Πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών: Η ψηφιακή εποχή και η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγουν πρωτόγνωρες δυνατότητες για την εκπαίδευση και την επιστήμη
«Η τεχνολογική εξέλιξη δεν αλλάζει μόνο τα εργαλεία που χρησιμοποιούμε, αλλάζει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνουμε, ερευνούμε, επικοινωνούμε και συμμετέχουμε στη δημόσια ζωή», δήλωσε ο πρόεδρος της Ακαδημίας Αθηνών, Νικηφόρος Διαμαντούρος, με αφορμή τη συζήτηση με τίτλο «Η Ακαδημία και η Κοινωνία: Μια Συζήτηση για τη Γνώση, την Εκπαίδευση και το Μέλλον», που διοργάνωσε πρόσφατα η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη στο πλαίσιο των εκδηλώσεων για τα 100 χρόνια από την ίδρυσή της (1926-2026).
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη σχέση ανάμεσα στους ακαδημαϊκούς θεσμούς και την κοινωνία, μέσα από την ιστορική διαδρομή οργανισμών όπως η Ακαδημία Αθηνών, η Αμερικανική Σχολή Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα, η Γεννάδειος Βιβλιοθήκη και η Αμερικανική Ακαδημία της Ρώμης. Εξετάστηκε επίσης ο τρόπος που έχουν μεταβληθεί ο ρόλος και η αποστολή των ιδρυμάτων αυτών μέσα στον χρόνο, καθώς και πώς ανθρωπιστικές και κοινωνικές επιστήμες ανταποκρίνονται στις σύγχρονες κοινωνικές, πολιτισμικές και εκπαιδευτικές προκλήσεις.
«Η ψηφιακή εποχή και η τεχνητή νοημοσύνη ανοίγουν πρωτόγνωρες δυνατότητες για την εκπαίδευση και την επιστήμη, επιτρέποντας ταχύτερη πρόσβαση στη γνώση, διεθνή συνεργασία και νέες μορφές δημιουργικότητας και καινοτομίας. Ταυτόχρονα όμως, μας υπενθυμίζουν ότι η τεχνολογία δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις θεμελιώδεις αξίες της παιδείας: την κριτική σκέψη, την επιστημονική ευθύνη, τον διάλογο και την ανθρώπινη κρίση», πρόσθεσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος του κορυφαίου πνευματικού ιδρύματος της χώρας, που επίσης συμπληρώνει φέτος έναν αιώνα ζωής. Τι καλούνται, λοιπόν, να κάνουν τα ακαδημαϊκά ιδρύματα μπροστά στα κελεύσματα των καιρών μας;
«Τα ακαδημαϊκά ιδρύματα καλούνται σήμερα να προσαρμοστούν δημιουργικά στις αλλαγές αυτές, διατηρώντας τον ανθρωποκεντρικό τους χαρακτήρα. Ο ρόλος τους δεν είναι μόνο να παρακολουθούν τις εξελίξεις, αλλά να διαμορφώνουν ενεργά το μέλλον της γνώσης και της κοινωνίας, συνδέοντας την επιστημονική πρόοδο με τον πολιτισμό, τη δημοκρατία και το δημόσιο συμφέρον. Ίσως, λοιπόν, το ουσιαστικότερο ερώτημα της εποχής μας να μην είναι αν η Τεχνητή Νοημοσύνη θα γίνει αρκετά ισχυρή, αλλά αν εμείς θα καταφέρουμε να ορίσουμε με σαφήνεια τις αξίες που θέλουμε να υπηρετεί. Και ανάμεσα στις αξίες αυτές, ιδιαίτερη θέση κατέχουν η γλώσσα, η ιστορική μνήμη και η πολιτιστική ταυτότητα των λαών», επισήμανε ο Νικηφόρος Διαμαντούρος.
«Στη σημερινή διεθνή πραγματικότητα, η παγκοσμιοποίηση, η τεχνολογική εξέλιξη, οι μετακινήσεις πληθυσμών αλλά και οι πόλεμοι φέρνουν τις κοινωνίες πιο κοντά, δημιουργώντας νέες δυνατότητες επικοινωνίας και συνεργασίας. Ταυτόχρονα, όμως, εντείνουν τον κίνδυνο πολιτιστικής εξομοίωσης και σταδιακής αποδυνάμωσης των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε λαού. Γι’ αυτό και η προστασία της γλώσσας και της πολιτιστικής κληρονομιάς δεν αποτελεί σήμερα μια συντηρητική επιστροφή στο παρελθόν, αλλά ουσιαστική προϋπόθεση για ένα δημιουργικό και ανθρώπινο μέλλον. Η τεχνολογία οφείλει να λειτουργεί ως μέσο διατήρησης και ανάδειξης της πολιτιστικής πολυφωνίας και όχι ως μηχανισμός ισοπέδωσης της ιστορικής και πολιτισμικής ιδιαιτερότητας των κοινωνιών», κατέληξε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Νικηφόρος Διαμαντούρος.
