Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Τα αθηναϊκά έθιμα της Πρωτοχρονιάς που αλλοιώθηκαν

Η έλευση του νέου χρόνου φέρνει από τις πρώτες κιόλας ώρες πολλές πατροπαράδοτες παραδόσεις. Παραδόσεις που κρατάνε από γενιά σε γενιά και τηρούνται με ευλάβεια.

Είναι όμως έτσι; Ο Αθηναιογράφος Θωμάς Σιταράς μέσα από το σπάνιο φωτογραφικό του υλικό και τις διηγήσεις του, μας ταξιδεύει πίσω στο χρόνο. Εκεί μας λέει πως οι Αθηναίοι άλλαζαν τον χρόνο. Ποιες ήταν οι ιεροτελεστίες τους και πού άλλαζαν τον χρόνο.

O Θωμάς Σιταράς

– Πρωτοχρονιές στην Αθήνα τον περασμένο αιώνα. Υπήρξαν κάποια έθιμα που χάθηκαν; Και αν ναι ποια ήταν αυτά;

Σε αντίθεση με τα Χριστούγεννα που σαν θρησκευτική εορτή δεν έχει αλλοιωθεί ιδιαίτερα στους «μοντέρνους καιρούς» μας, η Πρωτοχρονιά έχει δυστυχώς δεχτεί πολλές ξενόφερτες παρεμβάσεις. Ο καημένος ο Αϊ Βασίλης από την Καισαρεία, μεταμορφώθηκε σε Santa Claus από τη Φινλανδία, και περιφέρεται περιχαρής και αφράτος ανά την Υφήλιο στα φορτηγά γνωστού αναψυκτικού. Ραδιόφωνα και τηλεοράσεις μας ψυχαγωγούν με jingle bells, και κάπου-κάπου θυμούνται τα κάλαντα κάποιων μακρινών περιοχών και τα έθιμά τους. Οι ταινίες που «γεμίζουν» τα «εορταστικά προγράμματα» μας μεταφέρουν σε αμερικανικούς παραδείσους, και σίγουρα όχι στα στενά της Πλάκας και του Ψυρρή.

Παλιά, θυμάμαι γέμιζε το σπίτι από τον θόρυβο των ταψιών και των τεντζερέδων, και η ατμόσφαιρα μοσχομύριζε βούτυρο. Οι νοικοκυρές συναγωνίζονταν ποια θα κάνει τα πιο αφράτα τσουρέκια και τα παιδιά περίμεναν με αγωνία σε ποιον θα πέσει το «φλουρί» της βασιλόπιτας. Ο πατέρας με επίσημο ύφος έκοβε το κομμάτι του Χριστού, έπειτα του Σπιτιού και οπωσδήποτε του Φτωχού. Σήμερα αγοράζουμε τη βασιλόπιτα από τον φούρνο της γειτονιάς και οι νοικοκυρές ξεμπερδεύουν μια χαρά. Φυσικά στο κόψιμο έχουμε ξεχάσει τον «Φτωχό», και ακόμα πιο φυσικά τα παιδιά δεν περιμένουν το φλουρί, αλλά έχουν πέσει με τα μούτρα στα κινητά… Παλιά η προετοιμασία για να πούμε τα κάλαντα είχε τις δικές της ομορφιές, και ξαμολιόμασταν μόνοι στη γειτονιά μέχρι αργά. Σήμερα τα παιδιά συνοδεύονται από τους γονείς «για κάθε ενδεχόμενο», και με ένα στιχάκι βιαστικά-βιαστικά ξεμπερδεύουν. Έτσι και αλλιώς τα δώρα -βασικά ηλεκτρονικά και ποτέ βιβλία- είναι εξασφαλισμένα από τους γονείς. Αντιλαμβάνεστε βέβαια ότι τα περισσότερα έθιμα δεν εξαφανίστηκαν, απλά έγιναν αγνώριστα! Εξαφανίστηκε βέβαια η παλιά συνήθεια να πετούν στην αλλαγή του χρόνου ένα παλιοπάπουτσο, για να πάρει μαζί του όλα τα στραβά της περασμένης χρονιάς.

Παιδιά λένε τα κάλαντα

Εξαφανίστηκε και η παλιά συνήθεια να κρεμούν έξω από την πόρτα του σπιτιού, σε μια σακούλα ένα τσουρέκι ή ψωμί για να το πάρουν στα χαράματα -όταν δεν θα τους έβλεπαν- οι φτωχοί. Τα παλιά πρωτοχρονιάτικα γλέντια που ξεσήκωναν τις γειτονιές έγιναν ρεβεγιόν σε κοσμικά εστιατόρια και ξενοδοχεία με συγκεκριμένο μενού -που οπωσδήποτε χρειάζεσαι κάποιον να σε βοηθήσει να καταλάβεις τι θα φας- και ακόμα πιο εξασφαλισμένη βαρεμάρα… Τα ταξιδιωτικά γραφεία κάνουν σήμερα χρυσές δουλειές στέλνοντας χιλιάδες συμπολίτες μας στην επαρχία και στο εξωτερικό για να γλυτώσουν τη «βαβούρα» των εορτών!».

