Μετά την ολοκλήρωση της συνάντησης του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ Μάρκο Ρούμπιο, κυβερνητικές πηγές αναφέρουν ότι επιβεβαιώθηκε το ιστορικά υψηλό επίπεδο των ελληνοαμερικανικών σχέσεων, καθώς και η αμοιβαία βούληση για την περαιτέρω εμβάθυνση και διεύρυνση της διμερούς συνεργασίας στην άμυνα και την ασφάλεια, την ενεργειακή ασφάλεια, το εμπόριο, τις επενδύσεις, την τεχνολογία, τη ναυτιλία, την εκπαίδευση και τον πολιτισμό.
Οι ίδιες πηγές προσθέτουν πως ο Πρωθυπουργός υπογράμμισε τον ρόλο της Ελλάδας ως πυλώνα σταθερότητας και ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο, ως αξιόπιστου εταίρου και συμμάχου, με κομβικό ρόλο για την ασφάλεια εταίρων και συμμάχων σε μια συγκυρία μεγάλων γεωπολιτικών ανακατατάξεων και αστάθειας στην ευρύτερη περιοχή.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τόνισε ότι η Ελλάδα στάθηκε στο πλευρό των εταίρων του Κόλπου, ενώ επανέλαβε την προσήλωση της Ελλάδας στην ασφάλεια και την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, η οποία, άλλωστε, αποδεικνύεται στην πράξη, καθώς η χώρα μας συμμετέχει με πλοία στην ευρωπαϊκή επιχείρηση EUNAVFOR ASPIDES στην Ερυθρά Θάλασσα.
Ακόμη, ανταλλάγησαν απόψεις για ζητήματα και έργα συνδεσιμότητας που ενισχύουν την ενεργειακή ασφάλεια και την περιφερειακή συνδεσιμότητα. Συζητήθηκαν ακόμη οι τελευταίες διεθνείς και περιφερειακές εξελίξεις, με έμφαση στην Ουκρανία, στο Ιράν, στη Μέση Ανατολή και την ευρύτερη Ανατολική Μεσόγειο. Επιπλέον, εξήραν τον ρόλο της ελληνικής κοινότητας στις ΗΠΑ ως γέφυρας κατανόησης και φιλίας μεταξύ των δύο χωρών.
Στη συνάντηση συμμετείχαν, από την ελληνική πλευρά, ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης, η Υφυπουργός Εξωτερικών Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου, η Διευθύντρια του Διπλωματικού Γραφείου του Πρωθυπουργού, Πρέσβης Κατερίνα Νασίκα, ο Πρέσβης της Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, Αντώνης Αλεξανδρίδης και η Διευθύντρια του Γραφείου Διεθνούς Στρατηγικού Σχεδιασμού και Επικοινωνίας του Πρωθυπουργού Αριστοτελία Πελώνη.
Κατά την έναρξη της συνάντησης, ο Πρωθυπουργός απευθυνόμενος στον Αμερικανό Υπουργό Εξωτερικών ανέφερε τα εξής: «Kαταρχάς, καλώς ήρθατε και συγχαρητήρια για την ιδιαίτερα εντυπωσιακή ομιλία σας. Πιστεύω ότι ανέδειξε όχι μόνο τους ιστορικούς δεσμούς μεταξύ των δύο χωρών μας, αλλά και, πιστεύω, όσα χρωστάει ο δυτικός κόσμος στην αρχαία Αθήνα. Θυμάμαι -το επισημάνατε- ότι ήσασταν μέλος της επιτροπής υποδοχής όταν μου δόθηκε η ευκαιρία να μιλήσω σε κοινή συνεδρίαση των δύο σωμάτων του Κογκρέσου και να αναφερθώ τότε σε αυτή την κοινή πορεία των δύο χωρών μας. Με χαροποιεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι αυτή τη στιγμή οι σχέσεις μας, πιστεύω, βρίσκονται στο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας πυλώνας σταθερότητας σε μία ταραγμένη περιοχή, αλλά και μία «γέφυρα» μεταξύ της Ευρώπης, της Δύσης, των Ηνωμένων Πολιτειών, της Μέσης Ανατολής και του αραβικού κόσμου, των χωρών του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC). Υπό αυτή την έννοια, ναι, συμφωνώ μαζί σας ότι αποτελούμε έναν αναντικατάστατο εταίρο για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Χαίρομαι που η σχέση μας έχει προχωρήσει πέρα από τις παραδοσιακές συνεργασίες σε πολιτικό επίπεδο και στον τομέα της ασφάλειας. Η ενέργεια και η συνδεσιμότητα είναι πλέον ιδιαίτερα σημαντικές στις διμερείς σχέσεις μας. Χαίρομαι ιδιαίτερα που η Ελλάδα έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους ώστε να καταστεί σημείο εισόδου για αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο στην Ευρώπη. Είμαστε πλέον πάροχοι ενεργειακής ασφάλειας για τους βόρειους γείτονές μας. Επιπρόσθετα, αποδίδουμε μεγάλη σημασία στα έργα συνδεσιμότητας, στον τεράστιο ρόλο που διαδραματίζει η ελληνική ναυτιλία στη μεταφορά εμπορευμάτων και, φυσικά, στο κοινό συμφέρον που μοιραζόμαστε για τη διαφύλαξη της ελευθερίας της ναυσιπλοΐας, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Αυτοί είναι μόνο μερικοί από τους τομείς αμοιβαίου ενδιαφέροντος και χαίρομαι ιδιαίτερα που ο Στρατηγικός Διάλογος κατάφερε να καλύψει όλα αυτά τα θέματα. Να σας καλωσορίσω και πάλι στην Αθήνα, και συγχαρητήρια για μία ομιλία, που πιστεύω ότι θα έχει απήχηση πολύ πέρα από τον χώρο όπου εκφωνήθηκε».
Παίρνοντας τον λόγο ο Αμερικανός Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ ανέφερε τα εξής: «Καταρχάς, σας ευχαριστώ για την υποδοχή που μου επιφυλάξατε και για την ευκαιρία που μου δόθηκε να μιλήσω σε ένα τόσο ιστορικό σημείο. Ποτέ δεν πίστευα ότι θα είχα την ευκαιρία να το κάνω αυτό και θεωρώ ότι είναι σημαντικό. Αλλά πραγματικά, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αυτό συνάδει με το θέμα της επίσκεψης, που είναι η ιστορική συμμαχία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ελλάδας, η οποία δεν έχει μόνο μακρά ιστορική διαδρομή, έχει και βαθιά ιστορική σημασία. Εδράζεται σε πολύ ισχυρούς πυλώνες κοινής κουλτούρας, κοινών αξιών και, όπως είπατε, έχει μόνο ενισχυθεί. Έχει επεκταθεί πέρα από τα θέματα άμυνας, πάνω στα οποία πάντα εργαζόμασταν, ακόμη και πέρα από τα διπλωματικά ζητήματα, πάνω στα οποία πάντα εργαζόμασταν. Τώρα όμως έχει επεκταθεί στην οικονομία, στο εμπόριο, στην ασφάλεια και στα δικαιώματα της ναυτιλίας σε διεθνές επίπεδο, στην ενέργεια. Και, όπως είπατε, υπάρχουν πολλοί παράγοντες ανασφάλειας που σας περιβάλλουν σε αυτή την περιοχή, όμως έχουμε εσάς εδώ ως έναν τόσο ισχυρό εταίρο μας και συνεχίζουμε να ενισχύουμε αυτή τη σχέση με τρόπο που είναι αμοιβαία επωφελής. Πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε περισσότερα στους τομείς της οικονομίας, της ενέργειας και του εμπορίου, τα οποία θα ωφελήσουν τόσο τον λαό της Ελλάδας όσο και τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών, και αναζητούμε πάντα τέτοιες ευκαιρίες. Αν έπρεπε να αναφερθώ σε ένα πράγμα που καθορίζει τη συμμαχία μας -επειδή μερικές φορές χρησιμοποιείται ο όρος «συμμαχία» και ακούγεται σαν να πρόκειται απλώς για μια διπλωματική συμμαχία-, αλλά ένα από τα στοιχεία όπου βασίζεται η εταιρική σχέση μας, μια πολύ ισχυρή εταιρική σχέση, είναι ότι συμφωνούμε ως προς τα ίδια προβλήματα: συμφωνούμε ότι έχουμε τα ίδια προβλήματα που μας απασχολούν και τις περισσότερες φορές συμφωνούμε ως προς τη σωστή λύση. Επομένως, όταν έχεις τέτοιους εταίρους, για να μην αναφέρω τους ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς που αποτελούν το θεμέλιο της σχέσης μας, υπάρχουν πολλά πράγματα για τα οποία είμαστε ενθουσιασμένοι. Χαίρομαι που βρίσκομαι εδώ και προσβλέπω στην περαιτέρω ενίσχυση αυτής της σχέσης».
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ
