Την πρώτη φορά, λένε, τη θυμάσαι για πάντα και λένε την αλήθεια, ό,τι κι αν αφορά αυτό. Από το πρώτο φιλί ή το πρώτο άσχημο γεγονός μέχρι την πρώτη φορά στο γήπεδο ή την πρώτη φορά που βλέπεις μια μεγάλη διοργάνωση, όπως είναι το Μουντιάλ…
Ο άνθρωπος που υπογράφει αυτό το κείμενο είδε το πρώτο του Παγκόσμιο Κύπελλο το 1990. Παιδάκι 9 ετών τότε, τα θυμάται όλα καθαρά. Και όμορφα. Είτε επειδή ήταν όντως όμορφα, είτε επειδή τις αναμνήσεις τις κουβαλάς πάντα μέσα σου «τυλιγμένες» με όμορφα συναισθήματα. Σημασία έχει ότι τα θυμάται. Και θυμάται, πάνω από όλα, εκείνο το περίεργο συναίσθημα όταν συνειδητοποιούσε ότι το Μουντιάλ τελείωσε και θα έπρεπε να περιμένει τέσσερα χρόνια για το επόμενο.
Θα έπρεπε να περιμένει τέσσερα χρόνια για να δει ξανά ποδοσφαιριστές που δεν έβλεπε κάθε εβδομάδα ή και δύο φορές την εβδομάδα. Έπρεπε να περιμένει τέσσερα χρόνια για να δει νέα αστέρια, να δει το… κύμα στις εξέδρες, να δει γήπεδα που δεν έβλεπε στο ελληνικό πρωτάθλημα. Τέσσερα χρόνια για να συζητάει ξανά από το πρωί ως το βράδυ για τον Μαραντόνα, τον Ματέους, τον Βαλντεράμα, τον Μπάτζιο, τον Στόιτσκοφ, τον Κανίγια, τον Γκούλιτ, τον Χάτζι και πόσους άλλους…
Τέσσερα χρόνια για να διαλέξει ξανά ποιος παίκτης θα είναι ο ίδιος στις… ματσάρες που γίνονταν στην πλατεία του χωριού, με τα καφενεία γύρω-γύρω να είναι γεμάτα από κόσμο γιατί τότε τα χωριά δεν ήταν άδεια και οι τηλεοράσεις να δείχνουν τους αγώνες της ημέρας. Και όταν έμπαινε κάποιο γκολ, κάποια γκολάρα, αμέσως να προσπαθούμε να το επαναλάβουμε στο τσιμέντο της πλατείας, νιώθοντας ότι είμαστε κι εμείς στο Μεάτσα, στο Ντέλε Άλπι, στο Σαν Πάολο και όλος ο κόσμος μας παρακολουθεί.

Ήταν ωραίο το Μουντιάλ τότε, ήταν μια διοργάνωση που σε έκανε να αγαπάς ακόμη περισσότερο το ποδόσφαιρο, σε έκανε να παθιάζεσαι, να ονειρεύεσαι ότι μια μέρα μπορεί να το ζήσεις κι εσύ, μπορεί να γίνεις ποδοσφαιριστής, να κάνεις καριέρα, να φτάσεις στο σημείο να παίζεις στην κορυφαία ποδοσφαιρική διοργάνωση του πλανήτη. Γιατί αυτό ήταν το Μουντιάλ. Θεωρητικά είναι ακόμη, αλλά σήμερα, όταν δεν είσαι 9 ετών πλέον αλλά 45, τα βλέπεις αλλιώς τα πράγματα.
Περισσότερο ρεαλιστικά σίγουρα, λιγότερο ρομαντικά, με μεγαλύτερη ικανότητα κρίσης για αυτά που βλέπεις, αλλά όχι με το ίδιο πάθος. Και όχι επειδή μεγαλώνεις και αυτό χάνεται, αλλά επειδή χάνεται ή έχει ήδη χαθεί η γοητεία, η μοναδικότητα, η αξία του Μουντιάλ. Και το πιο άσχημο σε όλο αυτό, είναι το γεγονός πως η ευθύνη για αυτή την αλλαγή είναι αυτών που αποφασίζουν για το ποδόσφαιρο. Αυτών που υποτίθεται πως το προασπίζουν, το υπηρετούν, το προφυλάσσουν.
Στο Παγκόσμιο Κύπελλο πλέον μπορείς να δεις ποδοσφαιριστές που είναι πραγματικοί αθλητές, που τρέχουν πάνω-κάτω για 90 λεπτά, μεγάλα αστέρια που βάζουν 40-50 γκολ τη σεζόν. Παίκτες που έχουν εκατομμύρια followers στα social media, παίκτες που κάνουν πιο όμορφο το άθλημα, όπως λέει ο Πεπ Γκουαρδιόλα. Παίκτες που δεν έχουν κανένα «μυστήριο» όμως, γιατί πλέον δεν χρειάζεται να περιμένεις 4 χρόνια για να τους δεις. Αντιθέτως, τώρα, εδώ και κάμποσα χρόνια δηλαδή, τους βλέπεις 2-3 φορές την εβδομάδα να αγωνίζονται, τους βλέπεις σε διαφημίσεις, τους βλέπεις τόσο πολύ ώστε από ένα σημείο κι έπειτα να… μη θες να τους δεις.

Η τηλεόραση που κάποτε σε έκανε να αγαπήσεις το Μουντιάλ ή οποιαδήποτε μεγάλη διοργάνωση, είναι η ίδια τηλεόραση που έχει αφαιρέσει αυτή τη μαγεία που είχε τότε το ποδόσφαιρο. Εκείνα τα χρόνια ανυπομονούσες για να δεις ένα μεγάλο ματς. Τώρα, όλες οι έρευνες που γίνονται στη νέα γενιά, δείχνουν πως βαριούνται να δουν το 90λεπτο και προτιμούν να βλέπουν τα highlights. Θεωρούν υπερβολικό το 45λεπτο για κάθε ημίχρονο. Όλες οι έρευνες που γίνονται αποτελούν… καμπανάκια για αυτούς που διοικούν το ποδόσφαιρο. Καμπανάκια που δεν ακούν όμως.
Το 1990 το Μουντιάλ είχε 24 ομάδες και γι’ αυτό είχε και μεγάλη αξία, ήταν τεράστια επιτυχία για μια ομάδα το να προκριθεί. Να είναι εκεί. Γιατί ήταν η διοργάνωση των καλύτερων. Το 2026 το Μουντιάλ έχει 48 ομάδες και δεν είναι μόνο οι καλύτερες εκεί, είναι και το Κουρασάο, η Ιορδανία, το Ουζμπεκιστάν, η Αϊτή, το Πράσινο Ακρωτήρι, η Νέα Ζηλανδία… Ναι, όλοι έχουν δικαίωμα στο όνειρο, όπως λέει και ο Τζάνι Ινφαντίνο, πρόεδρος της FIFA, δεν είναι όνειρο όμως το να προκριθείς σε μια διοργάνωση στην οποία προκρίνεται πια… ο μισός πλανήτης.
Το ποδόσφαιρο έχει εξελιχθεί σε μια τεράστια επιχείρηση εδώ και χρόνια και μεγαλώνει συνεχώς, οπότε, το γράψαμε και παραπάνω, τα βλέπεις τα πράγματα πιο ρεαλιστικά πλέον. Οι εποχές έχουν αλλάξει, η ζωή έχει αλλάξει, άρα θα αλλάξει και το ποδόσφαιρο. Δεν είναι απαραίτητα κακό αυτό. Το κακό είναι ότι έχει αλλάξει και το συναίσθημα γύρω από το ποδόσφαιρο, γύρω από το Μουντιάλ. Δεν υπάρχει πλέον ο ρομαντισμός του 1990, δεν υπάρχει εκείνο το πάθος, εκείνος ο θαυμασμός για τις φανέλες των ομάδων, τη ντρίμπλα του παικταρά ή τη γηπεδάρα στην οποία γίνεται το ματς.
Και το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν υπάρχουν όλα αυτά, αλλά το γεγονός πως αυτοί που ευθύνονται για αυτή την απώλεια, είναι αυτοί που αποφασίζουν για το ποδόσφαιρο. Αυτοί που αποφάσισαν, για παράδειγμα, ότι σε τελικό Μουντιάλ, στον τελικό του μεγαλύτερου ποδοσφαιρικού αγώνα, θα υπάρχει διάλειμμα μισής ώρας για να στηθεί ένα show ανάλογο του τελικού του ράγκμπι… Καλό το ποδόσφαιρο, ακόμη καλύτερα όμως τα χρήματα που φέρνει η εκμετάλλευσή του.
Ας το ξεχάσουμε όμως αυτό για τις επόμενες 40 μέρες και ας προσπαθήσουμε να γίνουμε ξανά παιδιά, γιατί ό,τι κι αν έχει γίνει, θα χρειαστεί να περιμένουμε τέσσερα χρόνια για να το ζήσουμε ξανά. Καλό Μουντιάλ να έχουμε!