Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Άτμισμα και καρκίνος: Τι δείχνουν τα νέα επιστημονικά δεδομένα

Πρόσθεσε το Newsbeast στις προτεινόμενες πηγές σου στη Google

Νέα επιστημονική ανασκόπηση επαναφέρει τις ανησυχίες για τους μακροπρόθεσμους κινδύνους του ατμίσματος, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι πιθανό να έχουν καρκινογόνο δράση, αν και τα διαθέσιμα στοιχεία εξακολουθούν να έχουν σημαντικά κενά. Η ανάλυση, που βασίστηκε σε ανασκοπήσεις και μεμονωμένες μελέτες που δημοσιεύθηκαν από το 2017 και μετά, εκτιμά ότι το άτμισμα νικοτίνης «πιθανότατα» συμβάλλει στην εμφάνιση καρκίνου του στόματος και του πνεύμονα. Ωστόσο, οι πραγματικοί κίνδυνοι, καθώς και το πώς συγκρίνονται με εκείνους του συμβατικού καπνίσματος, δεν μπορούν ακόμη να υπολογιστούν με ακρίβεια.

Η καθηγήτρια Θεραπευτικής – Επιδημιολογίας – Προληπτικής Ιατρικής, παθολόγος (Θεραπευτική Κλινική Ιατρικής Σχολής ΕΚΠΑ, Νοσοκομείο Αλεξάνδρα) Θεοδώρα Ψαλτοπούλου, η Αλεξάνδρα Σταυροπούλου (βιολόγος) και ο Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής – Ογκολογίας – Αιματολογίας, διευθυντής Θεραπευτικής Κλινικής, τ. πρύτανης ΕΚΠΑ) αναφέρουν ότι ένας βασικός λόγος είναι ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα είναι σχετικά νέα προϊόντα, με παρουσία στην αγορά περίπου τα τελευταία 20 χρόνια. Σε αντίθεση με το κάπνισμα, για το οποίο υπάρχουν δεκαετίες επιδημιολογικών δεδομένων που τεκμηριώνουν ξεκάθαρα τον καρκινικό κίνδυνο, για το άτμισμα απουσιάζουν ακόμη μακροχρόνιες πληθυσμιακές μελέτες. Συνεπώς, δεν έχει περάσει ακόμη αρκετός χρόνος ώστε να αποκαλυφθεί το πραγματικό φορτίο καρκίνου που θα μπορούσε να αποδοθεί αποκλειστικά στο άτμισμα.

Όταν πρωτοεμφανίστηκαν, τα ηλεκτρονικά τσιγάρα παρουσιάστηκαν ως λιγότερο βλαβερή εναλλακτική σε σχέση με το παραδοσιακό κάπνισμα και, ενδεχομένως, ως βοήθημα για τη διακοπή του. Έχει φανεί ότι το άτμισμα με νικοτίνη μπορεί να αυξήσει τα ποσοστά διακοπής του καπνίσματος σε σύγκριση με άλλα προϊόντα υποκατάστασης νικοτίνης. Παράλληλα, στις 5 Μαΐου 2026, ο FDA ανακοίνωσε για πρώτη φορά ότι επιτρέπει την προώθηση ατμιστικών προϊόντων με φρουτώδεις γεύσεις, επικαλούμενος την ανάγκη να υπάρχουν περισσότερες επιλογές για ενήλικες που επιθυμούν να εγκαταλείψουν το συμβατικό τσιγάρο. Την ίδια στιγμή, όμως, κανένα ηλεκτρονικό τσιγάρο δεν έχει εγκριθεί από τον FDA ως θεραπευτικό μέσο διακοπής καπνίσματος, ενώ οι υγειονομικές αρχές εκφράζουν εδώ και χρόνια ανησυχίες τόσο για τη διαφήμιση των προϊόντων αυτών προς τους εφήβους όσο και για την έλλειψη δεδομένων σχετικά με τις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις τους στην υγεία.

Η νέα ανασκόπηση, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Carcinogenesis», συγκέντρωσε τα πιο πρόσφατα στοιχεία για την πιθανή καρκινογόνο δράση των ηλεκτρονικών τσιγάρων, εξετάζοντας μελέτες βιοδεικτών σε χρήστες, αναφορές περιστατικών, πειραματικές έρευνες σε ζώα και αναλύσεις του αερολύματος που παράγεται από τις συσκευές. Τα δεδομένα δείχνουν ότι όσοι ατμίζουν εκτίθενται σε γνωστές ή ύποπτες καρκινογόνες ουσίες. Σε χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων έχουν βρεθεί αυξημένοι δείκτες πτητικών οργανικών ενώσεων στα ούρα, όπως το ακρυλαμίδιο και το ακρυλονιτρίλιο, σε σύγκριση με μη χρήστες. Επίσης, παρουσιάζουν υψηλότερα επίπεδα μετάλλων, όπως ο μόλυβδος και το κάδμιο, καθώς και ορισμένων πολυκυκλικών αρωματικών υδρογονανθράκων.

Σχεδόν σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, η έκθεση των ατμιστών είναι αισθητά χαμηλότερη από εκείνη των καπνιστών. Παρ’ όλα αυτά, οι μελέτες βιοδεικτών δείχνουν ότι η χημική έκθεση από το άτμισμα μπορεί να συνδέεται με βλάβες στο DNA, οξειδωτικό στρες, χρόνια φλεγμονή και επιγενετικές αλλαγές σε δείγματα ιστών, σε σύγκριση με άτομα που δεν καπνίζουν. Παράλληλα, εργαστηριακές αναλύσεις των αερολυμάτων από ηλεκτρονικά τσιγάρα έχουν εντοπίσει και τα 10 βασικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με καρκινογόνες ουσίες, όπως η δυνατότητα να επηρεάζουν την επιδιόρθωση του DNA, να προκαλούν φλεγμονή και να καταστέλλουν τη λειτουργία του ανοσοποιητικού συστήματος. Μελέτες σε ζώα, μάλιστα, υποδηλώνουν ότι η έκθεση στα αερολύματα αυτά μπορεί να οδηγήσει σε όγκους του πνεύμονα.

Το μεγάλο κενό παραμένει η απουσία επαρκών δεδομένων για καρκίνο σε ανθρώπους. Οι ερευνητές αναφέρουν μεμονωμένες περιπτώσεις καρκίνου του στόματος σε άτομα που άτμιζαν για περισσότερο από μία δεκαετία και, συνδυάζοντας αυτά τα περιστατικά με τα υπόλοιπα διαθέσιμα στοιχεία, θεωρούν ότι υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ώστε να χαρακτηριστεί το ηλεκτρονικό τσιγάρο ως πιθανός παράγοντας κινδύνου για καρκίνο του στόματος και του πνεύμονα. Για να υπάρξουν πιο ασφαλή συμπεράσματα, τονίζουν ότι χρειάζονται μακροχρόνιες μελέτες που να συνδέουν τη χρήση ηλεκτρονικών τσιγάρων με περιστατικά καρκίνου σε μεγάλους πληθυσμούς.

Η ανασκόπηση περιορίστηκε στα ηλεκτρονικά τσιγάρα που χορηγούν νικοτίνη και δεν εξέτασε το άτμισμα κάνναβης. Υπάρχουν πρώιμες ενδείξεις ότι τα αερολύματα κάνναβης προκαλούν φλεγμονή, απόπτωση και ενεργοποίηση μηχανισμών που σχετίζονται με τον καρκίνο σε ανθρώπινα βρογχικά κύτταρα, όμως η ερευνητική βάση είναι ακόμη πιο περιορισμένη από εκείνη που αφορά τα ηλεκτρονικά τσιγάρα.

Η αβεβαιότητα γύρω από το θέμα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο ότι ο καρκίνος εμφανίζεται συνήθως ύστερα από πολλά χρόνια. Ένα ακόμη εμπόδιο είναι η μεγάλη ποικιλία των προϊόντων: οι συσκευές διαφέρουν στον σχεδιασμό τους, τα υγρά έχουν διαφορετική σύσταση και οι χρήστες δεν ατμίζουν όλοι με τον ίδιο τρόπο, κάτι που δυσκολεύει τόσο την ακριβή μέτρηση της έκθεσης όσο και τη σύγκριση των μελετών. Επιπλέον, είναι δύσκολο να απομονωθεί η επίδραση του ατμίσματος από εκείνη του καπνίσματος, αφού πολλοί χρήστες κάνουν και τα δύο. Όπως παρατηρούν οι ερευνητές, είναι εξαιρετικά δύσκολο να βρεθούν μεγάλες ομάδες ανθρώπων, ιδιαίτερα μεγαλύτερης ηλικίας, που να μην έχουν καπνίσει ποτέ αλλά να ατμίζουν συστηματικά επί πολλά χρόνια.

Συμπερασματικά λοιπόν, υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι το άτμισμα δεν είναι ακίνδυνο και ότι η έκθεση σε αυτό συνδέεται με βλάβες σε σχέση με τη μη έκθεση. Από την άλλη, όλα δείχνουν ότι για τα περισσότερα νοσήματα, συμπεριλαμβανομένου του καρκίνου, το άτμισμα είναι λιγότερο επιβλαβές από το παραδοσιακό κάπνισμα. Εκείνο που παραμένει άγνωστο είναι το ακριβές μέγεθος αυτής της διαφοράς: πόσο πιο επιβλαβές είναι το άτμισμα σε σχέση με το να μην χρησιμοποιεί κανείς τίποτα και πόσο λιγότερο βλαβερό είναι σε σύγκριση με το κάπνισμα. Και αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα έχει μεγάλη σημασία για τη δημόσια υγεία και την πολιτική ρύθμισης των προϊόντων αυτών.