Θεωρείται από τους σκηνοθέτες που συνέβαλλαν στην αναγέννηση του ιταλικού σινεμά τη δεκαετία του ‘80, έπειτα από τη ραγδαία πτώση της μεγάλης ιταλικής σχολής και το τέλος των σπουδαίων μεταπολεμικών κινηματογραφιστών, που επηρέασαν τον παγκόσμιο κινηματογράφο.
Ο Τζουζέπε Τορνατόρε, με την πρώτη του ταινία, την ωδή στην Έβδομη Τέχνη, «Σινεμά, ο Παράδεισος», έστρεψε και πάλι το ενδιαφέρον της κριτικής στο ιταλικό σινεμά και ταυτόχρονα γέμισε τις αίθουσες με κοινό, που ανακαλύπτει την ευαισθησία και το ταλέντο ενός νέου δημιουργού.
Από τους πλέον φημισμένους διεθνώς και καταξιωμένους σκηνοθέτες, ο Τζουζέπε Τορνατόρε, κατέγραψε, στα περίπου 40 χρόνια της καριέρας του μέχρι σήμερα, στον κινηματογράφο και την τηλεόραση, στη μυθοπλασία και το ντοκιμαντέρ, μια αξιοσημείωτη πορεία, έχοντας σχεδόν πάντα στο πλευρό του τον ανεπανάληπτο συνθέτη Ένιο Μορικόνε, ενώ βραβεύτηκε με το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας, μία Χρυσή Σφαίρα, το Μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ των Καννών, δύο BAFTA, βραβεία στο φεστιβάλ Βενετίας και έντεκα βραβεία David di Donatello.
Πιάνοντας το νήμα από τη μεγάλη σχολή του περίφημου νεορεαλισμού, ενός κινηματογραφικού κινήματος, που άκμασε μεταπολεμικά και επηρέασε βαθιά τους σημαντικότερους δημιουργούς σε όλο τον κόσμο, από τον κορυφαίο σκηνοθέτη του ασιατικού σινεμά, Σατιατζίτ Ράι, μέχρι τους Σκορτσέζε, Κόπολα και Κασσαβέτη, ο Τορνατόρε, ανανέωσε το ιταλικό σινεμά, μεταφέροντας στην οθόνη κοινωνικά και πολιτικά μηνύματα, συγχρόνως με μία αίσθηση νοσταλγίας στον θεατή.
Συμπληρώνοντας τα 70 του χρόνια (γεννημένος στις 27 Μαΐου του 1956) ο Σικελός Τορνατόρε, συνεχίζει να δημιουργεί και να μας γοητεύει, αλλά θα είναι για πάντα ο κινηματογραφιστής που με το ξεκίνημά του, μας ξάφνιασε ευχάριστα, έκανε ξανά μόδα την Ιταλία, υπενθύμισε την «ιερότητα» της αίθουσας, εκεί που θρυλικοί παλαιότεροι συνάδελφοί του μας χάρισαν αξέχαστες στιγμές και μας έκαναν να αγαπήσουμε το σινεμά.
Από το Παλέρμο και τον Πιντακούντα στη RAI
Γεννημένος λίγο έξω από το Παλέρμο, δέκα χρόνια μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου κι ενώ η Σικελία, όπως και όλη η Ιταλία, προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια της, ο Τζουζέπε Τορνατόρε, έδειξε την έντονη έλξη του προς τον κινηματογράφο από νεαρή ηλικία. Με πατέρα, αριστερό συνδικαλιστή, ο Τορνατόρε θα λάβει τα πρώτα κινηματογραφικά μαθήματα από τον γνωστό φωτογράφο και «προβολατζή» Μίμο Πιντακούντα, ενώ σε ηλικία μόλις 16 ετών σκηνοθέτησε έργα των Λουίτζι Πιραντέλο και Ντάριο Φο στο θέατρο. Έχοντας αποφοιτήσει με άριστα από το κλασικό λύκειο, παρακολούθησε μαθήματα στη σχολή λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο το Παλέρμο, ενώ στη συνέχεια άρχισε να γυρίζει κάποια ντοκιμαντέρ. Το 1979 θα εκλεγεί με το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα δημοτικός σύμβουλος, ενώ το σκηνοθετικό του ντεμπούτο θα το κάνει στη RAI το 1981, με το ντοκιμαντέρ «Portrait of a Robber».
