Εμφανίζεται κανονικά σε συναντήσεις, φιλικές και επαγγελματικές. Κάνει καλά τη δουλειά του. Περιμένει να πάρει τα παιδιά μετά το σχόλασμα και μπορεί να είναι εκεί στη σαββατιάτικη βόλτα. Απαντά στα μηνύματα, είναι τυπικός στις υποχρεώσεις του και γενικά φαίνεται… καλά. Δεν δείχνει κανέναν ιδιαίτερο λόγο ανησυχίας με βάση τα κοινά πρότυπα, βάσει των οποίων αξιολογείται μια «κανονική ζωή» για έναν άνδρα στα 40 ή στα 50.
Αυτό που κουβαλά όμως είναι πολύ πιο βαθύ και συχνά δεν έχει καν λέξεις για να το εκφράσει. Έρχεται συνήθως στις πιο ήσυχες στιγμές του. Ένα βράδυ Τρίτης, όταν επικρατεί ηρεμία στο σπίτι, όλοι έχουν κοιμηθεί και δεν υπάρχει κάποια δουλειά που απαιτεί την προσοχή του.
Κάτι μέσα του μοιάζει με μια «αχνή», «ακαθόριστη» απώλεια. Κάτι στη ζωή που έχει χτίσει, μιας κατά τα άλλα απολύτως «κανονικής ζωής», μοιάζει να μην του ταιριάζει. Σαν να μην είναι ταιριάζει στις προτιμήσεις και τις επιθυμίες του. Αλλά δεν ξεσπά κάποια «τρομακτική» κρίση. Αύριο θα ξυπνήσει πάλι στη ρουτίνα και κανείς δεν θα καταλάβει ότι κάτι τον «τρώει». Και ακριβώς αυτό είναι το πρόβλημα.
Η έρευνα για την ανδρική κατάθλιψη είναι ξεκάθαρη σε ένα σημείο: Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται η κατάθλιψη στους άνδρες διαφέρει συστηματικά από τον τρόπο με τον οποίο είναι σχεδιασμένα τα διαγνωστικά κριτήρια για να την εντοπίζουν. Διαφέρει επίσης από τον τρόπο με τον οποίο την αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι γύρω τους.
Η ανδρική κατάθλιψη, οι κοινωνικοί κανόνες και η αλεξιθυμία
Μελέτη που δημοσιεύτηκε στο American Journal of Men’s Health βρήκε ότι οι ανδρικοί κοινωνικοί κανόνες και η αλεξιθυμία, δηλαδή η δυσκολία να αναγνωρίζει και να εκφράζει κανείς τα συναισθήματά του, περιορίζουν την ικανότητα των ανδρών να εκφράζουν λύπη ή άλλα παραδοσιακά συμπτώματα κατάθλιψης. Έτσι, πολλοί υποβαθμίζουν τα καταθλιπτικά τους συναισθήματα και αποφεύγουν εντελώς τη θεραπεία.
Αντί να εκφράζουν άμεσα τη θλίψη, οι άνδρες που βιώνουν κατάθλιψη τείνουν να διοχετεύουν τη δυσφορία τους προς τα έξω με άλλους τρόπους: ευερεθιστότητα, υπερβολική εργασία, κοινωνική απόσυρση που όμως μοιάζει με προσωπική επιλογή, ακόμα και ανάληψη υψηλών ρίσκων που συχνά εκλαμβάνεται ως αυτοπεποίθηση.
Σε έναν απλό παρατηρητή, τίποτα από τα παραπάνω δεν παραπέμπει σε κατάθλιψη. Τα περισσότερα μοιάζουν με μια λίγο πιο έντονη εκδοχή της «συνηθισμένης» ανδρικής συμπεριφοράς, βάσει των στερεοτυπικών προτύπων: Ο άνδρας είναι πιο «κλειστός» και «εσωστρεφής» συναισθηματικά. Δεν κλαίει. Μπορεί να πιει λίγο περισσότερο και δουλεύει περισσότερο λόγω… φιλοδοξίας. Ακόμη και η απώλεια ενδιαφέροντας για πράγματα που κάποτε του έδιναν «ζωντάνια», τώρα ποια τα εγκαταλείπει γιατί… έχει «ωριμάσει» ή απλώς τα «ξεπέρασε».
Άρα, σύμφωνα με την υπόθεση που κάνουν οι περισσότεροι, είναι «καλά». Και το χειρότερο είναι πως αυτό μπορεί να πιστεύει και το ίδιο το άτομο. Δεν πρόκειται για μια «παράσταση». Σύμφωνα με ειδικούς πολλοί άνδρες δεν αντιλαμβάνονται πλήρως ότι αυτό που βιώνουν είναι κατάθλιψη. Και το συναισθηματικό λεξιλόγιο που χρειάζεται για να το ονομάσουν είναι συχνά το πρώτο πράγμα που αφαιρεί το κοινωνικό πρότυπο της αρρενωπότητας.
Μια κοινωνικά επιβεβλημένη τελειομανία
Όπως αναφέρεται στο Space Daily, ένα σημαντικό σώμα ερευνών των ψυχολόγων Gordon Flett και Paul Hewitt εξετάζει αυτό που αποκαλούν κοινωνικά επιβεβλημένη τελειομανία: την τάση να οργανώνει κάποιος τη ζωή του γύρω από αντιληπτές εξωτερικές προσδοκίες, αντί γύρω από αξίες που προέρχονται από μέσα του.
Η έρευνά τους, που αναπτύχθηκε επί δεκαετίες και συντέθηκε σε ανασκόπηση του 2022 στο Personality and Individual Differences, έδειξε ότι αυτή η μορφή τελειομανίας αποτελεί χρόνια μια πηγή πίεσης. Σε υψηλά επίπεδα συνδέεται με αισθήματα «αβοηθησίας»* και κατάθλιψης, επειδή τροφοδοτείται από ένα άλυτο χάσμα: το χάσμα ανάμεσα στη ζωή που έχτισες για να ικανοποιήσεις τους άλλους και στη ζωή που θα ένιωθες πραγματικά δική σου.
(Σημ: Η αβοηθησία είναι η ψυχολογική κατάσταση κατά την οποία ένα άτομο παραιτείται από την προσπάθεια να αλλάξει αρνητικές συνθήκες, επειδή έχει αποδεχτεί πως δεν έχει τον έλεγχο. Το άτομο νιώθει «αδύναμο» και «ανήμπορο», ακόμη και όταν η αλλαγή είναι εφικτή, οδηγώντας σε παθητικότητα, άγχος και κατάθλιψη)
Οι άνδρες που κάθονται σιωπηλοί στα 40 ή στα 50 τους, με κάτι που δεν μπορούν ακριβώς να ονομάσουν, συχνά δεν έκαναν «κακές επιλογές». Έκαναν «ικανοποιητικές» επιλογές, με βάση τα διαθέσιμα κριτήρια εκείνης της εποχής: την καριέρα που φαινόταν σοβαρή, το εισόδημα που φαινόταν υπεύθυνο, και γενικά την εκδοχή του εαυτού τους που έμοιαζε με αυτό που ένας άνδρας της γενιάς και του περιβάλλοντός τους όφειλε να χτίσει.
Καμία από αυτές τις επιλογές δεν έμοιαζε με συμβιβασμό. Έμοιαζαν με απαντήσεις σε συνεχείς ερωτήσεις που έθετε το κοινωνικό σύνολο… κάποιους άλλος. Και οι ερωτήσεις φαίνονταν «λογικές», οπότε «λογικές» ήταν και οι απαντήσεις.
Και τελικά η συσσώρευση όλων αυτών των λογικών απαντήσεων σε ερωτήσεις άλλων ανθρώπων είναι ο τρόπος με τον οποίο ένας άνδρας φτάνει στα 50 σε μια ζωή που λειτουργεί, αλλά που μπορεί να μην του ταιριάζει ακριβώς. Όχι επειδή κάτι πήγε στραβά. Αλλά επειδή τίποτα δεν διέκοψε ποτέ τη διαδικασία της κατασκευής της σε τέτοιο βαθμό ώστε να διερωτηθεί: Τελικό ποιο «σχέδιο» δουλεύουμε;
Η ιδιαίτερη θλίψη του λειτουργικού άνδρα
Η συναισθηματική υφή αυτής της δυστυχίας διαφέρει από την οξεία κατάθλιψη και διαφέρει από μια αναγνωρίσιμη κρίση. Δεν έρχεται με καθαρό έναυσμα ή συγκεκριμένη απώλεια. Έρχεται σαν μια χαμηλής έντασης δυσαρμονία ανάμεσα στο εξωτερικό και το εσωτερικό, που γίνεται πιο εύκολο να ακουστεί όταν το εξωτερικό σταματά να απαιτεί προσοχή.
Γι’ αυτό κάποιο βράδυ, μιας Τρίτης, μπορεί να γίνει πιο φορτικό. Δεν θα του «χτυπήσει την πόρτα» μέσα στην ένταση της δουλειάς, η οποία τουλάχιστον έχει όρια και απαιτεί από εκείνον να κάνει αυτό που ξέρει να κάνει. Ούτε μέσα στην πίεση της καθημερινότητας και στο τρέξιμο με τα παιδιά. Έρχεται το βράδυ, που κανείς ποια δεν ζητά τίποτα. Και ενώ αυτή η ηρεμία θα έπρεπε να είναι μια στιγμή ανάπαυσης και χαλάρωσης, εξελίσσεται τελικά σε μια «αποκάλυψη». Το χάσμα ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό έρχεται στην επιφάνεια. Μέσα στην ηρεμία «ακούγεται» και μάλιστα δυνατά.
Οι περισσότεροι άνδρες, αφού το αντιμετωπίσουν μερικές φορές, μαθαίνουν να το αποφεύγουν. Μπορεί να μένουν απασχολημένοι με τρόπους που φαίνονται «παραγωγικοί» ή να πιάνουν το κινητό ή να βρίσκουν κάτι που τους αποσπά την προσοχή. Ακριβώς η ίδια ικανότητα που τους κάνει να φαίνονται τόσο λειτουργικοί απ’ έξω είναι η ικανότητα που εφαρμόζουν για να μη μείνουν μόνοι με αυτό που κουβαλούν.
Ένα «σπίτι» που απ’ έξω φαίνεται… μια χαρά
Όπως επισημαίνεται από ειδικούς, οι άνδρες που τελικά μιλούν γι’ αυτό, είτε σε θεραπεία είτε σε σπάνιες στιγμές ειλικρίνειας με κάποιον που τους δημιουργεί αρκετή ασφάλεια, τείνουν να περιγράφουν την ίδια δομή. Κυρίως περιγράφουν ότι απέδειξαν την ικανότητα τους σε μια ζωή που τελικά διαπιστώνουν πως δεν μοιάζει τόσο με αυτή που τελικά θα ήθελαν.
Δεν πρόκειται για μία «αποτυχία», αλλά για την καθυστερημένη αναγνώριση ότι η δομή της ζωής «χτίστηκε» με «δανεικά υλικά». Και κανείς δεν το πρόσεξε, ούτε ο άνδρας που έκανε τη «συναρμολόγηση» με προσδοκίες που ποτέ δεν σκέφτηκε να αμφισβητήσει. Και αυτό το σπίτι, με μια ματιά από τον δρόμο, φαίνεται μια χαρά.
Οι συνέπειες αυτής της ιδιαίτερης – και σιωπηλής – δυστυχίας δεν είναι γενικές και αόριστες. Είναι υπαρκτές, σοβαρές και δυστυχώς οδηγούν ακόμη και σε αυτοκτονίες με τα ποσοστά των ανδρών να είναι σημαντικά υψηλότερα από των γυναικών. Αντίθετα ποσοστά ανδρών που αναζητούν υποστήριξη για την ψυχική τους υγεία είναι σημαντικά χαμηλότερα από αυτά των γυναικών.
Η έρευνα για τους ανδρικούς κανόνες ως προς την αναζήτηση βοήθειας είναι σαφής: η ίδια διαπαιδαγώγηση που μαθαίνει στους άνδρες να δείχνουν «καλά» και «δυνατοί» είναι εκείνη που τους εμποδίζει να ζητήσουν στήριξη όταν το να φαίνονται «καλά», δεν αρκεί πια και οι ερωτήσεις το βράδυ της Τρίτης γίνονται… αβάσταχτα.