Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Καρκίνος πριν από τη γέννηση: Το DNA αποκάλυψε πώς η νόσος πέρασε από τη μία δίδυμη αδελφή στην άλλη

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Ένας όγκος στο πρόσωπο ενός εμβρύου, που εντοπίστηκε κατά τον προγεννητικό έλεγχο, ήταν η πρώτη ένδειξη μιας εξαιρετικά σπάνιας ιατρικής περίπτωσης. Όταν γεννήθηκαν δύο πανομοιότυπες δίδυμες αδελφές, οι γιατροί διαπίστωσαν ότι και οι δύο είχαν προσβληθεί από την ίδια επιθετική μορφή καρκίνου. Τα δύο κορίτσια, η Αμέλια και η Αμάγια, δεν κατάφεραν να επιβιώσουν.

Το ερώτημα που απασχόλησε τους επιστήμονες ήταν πώς εμφανίστηκε η ίδια τόσο ασυνήθιστη κακοήθεια και στα δύο παιδιά. Είχε αναπτυχθεί ανεξάρτητα σε κάθε έμβρυο ή είχε ξεκινήσει στη μία αδελφή και μεταφερθεί στην άλλη κατά τη διάρκεια της κύησης;

Η απάντηση βρέθηκε στο DNA. Μέσα από μια λεπτομερή γενετική ανάλυση, οι ερευνητές κατάφεραν να αποδείξουν ότι ο καρκίνος ξεκίνησε στο ένα δίδυμο και πέρασε στο άλλο μέσω της κοινής πλακουντιακής κυκλοφορίας, πριν από τη γέννηση.

Τα αποτελέσματα παρουσιάζονται στη μελέτη «Embryonic origin of cancer in newborn twins», που δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου 2026 στο επιστημονικό περιοδικό Nature Communications.

Πέρα από την πορεία της νόσου, η έρευνα αποκάλυψε και κάτι απροσδόκητο: τα γενετικά ίχνη των δύο παιδιών υποδεικνύουν ότι ο διαχωρισμός των κυτταρικών σειρών από τις οποίες προήλθαν μπορεί να άρχισε πολύ νωρίτερα από ό,τι προβλέπει το κλασικό μοντέλο δημιουργίας των μονοζυγωτικών διδύμων.

Η γενετική υπογραφή που πρόδωσε την προέλευση του καρκίνου

Οι δύο αδελφές είχαν εμφανίσει ένα εξαιρετικά σπάνιο αδιαφοροποίητο σάρκωμα, κακοήθεια των μαλακών μορίων που στη συγκεκριμένη περίπτωση χαρακτηριζόταν από τη γονιδιακή σύντηξη MN1::ZNF341.

Η σύντηξη προκύπτει όταν τμήματα δύο διαφορετικών γονιδίων ενώνονται με μη φυσιολογικό τρόπο. Το συγκεκριμένο γενετικό χαρακτηριστικό έχει συνδεθεί με μια ιδιαίτερα επιθετική παιδιατρική κακοήθεια, η οποία εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο μελέτης.

Σύμφωνα με ξεχωριστή έρευνα στο Pediatric Blood & Cancer για τους όγκους με σύντηξη MN1::ZNF341, η νόσος παρουσιάζει ιδιαίτερα κλινικά και μοριακά χαρακτηριστικά που τη διαφοροποιούν από άλλους παιδικούς όγκους, όπως το νευροβλάστωμα.

Για να εξακριβώσουν την προέλευση του καρκίνου, οι επιστήμονες ανέλυσαν συνολικά 33 δείγματα: 23 από φυσιολογικούς ιστούς των δύο παιδιών και τον πλακούντα, καθώς και 10 από διαφορετικές καρκινικές εστίες.

Ειδικότερα, εξετάστηκαν έξι δείγματα φυσιολογικού ιστού από κάθε δίδυμο και 11 από τον πλακούντα. Ακολούθησε αλληλούχιση ολόκληρου του γονιδιώματος υψηλής κάλυψης, ενώ χρησιμοποιήθηκε και αλληλούχιση RNA για την επιβεβαίωση της χαρακτηριστικής γονιδιακής σύντηξης.

