Σε εφαρμογή οι νέοι ευρωπαϊκοί κανόνες για άσυλο και επιστροφές: Τι αλλάζει από τις 12 Ιουνίου και πώς επηρεάζεται η Ελλάδα
Μια από τις πιο εκτεταμένες θεσμικές αλλαγές των τελευταίων ετών στον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση διαχειρίζεται τις μεταναστευτικές ροές και τις αιτήσεις ασύλου θα τεθεί σε εφαρμογή από την ερχόμενη Παρασκευή 12 Ιουνίου καθώς ενεργοποιείται το νέο Ευρωπαϊκό Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.
Η εν λόγω μεταρρύθμιση έρχεται μετά από περίπου 10 χρόνια διαβουλεύσεων που ξεκίνησαν στον απόηχο της προσφυγικής και μεταναστευτικής κρίσης του 2015 και στοχεύει στη δημιουργία ενός ενιαίου συστήματος κανόνων για όλα τα κράτη – μέλη. Κεντρική επιδίωξη είναι η ταχύτερη εξέταση αιτημάτων ασύλου, αλλά και η επιτάχυνση των διαδικασιών επιστροφής για όσους δεν πληρούν τα κριτήρια διεθνούς προστασίας.
Στο νέο πλαίσιο εντάσσεται και πρόσφατη συμπληρωματική συμφωνία που προβλέπει αυστηρότερους μηχανισμούς επιστροφών, καθώς και τη δυνατότητα μεταφοράς απορριφθέντων αιτούντων σε ειδικές δομές σε τρίτες χώρες (τα λεγόμενα «return hubs»). Οι εγκαταστάσεις αυτές θα χρησιμοποιούνται σε περιπτώσεις όπου η επιστροφή στη χώρα καταγωγής δεν είναι εφικτή, είτε λόγω άρνησης αποδοχής είτε λόγω απουσίας διπλωματικών σχέσεων.
Το νέο αυτό λοιπόν σύστημα προβλέπει ότι η εξέταση των αιτήσεων ασύλου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό θα ολοκληρώνεται εντός περίπου τριών μηνών. Αν το αίτημα απορριφθεί, θα ακολουθεί αντίστοιχο χρονικό διάστημα για τη διαδικασία επιστροφής, με αποτέλεσμα η συνολική διάρκεια να περιορίζεται στους έξι μήνες.
Όταν γίνεται λόγος για «εξέταση αιτήσεων ασύλου σε πρώτο και δεύτερο βαθμό», αναφερόμαστε σε δύο διαδοχικά στάδια ελέγχου μιας αίτησης διεθνούς προστασίας:
Πρώτος βαθμός είναι η αρχική εξέταση, η πρώτη αξιολόγηση της αίτησης από τις αρμόδιες αρχές ασύλου ενός κράτους (π.χ. Υπηρεσία Ασύλου). Σε αυτό το στάδιο εξετάζονται τα στοιχεία και τα έγγραφα του αιτούντος, γίνεται συνέντευξη για να αποσαφηνιστούν οι λόγοι φυγής και αξιολογείται αν πληρούνται τα κριτήρια για καθεστώς πρόσφυγα ή επικουρική προστασία. Μετά την εξέταση, εκδίδεται απόφαση για αποδοχή ή απόρριψη ή αίτησης.
Αν η αίτηση απορριφθεί στον πρώτο βαθμό, ο αιτών έχει δικαίωμα να προσφύγει κατά της απόφασης – αυτός είναι ο δεύτερος βαθμός. Τότε η υπόθεση εξετάζεται εκ νέου από ανώτερο ή ανεξάρτητο όργανο (π.χ. επιτροπή προσφυγών ή διοικητικό δικαστήριο), επανεκτιμώνται τα δεδομένα ενδεχομένως και με νέα στοιχεία, ώστε να εκδοθεί η τελική διοικητική απόφαση.
Τα άτομα που βρίσκονται σε διαδικασία εξέτασης ή επιστροφής θα υπόκεινται σε αυστηρότερο καθεστώς παρακολούθησης και περιορισμού μετακίνησης, καθώς θα καλούνται να παραμένουν σε συγκεκριμένες δομές φιλοξενίας μέχρι την ολοκλήρωση της διαδικασίας. Οι ευρωπαϊκές αρχές υποστηρίζουν ότι το μέτρο αυτό στοχεύει στον καλύτερο έλεγχο των ροών και στην αποφυγή φαινομένων εξαφάνισης αιτούντων.
Ειδική πρόβλεψη υπάρχει για όσους η αίτησή τους απορρίπτεται αλλά δεν μπορούν να επιστραφούν άμεσα στη χώρα καταγωγής τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, θα εξετάζεται η μεταφορά τους σε «κέντρα επιστροφής» σε τρίτες χώρες, υπό συγκεκριμένες συμφωνίες συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Παράλληλα, το νέο πλαίσιο ενισχύει τις υποχρεώσεις συνεργασίας των αιτούντων, οι οποίοι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν συνέπειες όπως περιορισμό πρόσβασης σε παροχές ή κατάσχεση ταξιδιωτικών εγγράφων.
Από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο Επίτροπος Μετανάστευσης Μάγκνους Μπρούνερ υπογραμμίζει πως οι νέοι κανόνες έρχονται να ενισχύουν τον έλεγχο της ΕΕ στο ποιος εισέρχεται, παραμένει ή αποχωρεί από το ευρωπαϊκό έδαφος, κάνοντας λόγο για «τάξη στο ευρωπαϊκό σύστημα μετανάστευσης».
Να σημειωθεί πάντως ότι ευρωβουλευτές που πρόσκεινται στην Αριστερά κάνουν λόγο για τιμωρητικές ρυθμίσεις και συνθήκες κράτησης που εγείρουν ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ανάμεσά τους και ο Έλληνας ευρωβουλευτής Κώστας Αρβανίτης, ο οποίος έχει επικρίνει το νέο σύστημα, υποστηρίζοντας ότι δημιουργεί συνθήκες που θυμίζουν αυστηρά καθεστώτα κράτησης. Κριτική ασκούν επίσης και μη κυβερνητικές οργανώσεις, οι οποίες προειδοποιούν ότι η αυστηροποίηση των διαδικασιών ενδέχεται να οδηγήσει σε αύξηση των επιχειρήσεων εντοπισμού και κράτησης μεταναστών, με υιοθέτηση πρακτικών που θυμίζουν αντίστοιχους μηχανισμούς επιβολής στις ΗΠΑ.
Σε επίπεδο αριθμών, το ποσοστό επιστροφών στην ΕΕ εκτιμάται σήμερα περίπου στο 28%, με σημαντικό μέρος να αφορά υπηκόους χωρών όπως το Μπανγκλαντές, το Πακιστάν, η Αίγυπτος, το Μαρόκο και η Σενεγάλη. Στελέχη της ΕΕ υποστηρίζουν ότι μεγάλο ποσοστό αιτήσεων ασύλου δεν ανταποκρίνεται σε πραγματικές ανάγκες διεθνούς προστασίας, αλλά αφορά οικονομική μετανάστευση, γεγονός που επιβαρύνει σημαντικά τους διαθέσιμους δημόσιους πόρους. Στο ίδιο πλαίσιο, επισημαίνεται ότι η διαχείριση των μεταναστευτικών ροών απορροφά σημαντικά κονδύλια που, σύμφωνα με ευρωπαϊκές πηγές, θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε άλλες ανάγκες κοινωνικής πολιτικής. Εκτιμάται επίσης ότι ένα σημαντικό ποσοστό αιτήσεων ασύλου θεωρείται καταχρηστικό, στοιχείο που η ΕΕ επιχειρεί να περιορίσει μέσω της νέας συμφωνίας. Πάντως το νέο Σύμφωνο προβλέπει και μηχανισμό μόνιμης αλληλεγγύης μεταξύ των κρατών-μελών, με στόχο την κατανομή των βαρών σε χώρες που δέχονται αυξημένες πιέσεις στα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης, όπως η Ελλάδα, η Ιταλία, η Ισπανία και η Κύπρος, είτε μέσω μετεγκαταστάσεων είτε μέσω άλλων μορφών συνεισφοράς.