«Η σχέση μεταξύ των πνευματικών ιδρυμάτων και της κοινωνίας αλλάζει ραγδαία»
Στη συζήτηση δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση και στη σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα, τις διαφορετικές αντιλήψεις που επικρατούν στην Ελλάδα, την Ευρώπη και τον αγγλοσαξονικό κόσμο, καθώς και στο μήνυμα που μεταδίδεται στις νεότερες γενιές σχετικά με την αξία τους. Ποια είναι η σημασία των ανθρωπιστικών σπουδών σήμερα; Ρωτήσαμε τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Αμερικανικής Ακαδημίας της Ρώμης, Πίτερ Ν. Μίλερ, που συμμετείχε στη συζήτηση.
«Τη δεκαετία του 1850, με την εμφάνιση της θεσμοθετημένης σύγχρονης επιστήμης, οι ουμανιστές όρισαν το πεδίο τους λέγοντας ότι ενώ οι θετικές επιστήμες εξηγούσαν και προέβλεπαν, οι ανθρωπιστικές εξηγούσαν. Μετά από 175 χρόνια, ζώντας εν μέσω των πρωτοφανών συγκλίνοντων προκλήσεων της κλιματικής αλλαγής, της Τεχνητής Νοημοσύνης και της απο-παγκοσμιοποίησης, είναι ακριβώς η “κατανόηση” που χρειαζόμαστε απεγνωσμένα. Σκέφτομαι τους φυσικούς επιστήμονες και των εφαρμοσμένων μαθηματικών που εφηύραν την “επιστήμη της πολυπλοκότητας” προσπαθώντας, κυρίως, να προβλέψουν τον καιρό. Στην πραγματικότητα, την επιστήμη της πολυπλοκότητας αποτελούν οι ανθρωπιστικές σπουδές, επειδή δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύπλοκο από έναν άνθρωπο ή μια ομάδα ανθρώπων. Η τεχνολογία δεν μπορεί να εξηγήσει πώς να ζούμε με την τεχνολογία. Και καθώς ο κόσμος γίνεται πιο τεχνολογικός, χρειαζόμαστε περισσότερες ανθρωπιστικές επιστήμες, όχι λιγότερες», παρατήρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Πίτερ Μίλερ.
«Νομίζω ότι ορισμένοι σοφοί άνθρωποι αρχίζουν να το καταλαβαίνουν αυτό. Ο Στίβεν Σουάρτσμαν, για παράδειγμα, ο οποίος δώρισε 185 εκατ. λίρες στην Οξφόρδη, υποστήριξε ότι, με την Τεχνητή Νοημοσύνη παντού γύρω μας, θα έπρεπε να υπάρχει ένα ινστιτούτο δεοντολογίας της Τεχνητής Νοημοσύνης -οι ανθρωπιστικές επιστήμες ως το αντίδοτο στην τεχνολογία». Και ποια είναι η λύση κατά την άποψή του; «Να φέρουμε κοντά καλλιτέχνες, ανθρωπιστές και επιστήμονες και να συνεργαστούν πάνω σε αυτά τα βαθιά προβλήματα. Πιστεύω ακράδαντα ότι αυτό που μπορούν να κάνουν οι τέχνες και οι ανθρωπιστικές επιστήμες είναι να ‘ακονίσουν’ τα απαραίτητα ερωτήματα ώστε όσοι έχουν την ικανότητα να δίνουν απαντήσεις να επικεντρώσουν τα ταλέντα τους στα πιο καίρια από αυτά», τόνισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
Στο επίκεντρο της συζήτησης βρέθηκαν, τέλος, τα διαφορετικά μοντέλα χρηματοδότησης της ακαδημαϊκής ζωής -από τον ρόλο του κράτους έως την ιδιωτική φιλανθρωπία- και οι αλλαγές που παρατηρούνται σήμερα στον τρόπο με τον οποίο στηρίζονται οι πνευματικοί και πολιτιστικοί θεσμοί. «Από την αρχαιότητα, οι ακαδημίες κατείχαν μια μοναδική θέση ανάμεσα στη γνώση και τη δημόσια ζωή. Ωστόσο, η σχέση μεταξύ των πνευματικών ιδρυμάτων και της κοινωνίας αλλάζει ραγδαία, καθώς η τεχνολογία επιταχύνεται, η εξειδίκευση αμφισβητείται και η πολιτική μας ζωή γίνεται ολοένα πιο πολωμένη. Το ερώτημα που προσπαθήσαμε να απαντήσουμε ήταν το ποιος είναι ο ρόλος των ακαδημιών στον 21ο αιώνα και ποιες είναι οι υποχρεώσεις τους», υπογράμμισε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Ανδρέας Ζομπανάκης, πρόεδρος του Συμβουλίου Επιτρόπων της Γενναδείου Βιβλιοθήκης, ο οποίος είχε και τον συντονισμό της συζήτησης που πραγματοποιήθηκε στο Cotsen Hall (Αν. Πολέμου 9, Κολωνάκι).