Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Γέρων Χαλκηδόνος Εμμανουήλ: Η Ορθοδοξία είναι ζων οργανισμός

Ως ένα διαρκές σάλπισμα ζωής χαρακτήρισε την εορτή της Κυριακής της Ορθοδοξίας ο Μητροπολίτης Γέρων Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ κατά την χθεσινή του ομιλία στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου όπου τελέστηκε Πατριαρχική και Συνοδική Θεία Λειτουργία προεξάρχοντος του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου. 

Η Ορθοδοξία αποτελεί την συνεχή Πεντηκοστήν, την αιώνιον νεότητα του Πνεύματος, τόνισε ο Σεβασμιώτατος και πρόσθεσε ότι: “Ἡ Ὀρθοδοξία, διὰ νὰ σταθῇ ἐπαξίως εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον, ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ λόγος της εἶναι καθαρός, κρύσταλλος διαυγής, ὅπως ἀκριβῶς ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ θείου στόματος τοῦ Σωτῆρος”.

Αναλυτικά η ομιλία του Μητροπολίτη Γέροντος Χαλκηδόνος κ. Εμμανουήλ: 

Παναγιώτατε,

Σεβασμιώτατοι καὶ Θεοφιλέστατοι ἅγιοι Ἀδελφοί,

Ἐξοχώτατοι,

Ἐντιμολογιώτατοι Ἄρχοντες,

Εὐλογημένε λαὲ τοῦ Κυρίου,

Σήμερον, ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία, ἡ Μήτηρ καὶ τροφὸς τοῦ Γένους τῶν Ὀρθοδόξων, λαμπροφορεῖ καὶ ἀγάλλεται, ἑορτάζουσα γεγονὸς ὑψίστης ἱστορικῆς καὶ ἐκκλησιολογικῆς σημασίας. Ἡ Ἀναστήλωσις τῶν Ἱερῶν Εἰκόνων, ἡ ὁποία ἐσφράγισε τὴν νίκην τῆς Ἀληθείας καὶ διετράνωσε τὴν πίστιν εἰς τὴν πραγματικότητα τῆς Σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Λόγου τοῦ Θεοῦ, βεβαιοῦσα τὸν θεῖον λόγον ὅτι «γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς» (Ἰωάν. 8, 32), συνιστᾷ τὴν αἰτίαν τῆς παρούσης κοινῆς εὐφροσύνης ἡμῶν.

Ἡ ἑορτὴ αὕτη ἀποτελεῖ ἕν διαρκὲς σάλπισμα ζωῆς καὶ ἠχηρὸν κάλεσμα εἰς ἐγρήγορσιν καὶ δυναμικὴν πορείαν πρὸς τὸ μέλλον, καθότι ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ζῶν ὀργανισμός, παλλόμενος καὶ διαρκῶς ἐξελισσόμενος ἐντὸς τῆς ἱστορίας, μὲ τό βλέμμα ἐστραμμένον πάντοτε πρὸς τὰ Ἔσχατα, πρὸς τὴν ἐρχομένην Βασιλείαν τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ θεώρησις τῆς Ἐκκλησίας ὡς ἑνός μουσείου, ὅπου φυλάσσονται ταριχευμέναι αἱ ἰδέαι τοῦ παρελθόντος, προστατευμέναι ἀπὸ τῆς φθορᾶς τοῦ χρόνου ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τῆς πνοῆς τῆς ζωῆς, συνιστᾷ πλάνην οἰκτράν.

Ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ τὴν συνεχῆ Πεντηκοστήν, τὴν αἰώνιον νεότητα τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖον «καινοποιεῖ τοὺς γηγενεῖς» καὶ μεταμορφώνει τὸ παρόν, προσδίδον εἰς αὐτὸ τὴν προοπτικὴν τῆς αἰωνιότητος. Ἡμεῖς, οἱ σύγχρονοι πιστοί, καλούμεθα νὰ βιώσωμεν τὴν πίστιν ὡς βάτον φλεγομένην ἀλλ᾿ οὐ κατακαιομένην, ζῶντες τὸ «νῦν» καὶ οἰκοδομοῦντες τὸ «αὔριον», γνωρίζοντες ὅτι ὁ Χριστὸς τυγχάνει ὁ «ὁ ἦν, ὁ ὢν καὶ ὁ ἐρχόμενος», ὁ Κύριος τῆς ἱστορίας, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος.

Συχνάκις, ἡ ἀνθρωπίνη ἀδυναμία ῥέπει πρὸς ἐξιδανίκευσιν τοῦ παρελθόντος, δημιουργοῦσα εἰδωλικὰς εἰκόνας ἐποχῆς τινος, ἡ ὁποία οὐδέποτε ὑπῆρξε τόσον ἄσπιλος ὅσον ἡ φαντασία ἡμῶν τὴν παρουσιάζει. Ἀναπολοῦμεν ἐποχὰς, τὰς ὁποίας θεωροῦμεν «χρυσᾶς», λησμονοῦντες τὴν σκληρὰν πραγματικότητα ἣν ἐβίωσαν οἱ προπάτορες ἡμῶν, καθότι ἡ ἱστορικὴ ἀλήθεια, ἀπογυμνωμένη τῆς ῥομαντικῆς ὡραιοποιήσεως, ἀποκαλύπτει ὅτι οἱ αἰῶνες ἐκεῖνοι ὑπῆρξαν πεδίον σκληρῶν καὶ συχνάκις ἀπανθρώπων δοκιμασιῶν. Οἱ ἄνθρωποι ἀντιμετώπιζον καὶ τότε λιμούς, λοιμοὺς θανατηφόρους καὶ πολέμους ὀλεθρίους ἐν μέσῳ διαρκοῦς ἀβεβαιότητος διὰ τὴν ἐπιβίωσίν των, ὑποφέροντες ὑπὸ τὸ βάρος ποικίλων ἀντιξοοτήτων διαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι διέσπων τὸν κοινωνικὸν ἱστόν, στερούμενοι ταυτοχρόνως ὅλων ἐκείνων τῶν γνώσεων καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν κατακτήσεων, ποὺ σήμερον διευκολύνουν τὴν ζωήν μας.

Τὸ παρελθόν, μεθ’ ἁπασῶν τῶν δυσκολιῶν αὐτοῦ, παραμένει διδάσκαλος σεβαστός, ἀλλὰ παύει νὰ εἶναι δεσμοφύλαξ. Ἡμεῖς, θέλοντες νὰ τιμήσωμεν τοὺς πατέρας, ὀφείλομεν νὰ προχωρήσωμεν πέραν αὐτῶν, βλέποντες τὸν κόσμον διὰ τῶν διόπτρων τοῦ μέλλοντος καὶ τῆς ἐλπίδος, τιμῶντες τὴν μνήμην αὐτῶν διὰ τῆς προόδου καὶ τῆς δημιουργίας νέων δομῶν καὶ τρόπων συμβιώσεως, ἀποφεύγοντες τὴν στεῖραν μίμησιν μορφῶν προτύπων ἐκ τοῦ παρελθόντος. Κατὰ τὴν παρότρυνσιν τοῦ Ἀποστόλου τῶν Ἐθνῶν, ὀφείλομεν «τοῖς μὲν ὀπίσω ἐπιλανθάνεσθαι, τοῖς δὲ ἔμπροσθεν ἐπεκτείνεσθαι, κατὰ σκοπὸν διώκειν ἐπὶ τὸ βραβεῖον» (Φιλιπ. γ΄, 13-14). Τὸ μήνυμα τῆς σημερινῆς Κυριακῆς τυγχάνει κατ’ ἐξοχὴν φωτεινόν καὶ διδακτικόν, ἀπαλλαγμένον τῆς μελαγχολίας τῆς συντηρήσεως, καθὼς αἱ ἐποχαὶ ἀρνητισμοῦ καὶ ἀγόνου πολεμικῆς, ἀποκλεισμῶν καῖ ἀλληλοαναιρέσεων, παρῆλθον ἀνεπιστρεπτί.

Εἶναι γεγονὸς ὅτι, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, διεπράχθησαν ἄλλοτε ἀδικίαι καὶ διακρίσεις, γεγονότα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς σήμερον, μετὰ συντριβῆς καρδίας ἀλλὰ καὶ μετὰ παρρησίας, ἀπορρίπτομεν, ἐπιλέγοντες τὴν ὁδὸν τῆς γνησίας ἀγάπης καὶ τῆς καταλλαγῆς. Ἀναγνωρίζομεν τὰ σφάλματα τοῦ χθὲς ἵνα θεμελιώσωμεν τὴν ἀλήθειαν τοῦ αὔριον. Ὁ Χριστός, τὸν Ὁποῖον κηρύττει ἡ Ὀρθοδοξία σήμερον καταλύει τὰ τείχη καὶ οἰκοδομεῖ γέφυρες. Ὁ Σωτὴρ τοῦ κόσμου, ἡ ὄντως Εἰκὼν τοῦ Ἀοράτου Θεοῦ, εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος προσέγγισε τὸν ἁμαρτωλὸν τελώνην, συνδιελέχθη θεολογικῶς μετὰ τῆς Σαμαρείτιδος, ἥπλωσε τὴν χεῖρα Αὐτοῦ πρὸς τοὺς περιθωριοποιημένους καὶ τοὺς λησμονημένους τῆς κοινωνίας.

Αὐτὸς εἶναι ὁ Χριστὸς τῆς Ὀρθοδοξίας: ὁ Θεὸς ὁ ὁποῖος ἀναζητεῖ τὸ ἀπολωλός, ὁ Θεὸς τῆς εὐσπλαχνίας καὶ τῆς συγγνώμης. Ἡ Ὀρθόδοξος πίστις ταυτίζεται μετὰ τῆς ἀγκάλης τῆς ἀνοικτῆς, τῆς χωρούσης πάντας, ἄνευ ὅρων καὶ προϋποθέσεων, διότι πᾶσα ἑρμηνεία περιορίζουσα τὴν φιλάνθρωπον θείαν ἀγάπην εἰς κλειστὰς ὁμάδας «καθαρῶν», συνιστᾷ παραχάραξιν τοῦ Εὐαγγελίου καὶ ἄρνησιν τῆς πανσωστικῆς Ἐνανθρωπήσεως.

Ἐὰν τινὲς φρονοῦν ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία συνίσταται εἰς τὴν ἐξωτερικὴν λάμψιν, τὰ βαρύτιμα ἄμφια καὶ τὴν κοσμικὴν μεγαλοπρέπειαν, πλανῶνται. Ἡ ἀντίληψις αὐτή, ἡ ὁποία ἴσως ἐξυπηρέτησε πολιτικὰς σκοπιμότητας παρελθουσῶν αὐτοκρατοριῶν καὶ κοσμικῶν ἐξουσιῶν, κατέρρευσε πλέον ὑπὸ τὸ βάρος τῆς ἰδίας τῆς ἀληθείας, καθότι ἡ οὐσία τῆς πίστεως εὑρίσκεται εἰς τὴν ταπείνωσιν, τὴν διακονίαν καὶ τὴν θυσιαστικὴν προσφοράν. Τὰ ἐξωτερικὰ σχήματα δύνανται νὰ μεταβληθοῦν, ἡ Ἀλήθεια ὅμως παραμένει ἀναλλοίωτος καὶ λάμπει διὰ τῆς ἁπλότητος αὐτῆς, ὅπως ἔλαμψεν ἡ Φάτνη τῆς Βηθλεέμ. Ἰδοὺ δὲ καὶ ἡ νέα γενεὰ ἔχει ἤδη ἀπομυθοποιήσει τὰ στοιχεῖα ταῦτα, ἀναζητοῦσα τὴν οὐσίαν πέραν τῶν τύπων, τὸ περιεχόμενον πέραν τοῦ σχήματος. Κατ’ αὐτὸ ἄλλωστε τὸ πνεῦμα, ὁ Κύριος εἶπεν: «ὁ δὲ μείζων ὑμῶν ἔσται ὑμῶν διάκονος» (Ματθ. κγ΄, 11). Στρέφομεν τὸ βλέμμα ἡμῶν μετὰ πολλῆς ἐλπίδος καὶ στοργῆς πρὸς τοὺς νέους, τοὺς βλαστοὺς τούτους τῆς Ἐκκλησίας, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι «ἁπλῶς ῾τό μέλλον᾽ τῆς Ἐκκλησίας», ἀλλά καί ἡ ἐνεργῶς ἔκφρασις τῆς φιλοθέου καὶ φιλανθρώπου ζωῆς αὐτῆς ἐν τῷ παρόντι», συμφώνως πρὸς τὴν Ἐγκύκλιον τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τὴν συμπλήρωσιν δεκαετίας ἀπὸ τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας τιμῶμεν ἐφέτος.

Ἀκούονται, δυστυχῶς, φωναὶ μεμψιμοιρίας ἐκ μέρους τινῶν ἐπαναπαυομένων, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὴν νεολαίαν δι’ ἀσέβειαν πρὸς τὰς παραδόσεις ἢ δι’ ἀπομάκρυνσιν ἐκ τῆς πίστεως, ὅμως ἡ πραγματικότης τυγχάνει τελείως διάφορος καὶ λίαν παρήγορος. Ἐκπληροῦται, κατ’ οὐσίαν, ἡ προφητεία: «καὶ οἱ υἱοὶ ὑμῶν καὶ αἱ θυγατέρες ὑμῶν προφητεύσουσιν, καὶ οἱ νεανίσκοι ὑμῶν ὁράσεις ὄψονται» (Ἰωήλ γ΄, 1· πρβλ. Πράξ. β΄, 17). Οἱ νέοι ἄνθρωποι σήμερον διαθέτουν ὀξυδέρκειαν πνεύματος καὶ νοημοσύνην ἀξιοθαύμαστον, ἀνωτέραν πολλάκις τῶν προηγουμένων γενεῶν, ζῶντες ἐντὸς ἑνὸς κόσμου ἀνοικτοῦ, ὅπου ἡ πληροφορία καὶ ἡ γνῶσις διαχέονται ταχέως. Ἔχουν κριτικὴν σκέψιν, δῶρον Θεοῦ πολύτιμον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπιτρέπει νὰ κρίνουν, νὰ συγκρίνουν καὶ νὰ ἀναζητοῦν τὴν γνησιότητα, ἀπορρίπτοντες τοῦς ψευδεπιγράφους συμβιβασμούς. Ἡ νέα γενεὰ ἀρνεῖται τὴν ἐπιβολὴν ἰδεῶν διὰ τῆς βίας ἢ τῆς αὐθεντίας, ἀπαιτοῦσα τεκμηρίωσιν, διάλογον καί, κυρίως, συνέπειαν λόγων καὶ ἔργων. Τὸ γεγονός τοῦτο συνιστᾷ μεγίστην εὐλογίαν διὰ τὴν Ἐκκλησίαν, καθὼς ἀπαιτεῖ νὰ γίνωμεν ἱκανότεροι, εἰλικρινέστεροι καὶ οὐσιαστικότεροι, καὶ μᾶς ὠθεῖ νὰ καθαρίσωμεν τὸν λόγον ἡμῶν ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς ξυλίνης γλώσσης καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἀνθρώπου.

Ἡ Ὀρθοδοξία, διὰ νὰ σταθῇ ἐπαξίως εἰς τὸν σύγχρονον κόσμον, ὀφείλει νὰ ἀποδείξῃ ὅτι ὁ λόγος της εἶναι καθαρός, κρύσταλλος διαυγής, ὅπως ἀκριβῶς ἐξῆλθεν ἐκ τοῦ θείου στόματος τοῦ Σωτῆρος. Ὅταν ὁμιλῶμεν μετ’ εἰλικρινείας, ἄνευ σκοπιμοτήτων καὶ ἀποκρύψεων, τότε καὶ μόνον δυνάμεθα νὰ ἑλκύσωμεν τὰς καρδίας τῶν ἀνθρώπων, ποὺ διψοῦν διὰ τὴν ἀλήθειαν καὶ ἐπιθυμοῦν μίαν Ἐκκλησίαν, ἡ ὁποία «δέν ζῇ διά τόν ἑαυτόν της· προσφέρεται δι’ ὁλόκληρον τήν ἀνθρωπότητα, διά τήν ἀνύψωσιν καί τήν ἀνακαίνισιν τοῦ κόσμου»[1], πάλιν συμφώνως πρὸς τὴν Ἁγίαν καὶ Μεγάλην Σύνοδον τῆς Κρήτης.

Ἡ γλῶσσα τῆς ἀληθείας καὶ τῆς γνησιότητος συγκινεῖ ὄχι μόνον τοὺς πιστούς, ἀλλὰ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἵστανται ἐπιφυλακτικοὶ ἔναντι τῆς Ἐκκλησίας ἢ ἀμφισβητοῦν τὸν Χριστόν. Διότι, εἰς τὸ βάθος τῆς ψυχῆς ἑκάστου ἀνθρώπου, ὑπάρχει ἡ δίψα διὰ τὸ Ἀπόλυτον, διὰ τὴν Ἀγάπην. Καὶ ἐπειδὴ ὁ Θεὸς «ἀγάπη ἐστί», ὅταν αὐτὴν τὴν ἀγάπην τὴν μεταλαμπαδεύωμεν διὰ πράξεων, διὰ θυσίας καὶ διὰ τῆς σιωπηλῆς διακονίας, τότε τὸ μήνυμα καθίσταται πειστικὸν καὶ ἀποδεκτόν. Οἱ νοήμονες ἄνθρωποι, οἱ μορφωμένοι νέοι, ἀναγνωρίζουν τὴν αὐθεντικότητα καὶ προσεγγίζουν τὴν πηγὴν τοῦ Ὕδατος τοῦ Ζῶντος, βλέποντες εἰς τὸ πρόσωπον τῆς Ἐκκλησίας πατέρα καὶ μητέρα, ἀντὶ αὐστηροῦ δικαστοῦ.

Εἰς τὴν σημερινὴν ἑορτὴν τῆς Ὀρθοδοξίας, καλούμεθα νὰ ἀναστηλώσωμεν ὄχι μόνον τὰς εἰκόνας ἐπὶ τῶν τοίχων, ἀλλὰ κυρίως τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ἐντὸς τοῦ ἀνθρώπου. Πᾶς ἄνθρωπος, ἀνεξαρτήτως φυλῆς, χρώματος ἢ κοινωνικῆς θέσεως, φέρει ἐντός του τὴν σφραγίδα τοῦ Δημιουργοῦ. Τοῦτο ἄλλωστε κηρύσσεται ἤδη εἰς τὴν πρώτην σελίδα τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «κατ’ εἰκόνα Θεοῦ ἐποίησεν αὐτόν, ἄρσεν καὶ θῆλυ ἐποίησεν αὐτούς» (Γεν. α΄, 27).

Ἡ Ὀρθοδοξία τιμᾷ τὸν ἄνθρωπον ὡς ζῶσαν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ σύγχρονος, ζωντανὸς καὶ ἐπίκαιρος λόγος τῆς Ἐκκλησίας, λόγος ποὺ ἀγκαλιάζει τὴν Οἰκουμένην, σέβεται τὴν ἑτερότητα, διαλέγεται μετὰ τῆς επιστήμης, ἀγωνιᾷ διὰ τὸ περιβάλλον καὶ μάχεται ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης. Τὸ μέλλον τῆς Ὀρθοδοξίας διαγράφεται λαμπρόν, ἐφ’ ὅσον τολμῶμεν νὰ ἀτενίσωμεν πρὸς τὰ ἔμπροσθεν μὲ θάρρος καὶ μὲ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν πρόνοιαν τοῦ Θεοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία λαμπρύνεται ὅταν ἀνοίγεται, ὅταν διαλέγεται, ὅταν προσλαμβάνει τὰ ἀγωνιώδη ἐρωτήματα τῆς ἐποχῆς καὶ δίδει, ἀντὶ τῶν στερεοτύπων τοῦ παρελθόντος, ἀπαντήσεις ζωῆς καὶ ἀληθινῆς ἐλευθερίας. Τὸ ἐκκλησίασμα αὐξάνεται ὅταν οἱ ποιμένες γίνονται διάκονοι χαρᾶς καὶ συνοδοιπόροι εἰς τὸν πόνον, μακρὰν τῆς διαχειρίσεως φόβου καὶ ἐνοχῶν, καθὼς εἰς τὴν ἐποχήν μας, ἡ Ὀρθοδοξία καλεῖται νὰ εἶναι ἡ προφητικὴ φωνή, ἡ ὁποία θὰ διακηρύξῃ τὴν ἱερότητα τοῦ προσώπου, τὴν προστασίαν τῆς Κτίσεως, καθότι «ἡ ἀποκαραδοκία τῆς κτίσεως τὴν ἀποκάλυψιν τῶν υἱῶν τοῦ Θεοῦ ἀπεκδέχεται» (Ῥωμ. 8, 19), καὶ τὴν ἑνότητα τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Καλεῖται νὰ γίνῃ ἡ ζύμη ἡ ὁποία θὰ ζυμώσῃ ὅλο τὸ φύραμα τοῦ κόσμου διὰ τῆς χάριτος τῆς Ἀναστάσεως.

Παναγιώτατε Πάτερ καὶ Δέσποτα,

Ὑμεῖς, ὡς ὁ πηδαλιοῦχος τῆς Νοητῆς Νηὸς τῆς Ἐκκλησίας, δίδετε καθ’ ἑκάστην τὸ παράδειγμα αὐτῆς τῆς δυναμικῆς καὶ ζώσης Ὀρθοδοξίας. Διανύοντες ἤδη, χάριτι Θεοῦ, τὸ τριακοστὸν πέμπτον ἔτος μιᾶς καλλικελάδου καὶ θεοφιλοῦς Πατριαρχίας, τριάντα πέντε ἔτη ποιμαντικῆς καὶ οἰκουμενικῆς διακονίας, ἀφιέντες ἀνεξίτηλον τὸ ἴχνος ὑμῶν εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ὀρθοδοξίας, εἰς τὸν Ἀποστολικὸν καὶ Οἰκουμενικὸν τοῦτον Θρόνον, διὰ τῶν ῥηξικελεύθων πρωτοβουλιῶν Ὑμῶν, διὰ τοῦ οἰκουμενικοῦ Ὑμῶν προσανατολισμοῦ, διὰ τῆς πατρικῆς Ὑμῶν ἀγάπης πρὸς τὴν νεολαίαν καὶ τῆς μερίμνης διὰ τὰ σύγχρονα προβλήματα, ὅπως ἡ κλιματικὴ κρίσις καὶ ἡ καταλλαγὴ τῶν λαῶν, ἀποδεικνύετε ἐμπράκτως ὅτι ὁ Θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως λειτουργεῖ ὡς ἐργαστήριον ἐλπίδος καὶ ὡς φρυκτωρία μέλλοντος. Ὑπὸ τὴν σεπτὴν Ὑμῶν ἡγεσίαν, πορευόμεθα μετὰ θάρρους, γνωρίζοντες ὅτι ἡ Ὀρθοδοξία ἀποτελεῖ τὴν ἀπάντησιν τοῦ Θεοῦ εἰς τὰ ἀδιέξοδα τοῦ κόσμου, μίαν ἀπάντησιν πλήρη ζωῆς, φωτὸς καὶ ἐλευθερίας.

Εὔχομαι ὅπως τὸ Φῶς τῆς Ὀρθοδοξίας, τὸ Φῶς τῆς Ἀναστάσεως καὶ τῆς Ζωῆς, καταυγάζῃ τὰς διανοίας πάντων ἡμῶν, ἰδιαιτέρως δὲ τῆς νέας γενεᾶς, ὥστε αὐτὴ νὰ συνεχίσῃ νὰ ἀναζητῇ καὶ νὰ βιώνῃ τὸν Χριστὸν ὡς τὴν μόνην Ὁδόν, τὴν μόνην Ἀλήθειαν καὶ τὴν μόνην Ζωήν.

Ἡ Ὀρθοδοξία εἶναι ἡ νεότης τοῦ κόσμου, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν νεότητα προσβλέπομεν καὶ ἐπενδύομεν.

Γένοιτο.

1. Ἁγία καὶ Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. «Ἡ ἀποστολὴ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν τῷ συγχρόνω κόσμῳ.» Κολυμβάρι Κρήτης, 26 Ἰουνίου 2016.

Φωτογραφία: Νίκος Παπαχρήστου 

H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.

google-news Ακολούθησε το ORTHODOXIANEWSAGENCY.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις.