ενδιαφέρον και όπως πάντα είναι μια δουλειά με τα πάνω και τα κάτω της», λέει χαρακτηριστικά.

Σε πρακτικό επίπεδο, ο χρόνος που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί μια σημαία εξαρτάται κυρίως από το μέγεθός της. «Υπάρχουν σημαίες που είναι τόσο μεγάλες που μπορεί μια κοπέλα να τη δουλεύει όλη μέρα. Δηλαδή μια σημαία τελευταία που βγάλαμε για τον Δήμο Κερατσινίου, ελληνική, ήταν 17 επί 28 μέτρα (σ.σ. 476 τ.μ., σχεδόν ίσο εμβαδό με μισό στρέμμα) και όπως καταλαβαίνετε πήρε δυό – τρεις μέρες να τη ράψει μια κοπέλα. Όταν είναι μικρές σημαίες μπορεί να βγουν χιλιάδες», εξηγεί.

Για τη Μίνα, το πιο ενδιαφέρον κομμάτι της δουλειάς είναι οι παραγγελίες που απαιτούν ειδική μελέτη και διαφορετικό τρόπο κατασκευής. «Όταν φτιάχνουμε μια περίεργη σημαία, την οποία δεν την έχουμε ξανακάνει και προσπαθούμε να βρούμε τον τρόπο πώς να στηθεί. Βγαίνουν διάφορα πράγματα με διάφορους ιστούς πλέον. Δεν είναι η απλή σημαία με τα κρικάκια».

Μια χειροποίητη τέχνη στην εποχή του AI

Οι ρυθμοί είναι ασταμάτητοι. Οι μηχανές στο ραφείο λειτουργούν από τις εξήμισι το πρωί μέχρι τις δυόμισι το μεσημέρι. Αυτή την περίοδο, στο επίκεντρο βρίσκονται κυρίως οι ελληνικές σημαίες, καθώς σχολεία και δήμοι προετοιμάζονται για τις εκδηλώσεις της 28ης Οκτωβρίου. «Τις περισσότερες τις ζητάνε τα σχολεία και οι δήμοι. Οι δήμοι παίρνουν χιλιάδες σημαίες. Υπουργεία. Οι άνθρωποι που θέλουν για το σπίτι τους».

Στην εποχή του AI σπανίζουν οι δουλειές που συνεχίζουν να είναι χειρωνακτικές. Το ραφείο λειτουργεί σαν κάψουλα που μεταφέρει τον επισκέπτη του σε μία άλλη εποχή. Μια αίθουσα γεμάτη εργαζόμενες που ράβουν η κάθε μία στον δικό της παγκο, με τους χτύπους από τους σύγχρονους «αργαλειούς» -τις γαζωτικές μηχανές, να συγχρονίζονται παράγοντας ένα θόρυβο όμοιο με εκείνον της γραφομηχανής, αλλά πολύ ισχυρότερο.

Η δουλειά μοιάζει να γίνεται μηχανικά με μια πρώτη ματιά, όμως προϋποθέτει τέχνη και μεράκι. «Δηλαδή ένα χέρι μπορεί να τη μάθει τη δουλειά, αλλά πρέπει λίγο να το ‘χεις», παρατηρεί η Μίνα.

«Δουλεύουμε τα πάντα, ό,τι ανεμίζει»

Παρότι πρόκειται για απαιτητική εργασία και μ’ έναν τρόπο που δεν είναι πλέον οικείος, ειδικά στον νέο κόσμο, τη δουλειά την επιλέγουν και νεότεροι εργαζόμενοι, θέλοντας κυρίως να αποφύγουν την εργασιακή αστάθεια. «Διαλέγουμε αυτή τη δουλειά για το ωράριο. Γιατί συνήθως οι ηλικίες οι μικρές όλες δουλεύουν πρωί, απόγευμα, βράδυ. Εμένα η κόρη μου ακολούθησε ενώ είχε σπουδάσει κάτι άλλο, ακολούθησε αυτό το επάγγελμα για το ωράριο καθαρά. Πενθήμερο οκτάωρο, δεκαπέντε μέρες τα Χριστούγεννα καθόμαστε και τρεις βδομάδες το καλοκαίρι», εξηγεί η Μίνα. Η ασφάλεια συνιστά εξίσου καθοριστικό παράγοντα. «Αυτή η σιγουριά το ότι πιστεύω ότι να ‘μαστε καλά θα πάρω σύνταξη από εδώ».

Ενόψει της 28ης Οκτωβρίου, στο ραφείο της επιχείρησης η παραγωγή έχει επικεντρωθεί αποκλειστικά στις ελληνικές σημαίες. Γενικά όμως, σε ο,τι αφορά το τι μπορεί να κατασκευάσει η επιχείρηση, η απάντηση συνοψίζεται σε μία φράση: «Δουλεύουμε τα πάντα. Ό,τι ανεμίζει».