Το καθοριστικό στοιχείο ήταν ότι όλα τα δείγματα όγκων, και από τα δύο παιδιά, έφεραν γενετικές μεταβολές που ανήκαν στην κυτταρική γενεαλογία του πρώτου διδύμου.

Η ανακάλυψη αυτή επέτρεψε στους ερευνητές να διαπιστώσουν ότι οι καρκινικές εστίες δεν είχαν αναπτυχθεί ανεξάρτητα. Προέρχονταν από έναν αρχικό όγκο, ο οποίος στη συνέχεια εξαπλώθηκε.

Πώς ο καρκίνος πέρασε από το ένα έμβρυο στο άλλο

Η γενετική ανασύνθεση τοποθετεί την εμφάνιση του αρχικού όγκου στο πρόσωπο του πρώτου διδύμου προς το τέλος του πρώτου τριμήνου της εγκυμοσύνης.

Στη συνέχεια, πιθανότατα κατά το τελευταίο μέρος του δεύτερου τριμήνου, καρκινικά κύτταρα πέρασαν μέσω των αγγειακών συνδέσεων του πλακούντα στην κυκλοφορία του δεύτερου εμβρύου, όπου εγκαταστάθηκαν και δημιούργησαν νέες εστίες.

Για να ανασυνθέσουν αυτή τη διαδρομή, οι επιστήμονες εξέτασαν 212 μεταλλάξεις των όγκων, τις οποίες κατέταξαν σε 13 διαφορετικές γενετικές ομάδες. Με βάση τη σειρά εμφάνισής τους, δημιούργησαν ένα εξελικτικό δέντρο των καρκινικών κυττάρων.

Τα αποτελέσματα υποδεικνύουν ότι πραγματοποιήθηκε ένα μόνο επεισόδιο μεταφοράς καρκινικών κυττάρων από το πρώτο στο δεύτερο δίδυμο.

Η χρονική τοποθέτηση αυτών των γεγονότων βασίζεται στη γενετική ανάλυση και στην εκτίμηση του ρυθμού συσσώρευσης μεταλλάξεων. Δεν πρόκειται για γεγονότα που παρατηρήθηκαν απευθείας σε πραγματικό χρόνο.

Ο μηχανισμός είναι εξαιρετικά σπάνιος, αλλά βιολογικά εφικτός. Σε μονοχοριακές δίδυμες κυήσεις, όπου τα έμβρυα μοιράζονται έναν πλακούντα, μπορεί να υπάρχουν αγγειακές συνδέσεις που επιτρέπουν τη μετακίνηση κυττάρων μεταξύ των δύο κυκλοφοριών.

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο καρκίνος είναι μεταδοτικός με τη συνήθη έννοια. Η συγκεκριμένη περίπτωση αφορά μια ιδιαίτερη συνθήκη της ενδομήτριας ζωής, κατά την οποία καρκινικά κύτταρα μπόρεσαν να μεταφερθούν απευθείας από το ένα έμβρυο στο άλλο.

Μια απροσδόκητη ανακάλυψη για τη δημιουργία των πανομοιότυπων διδύμων

Η μελέτη δεν περιορίστηκε στην προέλευση του σαρκώματος. Η ίδια τεχνική επέτρεψε στους επιστήμονες να εξετάσουν τις πρώτες κυτταρικές διαιρέσεις από τις οποίες προέκυψαν οι δύο αδελφές.

Τα μονοζυγωτικά δίδυμα προέρχονται από ένα γονιμοποιημένο ωάριο. Σύμφωνα με το κλασικό εμβρυολογικό μοντέλο, όταν μοιράζονται έναν πλακούντα, ο διαχωρισμός θεωρείται ότι πραγματοποιείται συνήθως περίπου την έκτη ημέρα μετά τη γονιμοποίηση, στο στάδιο της βλαστοκύστης.

Ωστόσο, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι τα συγκεκριμένα δίδυμα μοιράζονταν μόνο μία πολύ πρώιμη μετάλλαξη, ενώ στη συνέχεια οι κυτταρικές τους σειρές είχαν αποκτήσει διαφορετικές γενετικές υπογραφές.

Το εύρημα υποδηλώνει ότι η διαφοροποίηση των κυττάρων από τα οποία προέκυψε κάθε παιδί ενδέχεται να είχε αρχίσει πολύ νωρίτερα, πιθανώς όταν το έμβρυο αποτελούνταν από μόλις τέσσερα κύτταρα.

Η ανάλυση του πλακούντα έδειξε επίσης ότι οι πρώιμες κυτταρικές σειρές δεν συνέβαλαν εξίσου στον σχηματισμό του. Κάθε δίδυμο προερχόταν σχεδόν εξ ολοκλήρου από διαφορετική κυτταρική γενεαλογία, ενώ και η κατανομή των κυττάρων στον πλακούντα ήταν ασύμμετρη.

Τα στοιχεία αυτά δεν αρκούν για να ανατρέψουν το καθιερωμένο μοντέλο δημιουργίας των μονοζυγωτικών διδύμων. Δείχνουν, όμως, ότι η πρώιμη εμβρυϊκή ανάπτυξη μπορεί να ακολουθεί πιο σύνθετες διαδρομές από εκείνες που περιγράφονται συνήθως.

Το 75% των κυττάρων του σπλήνα προερχόταν από την άλλη αδελφή

Μια ακόμη εντυπωσιακή παρατήρηση αφορούσε την ανταλλαγή φυσιολογικών κυττάρων μεταξύ των δύο εμβρύων.

Η γενετική ανάλυση έδειξε ότι περίπου το 75% των κυττάρων που εξετάστηκαν στον σπλήνα του πρώτου διδύμου προερχόταν από το δεύτερο.

Το φαινόμενο αυτό ονομάζεται χιμαιρισμός: στον ίδιο οργανισμό συνυπάρχουν κυτταρικοί πληθυσμοί με διαφορετική γενετική προέλευση.

Ο χιμαιρισμός μπορεί να εμφανιστεί σε δίδυμα που μοιράζονται αγγειακές συνδέσεις κατά την κύηση, καθώς κύτταρα του αίματος μεταφέρονται από το ένα έμβρυο στο άλλο.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η παρουσία τόσο μεγάλου ποσοστού κυττάρων διαφορετικής προέλευσης αποτέλεσε ένα επιπλέον στοιχείο για τη στενή βιολογική σύνδεση των δύο παιδιών κατά την ενδομήτρια ζωή.

Το DNA ως αρχείο των πρώτων σταδίων της ζωής

Η σημαντικότερη επιστημονική συμβολή της έρευνας είναι η αξιοποίηση της λεγόμενης ιχνηλάτησης κυτταρικής γενεαλογίας μέσω DNA (DNA lineage tracing).

Καθώς τα κύτταρα διαιρούνται, αποκτούν μικρές γενετικές αλλαγές. Ορισμένες μεταβιβάζονται στα κύτταρα που προκύπτουν από αυτά και λειτουργούν ως σημάδια κοινής καταγωγής.

Αναλύοντας τέτοιες μεταλλάξεις σε διαφορετικούς ιστούς, οι επιστήμονες μπορούν να ανασυνθέσουν τη σχέση μεταξύ κυτταρικών πληθυσμών, να προσδιορίσουν την προέλευση ενός όγκου και να διερευνήσουν πώς εξαπλώθηκε.

Στην περίπτωση των δύο διδύμων, η μέθοδος επέτρεψε να αποκαλυφθούν γεγονότα που είχαν συμβεί μήνες πριν από τη γέννησή τους, αλλά και να αναγνωριστούν ίχνη από τις πρώτες κυτταρικές διαιρέσεις του αρχικού εμβρύου.

Πρόκειται για ερευνητική τεχνική και όχι για εξέταση που εφαρμόζεται στον συνήθη προγεννητικό έλεγχο. Επιπλέον, επειδή η μελέτη αφορά μία μόνο δίδυμη κύηση, τα ευρήματα δεν μπορούν να γενικευθούν σε όλα τα μονοζυγωτικά δίδυμα.

Η αξία της, ωστόσο, είναι ιδιαίτερη. Μέσα από τη γενετική ιστορία ενός σπάνιου καρκίνου, οι επιστήμονες κατάφεραν να ανασυνθέσουν γεγονότα που συνέβησαν πριν ακόμη γεννηθούν τα δύο παιδιά και να αποκτήσουν μια σπάνια εικόνα των πρώτων στιγμών της ανθρώπινης ανάπτυξης.