Τα τεχνητά γλυκαντικά χρησιμοποιούνται ευρέως ως υποκατάστατα της ζάχαρης, ωστόσο μια νέα εργαστηριακή έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ δείχνει ότι τα περισσότερα από αυτά μπορούν να επηρεάσουν άμεσα – και σημαντικά – το μικροβίωμα του εντέρου.
Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι γλυκαντικές ουσίες που συναντώνται συχνά σε τρόφιμα και αναψυκτικά επιβραδύνουν την ανάπτυξη συγκεκριμένων βακτηρίων, επηρεάζοντας όχι μόνο την υγεία του εντέρου, αλλά και συνολικά του οργανισμού.
Μάλιστα, μία συγκεκριμένη γλυκαντική ουσία, η ισοστεβιόλη, όταν συνδυάστηκε με το αντικαταθλιπτικό φάρμακο ντουλοξετίνη, περιόρισε και δύο σημαντικά βακτήρια που συνδέονται με τη ρύθμιση του σακχάρου στο αίμα. Ο συγκεκριμένος συνδυασμός ενδέχεται επίσης να επηρεάζει τις ανοσολογικές αντιδράσεις του οργανισμού.
Οι επιστήμονες επισημαίνουν, ωστόσο, ότι χρειάζονται περισσότερες μελέτες για να γίνουν κατανοητές οι πραγματικές επιπτώσεις αυτών των ευρημάτων στην ανθρώπινη υγεία. Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε εργαστηριακό περιβάλλον και αποτελεί μία από τις πρώτες προσπάθειες αξιολόγησης της άμεσης επίδρασης των γλυκαντικών ουσιών στα βακτήρια του εντέρου, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με άλλες ουσίες.
Πού βρίσκονται τα γλυκαντικά
Οι γλυκαντικές ουσίες χρησιμοποιούνται ευρέως σε πολλά τρόφιμα και αναψυκτικά όπως: αναψυκτικά, γλυκά, επιδόρπια, σνακ, δημητριακά. Παρότι προωθούνται ως πιο υγιεινές εναλλακτικές λύσεις σε σχέση με τη ζάχαρη, αυξάνονται τα επιστημονικά στοιχεία που τις συνδέουν με ασθένειες όπως ο διαβήτης τύπου 2, η παχυσαρκία και ο καρκίνος.
Παρά την εκτεταμένη χρήση τους, έχουν πραγματοποιηθεί ελάχιστες μελέτες σχετικά με τις άμεσες αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις γλυκαντικές ουσίες και στα βακτήρια του εντέρου. Τα βακτήρια αυτά αποτελούν μέρος διαδραματίζουν κρίσιμο ρόλο στη διατήρηση της υγείας του οργανισμού.
Τι γνωρίζαμε μέχρι σήμερα
Ο καθηγητής Κίραν Πατίλ, από τη Μονάδα Τοξικολογίας του Βρετανικού Συμβουλίου Ιατρικής Έρευνας στο Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ, εξήγησε ότι οι περισσότερες γνώσεις σχετικά με τις πιθανές επιπτώσεις των γλυκαντικών ουσιών στην υγεία προέρχονται από έρευνες σε ζώα ή από πληθυσμιακές μελέτες.
Όπως επισήμανε, παρότι οι συγκεκριμένες μελέτες έχουν δείξει ότι το μικροβίωμα πιθανόν να μεσολαβεί στις επιδράσεις των γλυκαντικών ουσιών, είναι δύσκολο να εξακριβωθεί με ποιον ακριβώς τρόπο δρουν μέσα στο σώμα.
Η δρ Σόνια Μπλάσε, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης και επίσης ερευνήτρια στη Μονάδα Τοξικολογίας, πρόσθεσε ότι η απάντηση γίνεται ακόμη πιο περίπλοκη επειδή οι άνθρωποι σπάνια καταναλώνουν τις γλυκαντικές ουσίες μόνες τους. Συνήθως περιέχονται σε αναψυτκτικά και σνακ ή ακόμη και σε φαρμακευτικά σκευάσματα, στα οποία χρησιμοποιούνται για να καλύψουν την πικρή γεύση.
