Δυνητικά θανατηφόρος μύκητας προσβάλλει δεκάδες ασθενείς, καθώς η λοίμωξη εξαπλώνεται σε ολόκληρο το Τενεσί
Ανησυχία προκαλεί η εξάπλωση ενός δυνητικά θανατηφόρου μύκητα στην πολιτεία του Τενεσί, όπως προειδοποιούν οι υγειονομικές αρχές. Περισσότερα από 35 κρούσματα ιστοπλάσμωσης, μιας λοίμωξης των πνευμόνων που προκαλείται από την έκθεση στον μύκητα Histoplasma capsulatum, έχουν επιβεβαιωθεί μέσα σε διάστημα τριών μηνών στις περιοχές των κομητειών Μάουρι και Γουίλιαμσον, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στις 12 Ιανουαρίου από το υπουργείο Υγείας του Τενεσί.
Παράλληλα, οικογένεια ασθενούς έχει καταγγείλει ότι μία γυναίκα έχασε τη ζωή της αφού προσβλήθηκε από ιστοπλάσμωση, με το θετικό αποτέλεσμα του τεστ να επιστρέφει δύο ημέρες μετά τον θάνατό της, σύμφωνα με τοπικό ρεπορτάζ. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια ενημέρωσης στο Συμβούλιο Επιτρόπων της Κομητείας Γουίλιαμσον, κρατικοί επιδημιολόγοι ανέφεραν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη σχετική έρευνα και ότι μέχρι στιγμής η λοίμωξη δεν έχει επιβεβαιωθεί ως άμεση αιτία θανάτου σε καμία περίπτωση. Όπως σημείωσαν, ο μέσος όρος ηλικίας των νοσούντων είναι τα 50 έτη.
Σύμφωνα με τις κρατικές αρχές, ο μύκητας προέρχεται από έδαφος που έχει μολυνθεί με περιττώματα πτηνών ή νυχτερίδων, ενώ η έκθεση συμβαίνει όταν οι άνθρωποι εισπνέουν τα σπόρια του μύκητα. Μέχρι στιγμής δεν έχει εντοπιστεί μία κοινή πηγή προέλευσης για το ξέσπασμα της νόσου στο Τενεσί. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι άνθρωποι δεν εμφανίζουν συμπτώματα, ωστόσο υπάρχει η πιθανότητα η ιστοπλάσμωση να προκαλέσει αναπνευστικά προβλήματα, τα οποία μπορεί να κυμαίνονται από ήπια έως απειλητικά για τη ζωή, σύμφωνα με τα Κέντρα Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (CDC).
Τα συμπτώματα της ιστοπλάσμωσης, που μπορεί να περιλαμβάνουν πυρετό, βήχα, έντονη κόπωση, πονοκέφαλο, πόνους στο σώμα, ρίγη και πόνο στο στήθος, εμφανίζονται συνήθως από τρεις έως 17 ημέρες μετά την έκθεση στον μύκητα, σύμφωνα με την nypost. Ο δρ Ζαΐντ Φαντούλ, διευθύνων σύμβουλος της Bespoke Concierge MD στην Καλιφόρνια, ανέφερε ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν διατρέχουν υψηλό κίνδυνο. «Τις περισσότερες φορές δεν αρρωσταίνουμε, επειδή η ποσότητα των σπορίων που εισπνέουμε είναι μικρή, εφόσον δεν εργαζόμαστε σε εξωτερικούς χώρους όλη την ημέρα», δήλωσε στο Fox News Digital.

Στις ομάδες υψηλού κινδύνου περιλαμβάνονται άτομα με εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα ή εκείνοι που εκτίθενται σε υψηλά επίπεδα σπορίων, σύμφωνα με τον ίδιο γιατρό. Όπως προειδοποίησε, «εάν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο, η ιστοπλάσμωση μπορεί να ξεφύγει από τον έλεγχο και να προκαλέσει μια απειλητική για τη ζωή ασθένεια». Αν και οι περισσότεροι ασθενείς δεν χρειάζονται θεραπεία, υπάρχουν αντιμυκητιασικά φάρμακα για τις σοβαρές περιπτώσεις. Κατά την ενημέρωση, οι κρατικοί αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι ορισμένοι από τους ασθενείς στο Τενεσί έχουν νοσηλευτεί, ενώ κάποιοι χαρακτηρίζονται ως «κρίσιμα άρρωστοι».
Η διάγνωση της λοίμωξης μπορεί να γίνει από τους επαγγελματίες υγείας μέσω εξετάσεων αίματος ή ούρων σε εργαστήριο. Άλλες διαγνωστικές μέθοδοι ενδέχεται να περιλαμβάνουν δείγματα αναπνευστικών υγρών, ακτινογραφίες, αξονικές τομογραφίες ή βιοψία ιστού. Για την πρόληψη της μόλυνσης, οι υγειονομικές αρχές συνιστούν τον περιορισμό δραστηριοτήτων που διαταράσσουν το έδαφος, καθώς και τη χρήση μάσκας κατά τη διάρκεια «υψηλού κινδύνου» υπαίθριων δραστηριοτήτων. «Είναι πολύ υγιεινό να βρισκόμαστε σε εξωτερικούς χώρους, αλλά αν υπάρχει σκόνη ή αν πρόκειται να είστε έξω για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, θα πρέπει να φοράτε κάποιο είδος μάσκας για να περιορίσετε τα σπόρια που ενδέχεται να εισπνεύσετε», συμβούλεψε ο δρ Φαντούλ.
Πριν από αυτό το ξέσπασμα, η ιστοπλάσμωση ήταν «υποχρεωτικά δηλούμενη νόσος» μόνο σε 14 πολιτείες των ΗΠΑ, συγκεκριμένα στο Αρκάνσας, το Ντελαγουέρ, το Ιλινόι, την Ιντιάνα, το Κάνσας, το Κεντάκι, τη Λουιζιάνα, το Μίσιγκαν, τη Μινεσότα, τη Νεμπράσκα, την Πενσιλβάνια, το Ρόουντ Άιλαντ, το Ουισκόνσιν και την Ουάσινγκτον, σύμφωνα με το CDC. Η λοίμωξη δεν μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο ούτε μπορεί να μεταφερθεί από ανθρώπους σε ζώα.
Όσοι εμφανίζουν συμπτώματα και πιστεύουν ότι έχουν εκτεθεί στον μύκητα Histoplasma θα πρέπει να επικοινωνήσουν με γιατρό για εξετάσεις, ιδιαίτερα εάν τα αντιβιοτικά δεν αποδίδουν. «Με αυτό το ξέσπασμα και τα νέα τεστ αντιγόνου που έχουν εγκριθεί από το CDC, οποιαδήποτε ασαφής αναπνευστική ασθένεια θα πρέπει να οδηγεί σε γρήγορη διάγνωση και θεραπεία», δήλωσε ο δρ Φαντούλ, προσθέτοντας ότι «η ιστοπλάσμωση μπορεί να αποβεί θανατηφόρα για ορισμένους ασθενείς, αλλά δεν χρειάζεται να είναι».