Ψευτογιατροί και «θεραπείες – θαύματα»: Τι πρέπει να προσέχετε, σύμφωνα με την πρόεδρο της ΕΝΑΣΕΛ, Μέμη Τσεκούρα
Υπάρχει μια στιγμή κατά την οποία ακόμη και ο πιο ψύχραιμος άνθρωπος μπορεί να γίνει ευάλωτος. Είναι η στιγμή μιας σοβαρής διάγνωσης. Ο φόβος μπαίνει μπροστά από τη λογική, η ανάγκη για ελπίδα γίνεται τεράστια και μια απόλυτη υπόσχεση («εγώ θα σε κάνω καλά») μπορεί ξαφνικά να ακούγεται πολύ πιο ελκυστική από την επιστημονικά υπεύθυνη φράση «δεν μπορώ να σας το εγγυηθώ».
Πώς ξεχωρίζει λοιπόν ο ασθενής την πραγματική ελπίδα από την εκμετάλλευσή της;
Στο νέο επεισόδιο του vidcast Υγείας του Newsbeast «Από το Α ως το Ω3», η πρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας, Μέμη Τσεκούρα, μιλά για αυτήν ακριβώς την ευάλωτη στιγμή και για όσα μπορούν να λειτουργήσουν ως δίχτυ προστασίας.
Μετά το σοκ της διάγνωσης
Η πρώτη αντίδραση σε μια σοβαρή διάγνωση, όπως περιγράφει η κα Τσεκούρα, είναι συχνά το σοκ. Ο ασθενής φεύγει από το ιατρείο και προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς του συμβαίνει. Και τότε ανοίγονται μπροστά του πολλοί δρόμοι:
- δεύτερη ιατρική γνώμη,
- οικογένεια,
- διαδίκτυο,
- social media,
- συμβουλές φίλων και γνωστών,
αλλά και άνθρωποι που μπορεί να του υποσχεθούν εκείνο που περισσότερο από οτιδήποτε άλλο θέλει να ακούσει: ότι θα γίνει καλά.
Η δεύτερη ιατρική γνώμη, τονίζει, είναι δικαίωμα του ασθενούς. Εξίσου σημαντική θεωρεί την επικοινωνία με τους συλλόγους ασθενών, ιδιαίτερα στις χρόνιες και σοβαρές ασθένειες. Εκεί ο κάθε άνθρωπος μπορεί να συναντήσει άλλα άτομα με ανάλογες εμπειρίες, αλλά και να βρει υποστήριξη από επαγγελματίες και επιστημονικές ομάδες.
«Δεν υπάρχουν θαύματα»
Το ισχυρότερο μήνυμα της συζήτησης έρχεται στο τέλος:
- Απέναντι στις ιστορίες περί μιας θεραπείας που «ήρθε από το εξωτερικό»,
- στις προσωπικές μαρτυρίες και στις υποσχέσεις θεαματικών αποτελεσμάτων,
η Μέμη Τσεκούρα αντιπαραθέτει την επιστημονική γνώση: θεραπευτικά πρωτόκολλα, τεκμηριωμένες αγωγές και επιστήμονες που έχουν εκπαιδευτεί για να αντιμετωπίζουν την ασθένεια.
Η ίδια συνοψίζει την άμυνα του ασθενούς σε μία έννοια: εγγραμματοσύνη υγείας. Να μαθαίνουμε. Να ψάχνουμε σωστά. Να αναζητούμε αξιόπιστες πηγές. Να ρωτάμε τους κατάλληλους επιστήμονες. Να μη θεωρούμε μια προσωπική μαρτυρία απόδειξη ότι μια θεραπεία λειτουργεί.
Το πρόβλημα της ιατρικής γλώσσας
Υπάρχει όμως και ευθύνη του ίδιου του συστήματος Υγείας. Η πρόεδρος της Ένωσης Ασθενών Ελλάδας επισημαίνει ένα διαχρονικό παράπονο των ασθενών: ο χρόνος του γιατρού είναι περιορισμένος και η ιατρική γλώσσα συχνά δύσκολη.
Ένας άνθρωπος που μόλις έχει ακούσει μια διάγνωση πρέπει όχι απλώς να ενημερωθεί, αλλά να καταλάβει τι του συμβαίνει και τι πρόκειται να ακολουθήσει.
Η συζήτηση ανοίγει έτσι ένα ευρύτερο ζήτημα: μια πραγματικά ολιστική φροντίδα δεν τελειώνει στη συνταγογράφηση. Μπορεί να χρειάζεται ψυχολογική, διατροφική και φυσικοθεραπευτική υποστήριξη, καθώς και καθοδήγηση του ασθενούς προς αξιόπιστες πηγές ενημέρωσης.
Η παγίδα του «εμένα με έκανε καλά»
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και σε μια από τις παλαιότερες μορφές «παραπληροφόρησης»: τη συμβουλή από στόμα σε στόμα: «Εμένα ο γιατρός μου έδωσε αυτό», «εμένα με βοήθησε εκείνο», «πήγα στον τάδε και έγινα καλά».
Μπορεί να λέγονται με τις καλύτερες προθέσεις. Δεν αποτελούν όμως ιατρική απόδειξη. Δύο άνθρωποι με φαινομενικά παρόμοιο πρόβλημα μπορεί να έχουν διαφορετικό ιστορικό και διαφορετικές ανάγκες και να χρειάζονται διαφορετική θεραπευτική αντιμετώπιση.
Γι’ αυτό η σχέση εμπιστοσύνης με τον γιατρό, η δυνατότητα δεύτερης γνώμης και η εξατομίκευση της θεραπείας αποτελούν κεντρικά σημεία της συζήτησης.
Ο ασθενής δεν πρέπει να μένει μόνος
Και υπάρχει ακόμη ένας παράγοντας που συχνά υποτιμούμε: η οικογένεια. Μια σοβαρή ή χρόνια ασθένεια σπάνια αφορά αποκλειστικά τον άνθρωπο που έχει τη διάγνωση. Επηρεάζει ολόκληρο το περιβάλλον του. Η οικογένεια μπορεί να βοηθήσει τον ασθενή να ακούσει, να θυμηθεί, να αξιολογήσει πληροφορίες, να αντέξει ψυχολογικά, ακόμη και να προστατευτεί σε μια περίοδο κατά την οποία ο φόβος τον καθιστά περισσότερο ευάλωτο. Γιατί τελικά το μεγάλο ερώτημα δεν είναι εάν ο άνθρωπος που φοβάται χρειάζεται ελπίδα. Το ερώτημα είναι πού θα την αναζητήσει.
Και τελικά πώς θα καταφέρει να ξεχωρίσει εκείνον που του λέει «θα κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορεί η επιστήμη» από εκείνον που του υπόσχεται: «εγώ θα σε σώσω»;