– Ποια ήταν τα σημεία συνάντησης του κόσμου τότε;

Ο κόσμος έβγαινε. Έπαιρνε αφορμή από τις αλλεπάλληλες ονομαστικές γιορτές του Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου και δεν άφηνε συγγενή για συγγενή, φίλο για φίλο που να μην τον επισκεφτεί. Φυσικά κανείς δεν πήγαινε με άδεια χέρια. Οι πάστες –αμυγδάλου, σοκολατίνα, τρούφα- είχαν την τιμητική τους. Κάποιοι δεν περιοριζόντουσαν σε απλά κεράσματα στους επισκέπτες -δίπλες, κουραμπιέδες, μελομακάρονα-, το έριχναν στο φαγοπότι και σε άκρατη οινοποσία.

Τα γλέντια τελείωναν βαθιά χαράματα, και ήταν πολύ γραφική η άμαξα που μοίραζε στα σπίτια τους όσους ήταν τύφλα στο μεθύσι με έξοδα φυσικά του νοικοκύρη. Μα και οι εκκλησίες είχαν την τιμητική τους. Ειδικά στις γειτονιές που ο ένας ήξερε τον άλλο η παρουσία στις λειτουργίες των ημερών ήταν κάτι παραπάνω από θρησκευτική υποχρέωση, ήταν και κοινωνική υποχρέωση».

– Πώς άλλαζαν τον χρόνο οι Αθηναίοι τον περασμένο αιώνα. Υπάρχουν διαφορές σε σχέση με το σήμερα;

Με εκκλησιασμό και συγκέντρωση στο σπίτι. Κόψιμο πίτας και εορταστικό φαγητό. Ακολουθούσε κάποιο ομαδικό παιχνίδι –π.χ. ο μουτζούρης, πάρτα- όλα. Ανήμερα την Πρωτοχρονιά ο κόσμος ξεχυνόταν για περίπατο στις πλατείες, καθόταν σε κάποιο ζαχαροπλαστείο, γευμάτιζε το μεσημέρι και έκανε κοινωνικές επισκέψεις το απόγευμα. Αυτά για τους Μεσοαστούς και τους Εργάτες. Η Αριστοκρατία και οι Νεόπλουτοι είχαν διαφορετικό πρόγραμμα που εξαντλείτο σε βεγγέρες, ρεβεγιόν, χαρτοπαιξία.

– Το ραδιόφωνο πόσο μεγάλο ρόλο έπαιζε στην αλλαγή του χρόνου;

Ελλείψει τηλεόρασης πολύ μεγάλο. Ήταν αυτό που σήμανε την αλλαγή του χρόνου, που διασκέδαζε με μουσική τον κόσμο, και που μετέδιδε την κλήρωση του Λαχείου των Συντακτών με την αγωνία όλων μήπως θα ήταν οι τυχεροί που θα άλλαζαν τη χρονιά, σαν κάτοχοι ενός διαμερίσματος.

– Εσείς που μελετάτε την ιστορία της Αθήνας, ιδανικά ποια χρονιά θα θέλατε να αλλάζατε τον χρόνο και γιατί;

Κάποια χρονιά της πενταετίας 1934-1939. Η πενταετία αυτή συγκεντρώνει ανεμπόδιστα όλα αυτά που μας αρέσουν σε αυτό που αποκαλούμε, γεμάτοι νοσταλγία, «Παλιά Αθήνα». Κοινωνική συνοχή, οικονομική και κοινωνική πρόοδο, διάθεση για δημιουργία, σεβασμό στα ήθη, τα έθιμα και τις παραδόσεις, αργούς ρυθμούς, χιούμορ και εξωστρέφεια.

– Τι θυμάστε από παιδί, που έζησε τις πρωτοχρονιές στην Αθήνα πριν από εβδομήντα περίπου χρόνια;

Το πανηγύρι που στηνόταν στην Αιόλου με τα παιχνίδια, τα διάφορα μπιχλιμπίδια και τις διαλαλήσεις. Τις καρτ-ποστάλ με τη χρυσόσκονη έξω από το Ταχυδρομικό Μέγαρο στην Πλατεία του Δημαρχείου. Τη βαβούρα που επικρατούσε στη Βαρβάκειο. Το χάζι που κάναμε με τον αδερφό μου, για τα δώρα που αφήνανε στον τροχονόμο της Πλατείας Ρηγίλλης όπου μέναμε. Τις επισκέψεις που δεχόμασταν, και την αγωνία με τα αδέρφια μου τι πάστες θα μας φέρνανε, και ποιος θα έτρωγε ποια.

Χριστούγεννα στην Αιόλου

Όλη την οικογένεια μαζεμένη γύρω από το ραδιόφωνο που μετέδιδε τους λαχνούς που κέρδισαν… Την μπύρα ΦΙΞ που συνόδευε το γιορτινό τραπέζι, και που βλέπαμε μια φορά στο τόσο. Την αναμετάδοση του ποδοσφαιρικού αγώνα, και πιο σπάνια ενός θεατρικού έργου. Και κάτι ακόμα. Ίσως αυτό με την πιο ανεκτίμητη αξία. Την επίσκεψη της γιαγιάς -που δεν έμενε συνεχώς μαζί μας, αλλά και που ποτέ δεν μας ξέχναγε στις γιορτές- και τα παραμύθια που μας διηγιότανε παρμένα από τη γενέτειρά της, την λατρεμένη Κωνσταντινούπολη».

Τα δώρα που αφήνανε στον τροχονόμο της Πλατείας Ρηγίλλης
Χριστουγεννιάτικη καρτ-ποστάλ

Ο Θωμάς Σιταράς είναι Αθηναιογράφος και από τις εκδόσεις BELL κυκλοφορεί το τελευταίο του βιβλίο «Τα Κόκκινα Τετράδια».