Η λογοκρισία της Καμόρα
Το 1986, ο Τορνατόρε έκανε το πρώτο σημαντικό του βήμα, καθώς γύρισε, για το Rete 4 (που ήταν του Μπερλουσκόνι) και σε συμπαραγωγή με την φημισμένη εταιρεία παραγωγής Titanus, μία πεντάωρη σειρά για την ιταλική μαφία, με τίτλο «Il Camorrista» και πρωταγωνιστή τον Μπεν Γκαζάρα. Μία σειρά που τη διασκεύασε και για τη μεγάλη οθόνη και του χάρισε το βραβείο Nastro d’argento, για τον καλύτερο νέο σκηνοθέτη. Ένα δυνατό φιλμ, που κέρδισε κοινό και κριτικούς και σημειωτέον ήταν λογοκριμένη για δεκαετίες από την ιταλική μαφία!
Η συνάντηση με τον Κριστάλντι και ο κινηματογραφικός Παράδεισος
Λίγο μετά, η συνάντησή του με τον διάσημο παραγωγό Φράνκο Κριστάλντι, τον οδήγησε στη δημιουργία που έγινε έμβλημα για κάθε σινεφίλ σε όλο τον κόσμο, το ανεπανάληπτο «Σινεμά, ο Παράδεισος». Ένα σχέδιο που είχε ο Τορνατόρε από καιρό, για να τιμήσει τον μέντορά του Πινακούντα, το οποίο υλοποίησε άψογα, έφερε στην Ιταλία ένα Όσκαρ, έστρεψε την παγκόσμια κριτική και πάλι στην χώρα που γέννησε τον νεορεαλισμό, την κωμωδία αλά ιταλικά, ώθησε το πολιτικό σινεμά και τον κοινωνικό προβληματισμό, αλλά και στην αγαπημένη του πατρίδα, τη Σικελία, που τόσο έχει αδικηθεί από τη Ρώμη και τον ιταλικό βορρά.
Η μαγεία του σινεμά και το ανεπανάληπτο φινάλε
Η ιστορία, σε σενάριο δικό του, λίγο πολύ γνωστή: ένας καταξιωμένος σκηνοθέτης, επιστρέφει στη γενέτειρά του, στη Σικελία, όταν μαθαίνει τον θάνατο του αγαπημένου του μέντορα και φίλου Αλφρέντο, ενός μηχανικού προβολής στο τοπικό σινεμά, για να θυμηθεί όλη την ιστορία του, από πιτσιρίκι, αναμένοντας μάταια τον χαμένο πατέρα του στον πόλεμο και τον πρώτο του ανεκπλήρωτο νεανικό έρωτα, μέχρι να φύγει στη Ρώμη και να ασχοληθεί επαγγελματικά με τον κινηματογράφο. Μία εκπληκτική, συγκινητική ταινία, ένα παραμύθι ενηλικίωσης, που αποτύπωσε αφοπλιστικά την ιερότητα της αίθουσας, τη μαγεία του κινηματογράφου και τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Σικελία, την φτώχεια και τις δύσκολες συνθήκες ζωής των συγχωριανών του. Και βεβαίως μας χάρισε ίσως την ωραιότερη σκηνή γύρω από το σινεμά, στο φινάλε, με τα κομμένα πλάνα (γυμνά και παθιάρικα φιλιά) που είχε λογοκρίνει ο παπάς της ενορίας και του είχε φυλάξει και μοντάρει ο Αλφρέντο. Ένα φινάλε με το οποίο δύσκολα μπορούσε ένας θεατής να συγκρατήσει τα δάκρυά του, ενώ ταυτόχρονα ακούει την ευεργετική μουσική του Μορικόνε. Στα συν της ταινίας, ο έξοχος Φιλίπ Νουαρέ, στον ρόλο του Αλφρέντο, ο Ζακ Περέν ως πρωταγωνιστής, αλλά και αυτός ο απίθανος μπόμπιρας (στην παιδική ηλικία του ήρωα) Σαλβατόρε Κάσιο, που θα αποδείξει τι σημαίνει «παιδί θαύμα».
Η Μαλένα και η Μόνικα
Η συνέχεια ήταν αρκούντως αξιόλογη, για τον Τορνατόρε, που γυρίζει ταινίες και ντοκιμαντέρ, με το σταγονόμετρο, χωρίς το άγχος της επιβεβαίωσης. Από τις συνολικά δέκα ταινίες που γύρισε τα επόμενα χρόνια, ξεχωρίζουν το νοσταλγικό δράμα «Είναι Όλοι τους Καλά», με Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και πάλι τον μικρό Σαλβατόρε Κάσιο, «Ο Άνθρωπος των Αστεριών», με Σέρτζιο Καστελίτο και Τιτσιάνα Λοντάντο, το αισθηματικό δράμα «Μαλένα», από τις πλέον δημοφιλείς δημιουργίες του, που έδωσε την ευκαιρία στην πανέμορφη και σέξι Μόνικα Μπελούτσι, να ξεφύγει από τη μετριότητα, αλλά και το διεθνούς παραγωγής ενδιαφέρον θρίλερ «Το Τέλειο Χτύπημα» με Τζέφρεϊ Ρας, Σίλβια Χοκς, Ντόναλντ Σάδερλαντ και Τζιμ Στέρτζες.
Στοχοποίηση
Το 2017, εν μέσω της έξαψης του κινήματος MeToo, ο Τορνατόρε κατηγορήθηκε από το σόουγκερλ Μιριάνα Τρεβιζάν, για σεξουαλική παρενόχληση, με δηλώσεις της στο περιοδικό Vanity Fair. Ο σκηνοθέτης απέρριψε τις κατηγορίες και κατέθεσε μήνυση εναντίον της καυτής στάρλετ για δυσφήμηση. Το Δικαστήριο, το 2022 έκρινε τη Τρεβιζάν «υπεύθυνη για τη διάδοση ειδήσεων που στόχευαν στη δυσφήμιση του Τζουζέπε Τορνατόρε».
Ένιο, ο μαέστρος
Η τελευταία του σημαντική στιγμή στο σινεμά, ήρθε το 2021, όταν παρουσίασε, εκτός συναγωνισμού στο φεστιβάλ της Βενετίας, το ντοκιμαντέρ «Ennio – The Maestro», έναν φόρο τιμής στον κορυφαίο μουσουργό, φίλο και στενό του συνεργάτη Ένιο Μορικόνε. Ένα εξαιρετικό φιλμ, συγκινητικό και πληρέστατο, που στέκεται κυρίως στις συνθέσεις του εκτός κινηματογράφου, κάτι όχι και τόσο γνωστό για τον Μορικόνε. Στα αξιοσημείωτα, η παρουσία σημαντικών μορφών της τέχνης, που μίλησαν για τον ανεπανάληπτο συνθέτη, όπως οι Κουέντιν Ταραντίνο , Κλιντ Ίστγουντ, Όλιβερ Στόουν, Τζον Γουίλιαμς, Ντάριο Αρτζέντο, Μπερνάρντο Μπερτολούτσι, Μπρους Σπρινγκστίν, Λίνα Βερτμίλερ και Ορνέλα Βανόνι.
Φάρος
Ο Τζουζέπε Τορνατόρε, απ’ τον οποίο αναμένουμε πάντα τη νέα του δουλειά, είναι ο άνθρωπος που κατάφερε να ξανακάνει μόδα το ιταλικό σινεμά και την Ιταλία, να μας θυμίσει ότι πέρα από τα στερεότυπα, υπάρχει η μαγεία και η υπέροχη απλότητα της Σικελίας, αλλά και να αναδείξει ότι η χώρα του, που τόσο έχει αλλάξει από τις ένδοξες εποχές του Ντε Σίκα, του Φελίνι, του Βισκόντι και του Μονιτσέλι, μπορεί να ξαναγίνει ένας φάρος για έναν κινηματογράφο που έχει χάσει τον προσανατολισμό του.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο