Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Η περίπλοκη ιστορία γύρω από μια απόφαση του Μεταξά: Το μπλε των Κυκλάδων, η χολέρα και η περίφημη Κρουαζιέρα των Βασιλέων

Όποιος έχει βρεθεί στις Κυκλάδες δύσκολα ξεχνά την εικόνα τους. Λευκά σπίτια σκαρφαλωμένα στις πλαγιές, μπλε παράθυρα και πόρτες, στενά σοκάκια και το Αιγαίο να απλώνεται στο βάθος. Είναι μια εικόνα που σήμερα μοιάζει αυτονόητη, σαν να υπήρχε πάντοτε έτσι. Τα νησιά, όμως, δεν ήταν πάντα λευκά και μπλε. Και η ιστορία για το πώς απέκτησαν τη σημερινή τους όψη είναι πιο περίπλοκη από όσο αφήνει να εννοηθεί η γνωστή αφήγηση για μια απόφαση του Ιωάννη Μεταξά και μια επιδημία χολέρας.

Σύμφωνα με μια ιστορία που αναπαράγεται εδώ και δεκαετίες, το 1938 ο Ιωάννης Μεταξάς επέβαλε με διάταγμα το άσπρισμα των σπιτιών στις Κυκλάδες, προκειμένου να προστατευτούν οι κάτοικοι από τη χολέρα. Ο ασβέστης ήταν φθηνός, εύκολα διαθέσιμος και είχε απολυμαντικές ιδιότητες. Σε νησιά με περιορισμένες υποδομές υγιεινής, η χρήση του στους τοίχους, στις αυλές και στα σοκάκια παρουσιαζόταν ως μια πρακτική λύση απέναντι στον κίνδυνο της μετάδοσης ασθενειών. Κάπως έτσι, σύμφωνα με τη δημοφιλή εκδοχή, γεννήθηκε το λευκό των Κυκλάδων.

Υπάρχει, ωστόσο, ένα κενό με αυτή την ιστορία. Για την ακρίβεια, δύο κενά. Το διάταγμα που υποτίθεται ότι επέβαλε το καθολικό ασβέστωμα δεν έχει εντοπιστεί σε Φύλλο Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, ενώ δεν έχει τεκμηριωθεί η επιδημία χολέρας του 1938 στην οποία αποδίδεται η απόφαση. Αυτό ακριβώς εξέτασε η έρευνα του 2019 της Καθημερινής με τίτλο «Ποιος έβαψε τελικά λευκές τις Κυκλάδες;». Το δημοσίευμα θέτει υπό αμφισβήτηση την καθιερωμένη αφήγηση και επισημαίνει ότι δεν έχει βρεθεί το πρωτογενές τεκμήριο που θα επιβεβαίωνε τον γνωστό ισχυρισμό.

Η απουσία του διατάγματος από τα διαθέσιμα τεκμήρια δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν υγειονομικά μέτρα ή ότι ο ασβέστης δεν χρησιμοποιούνταν για λόγους καθαριότητας. Σημαίνει, όμως, ότι δεν μπορούμε να αποδίδουμε με βεβαιότητα στον Μεταξά τη δημιουργία της σημερινής εικόνας των Κυκλάδων. Η ιστορία μπορεί να φαίνεται ελκυστική και να προσφέρει μια απλή εξήγηση για κάτι που βλέπουμε παντού. Η πραγματικότητα, όπως συμβαίνει αρκετές φορές, δεν χωρά τόσο εύκολα σε μία μόνο απόφαση.

Πριν το λευκό

Πριν από την επικράτηση του λευκού, τα σπίτια των νησιών είχαν διαφορετικές αποχρώσεις. Πολλά διατηρούσαν το χρώμα της πέτρας, ενώ σε άλλα συναντούσε κανείς ώχρα, κεραμιδί, γήινο κόκκινο, γκρι και λουλακί. Τα χρώματα προέρχονταν συχνά από τοπικά υλικά και χρωστικές που αναμειγνύονταν με τα επιχρίσματα. Οι αποχρώσεις τους άλλαζαν με τον χρόνο και τις καιρικές συνθήκες, δημιουργώντας οικισμούς που έμοιαζαν περισσότερο δεμένοι με το άνυδρο τοπίο παρά με τη σημερινή ομοιόμορφη καρτ ποστάλ.

Άλλωστε, η αρχιτεκτονική των Κυκλάδων διαμορφώθηκε από πολύ συγκεκριμένες ανάγκες. Οι οικισμοί αναπτύσσονταν συχνά σε λόφους και σε θέσεις που προσέφεραν προστασία από τις επιδρομές. Σε εποχές που οι πειρατές αποτελούσαν πραγματική απειλή για τις νησιωτικές κοινότητες, τα σπίτια δεν έπρεπε να ξεχωρίζουν εύκολα από τη θάλασσα. Η πέτρα, οι γήινες αποχρώσεις και η πυκνή διάταξη των κτισμάτων βοηθούσαν να εντάσσονται στο φυσικό περιβάλλον. Ένα φωτεινό, ολόλευκο χωριό θα ήταν πολύ πιο ευδιάκριτο από μακριά.

Ο ασβέστης, βέβαια, δεν ήταν άγνωστος στους νησιώτες πριν από τη δεκαετία του ’30. Ήταν ένα πρακτικό υλικό, με πολλαπλές χρήσεις, που επέτρεπε στους κατοίκους να συντηρούν τις επιφάνειες των σπιτιών τους και να διατηρούν τους οικισμούς καθαρούς. Το άσπρισμα αποτελούσε μέρος της καθημερινότητας και συνδεόταν με τη φροντίδα του νοικοκυριού. Με τον καιρό, η συνήθεια αυτή απέκτησε σταθερή θέση στη ζωή των νησιών, με τους τοίχους και τα σοκάκια να ανανεώνονται συχνά πριν από μεγάλες γιορτές, όπως το Πάσχα και ο Δεκαπενταύγουστος.

Το μπλε των παραθύρων και των θυρών είχε επίσης μια απλή, καθημερινή αφετηρία. Η λουλάκη, η φθηνή μπλε σκόνη που χρησιμοποιούνταν για το πλύσιμο των ρούχων, ήταν γνωστή στα νησιώτικα νοικοκυριά. Η οικονομία και η διαθεσιμότητα των χρωστικών συνέβαλαν στη χρήση τους και στις εξωτερικές επιφάνειες των σπιτιών. Δεν υπήρχε εξαρχής ένας ενιαίος κανόνας για όλα τα νησιά. Το λευκό και το μπλε έγιναν σταδιακά ο κυρίαρχος συνδυασμός, ώσπου άρχισαν να συμβολίζουν κάτι πιο σημαντικό. Άρχισαν να δίνουν ταυτότητα.

Η περίφημη «Κρουαζιέρα των Βασιλέων»

Αυτή η αλλαγή συνδέθηκε και με την ανάπτυξη του τουρισμού. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ελλάδα αναζητούσε τρόπους να προβληθεί στο εξωτερικό. Οι Κυκλάδες, με το έντονο φως, τη θάλασσα και τους μικρούς οικισμούς τους, προσφέρονταν για μια εικόνα διαφορετική από εκείνη των ευρωπαϊκών πόλεων. Το λευκό των σπιτιών και το μπλε του Αιγαίου μπορούσαν να συμπυκνώσουν σε μία φωτογραφία την αίσθηση ενός ελληνικού καλοκαιριού.

Η Μύκονος βρέθηκε στο επίκεντρο αυτής της διαδικασίας. Το 1954 πραγματοποιήθηκε η περίφημη «Κρουαζιέρα των Βασιλέων», με το πλοίο «Αγαμέμνων», υπό την αιγίδα της βασιλικής οικογένειας. Στο ταξίδι συμμετείχαν Ευρωπαίοι μονάρχες και μέλη βασιλικών οικογενειών, ενώ η επίσκεψη στα νησιά έδωσε σημαντική δημοσιότητα στο Αιγαίο. Η βασίλισσα Φρειδερίκη συνδέεται συχνά με την ιδέα της αξιοποίησης φωτογραφιών από τα λευκά σπίτια της Μυκόνου για την προβολή της Ελλάδας. Ο ακριβής ρόλος της, πάντως, καθώς και η ύπαρξη συγκεκριμένης απόφασης το 1955 για την καθιέρωση του λευκού και του μπλε, χρειάζονται ξεχωριστή τεκμηρίωση από πρωτογενείς πηγές.

Η τουριστική προβολή έκανε αυτό που δεν μπορούσε να κάνει από μόνη της μια τοπική συνήθεια. Μετέτρεψε μια συγκεκριμένη εικόνα σε αναγνωρίσιμο σύμβολο. Οι φωτογραφίες των νησιών κυκλοφόρησαν στον διεθνή Τύπο, οι επισκέπτες αναζητούσαν το ίδιο τοπίο και η αρχιτεκτονική άρχισε να συνδέεται όλο και περισσότερο με την εμπειρία των διακοπών. Το λευκό και το μπλε δεν ήταν πια μόνο τα χρώματα που συναντούσε κανείς σε πολλά σπίτια. Έγιναν μέρος της εικόνας της Ελλάδας προς τον κόσμο. Και κάπως έτσι, γεννήθηκε ένα brand.

Η απόφαση της δικτατορίας των Συνταγματαρχών

Η διαδικασία αυτή ενισχύθηκε θεσμικά κατά τη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Το 1972, η Νομαρχία Κυκλάδων απέστειλε έγγραφο σε αστυνομικές αρχές, δημάρχους και προέδρους κοινοτήτων, ζητώντας να περιοριστούν οι διαφορετικές αποχρώσεις στις εξωτερικές όψεις των κτιρίων και να επικρατήσει το λευκό. Το έγγραφο της 15ης Ιουνίου 1972 αποτελεί συγκεκριμένο τεκμήριο αυτής της προσπάθειας ομοιομορφίας. Σε αντίθεση με το υποτιθέμενο διάταγμα του 1938, για το οποίο δεν έχει εντοπιστεί αντίστοιχο πρωτογενές τεκμήριο, η ρύθμιση του 1972 αναφέρεται σε δημοσιεύματα που παραθέτουν το περιεχόμενό της.

Η εξαίρεση της Σύρου

Δεν ακολούθησαν, πάντως, όλα τα νησιά την ίδια αρχιτεκτονική πορεία. Η Σύρος, πρωτεύουσα των Κυκλάδων, διατήρησε μια ξεχωριστή ταυτότητα, ιδιαίτερα μέσα από την Ερμούπολη, η οποία γνώρισε μεγάλη εμπορική και ναυτιλιακή ακμή τον 19ο αιώνα. Τα νεοκλασικά κτίρια, τα αρχοντικά, οι χρωματιστές προσόψεις και οι τοιχογραφίες συνθέτουν ένα αστικό τοπίο διαφορετικό από εκείνο που συνδέουμε συνήθως με τις Κυκλάδες. Το δημαρχείο της Ερμούπολης, έργο του Ερνέστου Τσίλερ, θεμελιώθηκε το 1876 και ολοκληρώθηκε το 1889. Η αρχιτεκτονική του αποτυπώνει την οικονομική δύναμη και τις ευρωπαϊκές επιρροές μιας πόλης που αναπτύχθηκε ως σημαντικό εμπορικό κέντρο.

Σήμερα, οι Κυκλάδες βρίσκονται ανάμεσα στην παράδοση και σε μια τουριστική ανάπτυξη που μεταβάλλει διαρκώς το τοπίο. Τα λευκά σπίτια, τα στενά σοκάκια και οι μικρές εκκλησίες εξακολουθούν να αποτελούν βασικά στοιχεία της γοητείας τους. Την ίδια στιγμή, πολυτελή ξενοδοχεία, βίλες, ιδιωτικές πισίνες και μεγάλες τουριστικές επενδύσεις αλλάζουν την κλίμακα και τον χαρακτήρα πολλών περιοχών. Η Μύκονος και η Σαντορίνη έχουν γίνει διεθνείς προορισμοί, ενώ η πίεση για νέες κατασκευές φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα πώς μπορεί να προστατευτεί η φυσιογνωμία των νησιών χωρίς να αγνοείται η οικονομική σημασία του τουρισμού.

Η ιστορία του λευκού των Κυκλάδων δεν είναι τελικά τόσο απλή όσο ο ένα διάταγμα και μια επιδημία. Η υγιεινή, τα διαθέσιμα υλικά, οι τοπικές συνήθειες, η κρατική παρέμβαση και η τουριστική προβολή συνέβαλαν, σε διαφορετικές περιόδους, στη διαμόρφωση της εικόνας που γνωρίζουμε σήμερα. Η πραγματική ιστορία πίσω από τις αφηγήσεις, όσο γοητευτικές κι αν είναι αυτές, είναι διαφορετική. Ακόμη κι αν έχουμε μάθει να ακούμε πως τα σπίτια στις Κυκλάδες είναι λευκά λόγω του Ιωάννη Μεταξά. Το επέβαλε στη χολέρα του 1938.