Πώς έγινε η έρευνα για τις γλυκαντικές ουσίες
Στην έρευνα, η οποία δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό «Molecular Systems Biology», οι επιστήμονες εξέτασαν με ποιον τρόπο τα τεχνητά γλυκαντικά και τα γλυκαντικά χαμηλών θερμίδων επηρεάζουν τα βακτήρια που ζουν στο έντερο.
Παράλληλα, μελέτησαν πώς μεταβάλλονται αυτές οι επιδράσεις όταν οι γλυκαντικές ουσίες καταναλώνονται μαζί με άλλες κοινές ουσίες, όπως: η καφεΐνη, οι αρωματικές ουσίες και τα φάρμακα.
Οι ερευνητές καλλιέργησαν στο εργαστήριο καθένα από 25 διαφορετικά είδη βακτηρίων του εντέρου. Ανάμεσά τους υπήρχαν ωφέλιμα και ουδέτερα βακτήρια, αλλά και είδη που θεωρούνται δυνητικά επιβλαβή.
Στη συνέχεια, εξέθεσαν ξεχωριστά κάθε βακτηριακή καλλιέργεια σε 39 κοινές γλυκαντικές ουσίες που χρησιμοποιούνται σε εμπορικά προϊόντα. Ορισμένες από τις ουσίες ήταν τεχνητές και άλλες φυσικές. Οι επιστήμονες μέτρησαν κατόπιν πόσο αποτελεσματικά πολλαπλασιάζονταν τα βακτήρια.
Τα τεχνητά γλυκαντικά επηρέασαν τα βακτήρια
Περίπου το 75% των γλυκαντικών ουσιών άλλαξαν τον τρόπο ανάπτυξης τουλάχιστον ενός βακτηριακού είδους. Ορισμένα γλυκαντικά επιβράδυναν ή σταμάτησαν εντελώς την ανάπτυξη συγκεκριμένων βακτηρίων τα οποία συνδέονται με ένα υγιές έντερο.
Οι ερευνητές εξέτασαν στη συνέχεια κάθε γλυκαντική ουσία σε συνδυασμό με κοινές ενώσεις, όπως: η καφεΐνη, η βανιλίνη, δηλαδή το εκχύλισμα βανίλιας, η αντβαντάμη, ένα τεχνητό γλυκαντικό, οκτώ ευρέως χρησιμοποιούμενα φάρμακα.
Στόχος ήταν να διαπιστώσουν εάν αυτοί οι συνδυασμοί προκαλούσαν διαφορετικές επιδράσεις στα βακτήρια του εντέρου.
Οι επιστήμονες εντόπισαν περισσότερες από 100 αλληλεπιδράσεις στις οποίες οι γλυκαντικές ουσίες δρούσαν διαφορετικά όταν συνδυάζονταν με άλλες ουσίες. Σε 34 περιπτώσεις, οι συνδυασμοί ενίσχυσαν τις επιδράσεις των γλυκαντικών στα βακτήρια. Αντίθετα, σε 68 περιπτώσεις, οι επιδράσεις έγιναν ασθενέστερες.
Το πιο εντυπωσιακό εύρημα αφορούσε τον συνδυασμό μιας γλυκαντικής ουσίας που ονομάζεται ισοστεβιόλη και του αντικαταθλιπτικού φαρμάκου ντουλοξετίνη. Η ισοστεβιόλη χρησιμοποιείται ευρέως στη βιομηχανία τροφίμων και ποτών.
Ο συγκεκριμένος συνδυασμός κατέστειλε σε μεγάλο βαθμό τα βακτήρια Roseburia intestinalis και Parabacteroides merdae. Πρόκειται για δύο βακτήρια του εντέρου που διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διατήρηση ενός υγιούς πεπτικού συστήματος.
Μειώθηκε η ποικιλομορφία του μικροβιώματος
Κανένα βακτήριο του εντέρου δεν υπάρχει απομονωμένο. Αντίθετα, τα βακτήρια ζουν ως μέρος μιας ευρύτερης «κοινότητας» μέσα στον πεπτικό σωλήνα. Για τον λόγο αυτό, οι ερευνητές δημιούργησαν στο εργαστήριο μια συνθετική μικροβιακή κοινότητα, η οποία περιλάμβανε και τα 25 βακτηριακά είδη.
Αφού την άφησαν να αναπτυχθεί με την πάροδο του χρόνου, την εξέθεσαν σε διάφορους συνδυασμούς γλυκαντικών ουσιών και φαρμάκων. Οι επιστήμονες εξέτασαν ποια βακτηριακά είδη αυξήθηκαν, ποια μειώθηκαν και εάν μεταβλήθηκε η συνολική ποικιλομορφία της κοινότητας.
Με αυτόν τον απλουστευμένο τρόπο επιχείρησαν να μιμηθούν όσα θα μπορούσαν να συμβούν μέσα στο ανθρώπινο έντερο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι ο συνδυασμός ισοστεβιόλης και ντουλοξετίνης μείωσε τη μικροβιακή ποικιλομορφία.
Η ύπαρξη ενός ποικιλόμορφου μικροβιώματος θεωρείται σημαντική για την καλή υγεία του εντέρου. Ο συνδυασμός γλυκαντικού και φαρμάκου άλλαξε επίσης ποια βακτηριακά είδη ευδοκιμούσαν και ποια υποχωρούσαν.
Πιθανές επιδράσεις και στο ανοσοποιητικό σύστημα
Περαιτέρω αναλύσεις έδειξαν ότι η επίδραση του συνδυασμού ισοστεβιόλης και ντουλοξετίνης στη βακτηριακή κοινότητα αύξησε την τοξικότητα απέναντι σε ορισμένα κύτταρα του οργανισμού. Παράλληλα, παρενέβη στη λειτουργία άλλων κυττάρων που διαδραματίζουν ρόλο στις φλεγμονώδεις και ανοσολογικές αντιδράσεις του σώματος.
Η δρ Σόνια Μπλάσε ανέφερε ότι τα γλυκαντικά συχνά προωθούνται ως ουσίες που είναι μεταβολικά ουδέτερες, όμως τα αποτελέσματα της μελέτης αμφισβητούν αυτή την αντίληψη. «Διαπιστώσαμε ότι μπορούν να επηρεάσουν άμεσα τα βακτήρια του εντέρου, ιδιαίτερα όταν αναμειγνύονται με άλλες ενώσεις, όπως φάρμακα και πρόσθετα τροφίμων. Αυτοί οι συνηθισμένοι συνδυασμοί θα μπορούσαν να έχουν απρόβλεπτες επιπτώσεις στο εντερικό μικροβίωμά μας», επισήμανε.
Σημαντικά τα ευρήματα, χρειάζονται νέες έρευνες
Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι τα πειράματα πραγματοποιήθηκαν στο εργαστήριο και δεν έγιναν σε ανθρώπους. Επομένως, απαιτούνται περισσότερες έρευνες προτού καταστεί δυνατό να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι οι συγκεκριμένοι συνδυασμοί προκαλούν άμεσες επιπτώσεις στην ανθρώπινη υγεία.
Ο καθηγητής Κίραν Πατίλ, επικεφαλής συγγραφέας της μελέτης, ανέφερε ότι τα ευρήματα υποδεικνύουν πως τα τεχνητά γλυκαντικά δεν περνούν απλώς παθητικά μέσα από τον οργανισμό. Αντίθετα, μπορούν να αλληλεπιδράσουν με τα μικρόβια του εντέρου, ενώ οι επιδράσεις τους είναι πιθανό να ενισχυθούν ή να μεταβληθούν από άλλες ουσίες, όπως τα φάρμακα.
Σύμφωνα με τον ίδιο, τα ευρήματα μπορούν να καθοδηγήσουν νέες μελέτες, οι οποίες θα εξετάσουν πώς τα γλυκαντικά ενδέχεται να επηρεάζουν την υγεία με απρόσμενους τρόπους.