Πήγαμε στη «Χρυσή Εποχή» του Ρήγου, ένα εκτυφλωτικό live stream επιθυμίας, εξάντλησης και ομορφιάς – Γιατί να δείτε την παράσταση στη Λυρική
Ο Κωνσταντίνος Ρήγος ανοίγει στη σκηνή ολόκληρο το προσωπικό και καλλιτεχνικό του αρχείο -μουσικές, τραύματα, ποπ σύμβολα, βυζαντινές αναφορές και πολιτική αγωνία- και δημιουργεί μια συγκλονιστική παράσταση για ανθρώπους που συνεχίζουν να χορεύουν ενώ γύρω τους όλα καταρρέουν.
Υπάρχουν κάποιοι που είναι καλλιτέχνες και κάποιοι που είναι η ίδια η Τέχνη, ακούγεται στη «Χρυσή Εποχή» του Κωνσταντίνου Ρήγου στην Εθνική Λυρική Σκηνή, αυτό το λαβυρινθώδες πάρτι όπου η ηλεκτρονική μουσική, ο Χιώτης, ο Βέρντι, ο Πολ Σάιμον, ο Λοϊζος συναντούν τον επιτάφιο, ενώ το live streaming συναντά τη βυζαντινή αγιογραφία.
Δαιμονικό, σκέφτομαι, ο Ρήγος σε βάζει να πάρεις θέση και να πεις -όπως επαναλάμβαναν σαν ρεφρέν πολλοί μετά το τέλος της παράστασης- «ο Ρήγος δεν είναι καλλιτέχνης, είναι η ίδια η Τέχνη».
Και μετά, είναι αυτή η αλχημιστική μαγεία, που ακόμα και αν αναποδογυρίσεις την παράσταση και αρχίσεις να μιλάς για αυτήν ή να την βλέπεις από το τέλος και όχι από την αρχή, δεν αλλάζει κάτι από το μέγεθος και κυρίως από την ένταση των εσωτερικών σεισμικών δονήσεων που προκαλεί. Διότι μπορεί να είναι το πιο αυτοβιογραφικό έργο του εικονοκλάστη χορογράφου, σκηνοθέτη, σκηνογράφου, δημιουργού καταστάσεων τέχνης και ψυχαγωγίας, αλλά ταυτόχρονα η «Χρυσή Εποχή», μας εμπεριέχει όλους.
Η βαριά βελούδινη αυλαία ανοίγει σε μία επικράτεια φτιαγμένη από τεράστια χρυσά τίνσελ που ορίζουν την σκηνή, τα όριά της, που αιωρούνται και αλλάζουν ελαφρώς χρώμα -σαν να τα καίει ο ήλιος- και δημιουργούν ταυτόχρονα την ψευδαίσθηση ότι πίσω από αυτά μια άλλη παράσταση πιο μύχια λαμβάνει χώρα. Ανοίγει η αυλαία, ακούγεται η Βιολέτα από την Τραβιάτα «αντίο περασμένα γλυκά χαμογελαστά όνειρα, τα ρόδα του προσώπου μου έχουν ήδη μαραθεί» και το χρυσό κεφάλι του Ρήγου είναι κομμένο και ακουμπισμένο στη σκηνή δίπλα στο πικάπ (ας είναι ελαφρύ το dance floor…), όσο στο βάθος μια γιγαντωμένη οθόνη κινητού καταγράφει όσα συμβαίνουν στη σκηνή σε live μετάδοση και από κάτω σχόλια και emoticons είναι σαν το καύσιμο για να συνεχίσει η απεγνωσμένα ξέφρενη δράση.
Αυτό είναι. Δεν κάθεσαι στα άνετα καθίσματα και το ξύλο τριανταφυλλιάς της αίθουσας, είσαι πάνω στη σκηνή, κοιτάς στα μάτια τον Πέτρο Νικολίδη να χορεύει σαν να είναι ο Απόλλωνας, ένας θεός που νομίζεις ότι ο χορός του είναι αυτός που κάνει τη γη να κινείται. Νιώθεις λαχανιασμένος. Παραδίπλα αναδεύει σηκώνεται, απλώνεται στη σκηνή ο Βαγγέλης Μπίκος, φέροντας ένα τεράστιο χρυσό λάβαρο που μου θυμίζει τις ισοθερμικές κουβέρτες με τις οποίες τυλίγουμε τους ναυαγούς. Μόνο που αυτή φέρει ως φόδρα ένα μαύρο ουρανό με αστέρια.
Πένθος και τρυφερότητα μαζί, αγώνας απεγνωσμένος και ηδύτητα μαζί. Σαν κάποιος να αποχαιρετά μία ολόκληρη εποχή. Σαν να αποχαιρετά μια εκδοχή του εαυτού του, μια νιότη, μια υπόσχεση, έναν κόσμο που πίστεψε κάποτε ότι θα σωθεί από τον έρωτα, από τη μουσική, από την τέχνη, από τη νύχτα. Και από εκείνη τη στιγμή γίνεται σαφές ότι η «Χρυσή εποχή» του Κωνσταντίνος Ρήγος είναι μια τεράστια καταβύθιση στη μνήμη ενός ανθρώπου και ταυτόχρονα στη μνήμη μιας κοινωνίας που προσπαθεί ακόμη να καταλάβει τι απέμεινε από τις επιθυμίες της.
Ο Ρήγος μοιάζει να ανοίγει πάνω στη σκηνή ολόκληρο το προσωπικό και καλλιτεχνικό του αρχείο. Σαν κάποιος που αδειάζει κουτιά γεμάτα φωτογραφίες, VHS, μουσικές, τραύματα, σκηνικές εμμονές, πολιτικές αγωνίες, ερωτικές μνήμες, νυχτερινές εικόνες της Αθήνας, πρόσωπα που αγάπησε και πρόσωπα που χάθηκαν, αφήνοντας τα πάντα να ανακατευτούν μεταξύ τους μέχρι να γίνουν μια νέα, παράξενη, σχεδόν παραισθητική γλώσσα.
Και μέσα σε αυτή τη γλώσσα περνούν σαν φαντάσματα όλες οι μεγάλες εμμονές του έργου του. Το «Bossa Nova» με εκείνη τη μεθυστική του συνθήκη, τα σκοτεινά ποιητικά τοπία του «Χορού με τη σκιά μου», η όπερα, το μουσικό θέατρο, οι βυζαντινές αναφορές, η ποπ κουλτούρα, τα νυχτερινά κέντρα, οι ελληνικές πίστες, τα queer σώματα, οι άγιοι και τα idols, η camp αισθητική, οι βιντεοκασέτες, η τηλεοπτική εικόνα, οι οθόνες που καταπίνουν τα πάντα. Μόνο που εδώ όλα μοιάζουν πιο εκτεθειμένα. Πιο σωματικά. Σαν να σταματά ο Ρήγος να προστατεύεται πίσω από την αισθητική τελειότητα και να αφήνει να φανεί η πληγή κάτω από το χρυσό.
Γιατί η «Χρυσή εποχή» είναι τελικά μια παράσταση για την πληγή της εποχής μας. Για μια κοινωνία που συνεχίζει να παράγει εικόνες ακατάπαυστα ενώ χάνει σταδιακά την ικανότητα να αισθανθεί. Για ανθρώπους που ζουν μέσα σε αδιάκοπο live stream του εαυτού τους. Για μια ανθρωπότητα που χορεύει ακόμη, ερωτεύεται ακόμη, ποστάρει ακόμη, ενώ γύρω της ο κόσμος τρίζει από πολέμους, πολιτική βία, εξάντληση και πληροφορία.
Δεν είναι τυχαίο ότι οι κάμερες και τα κινητά βρίσκονται διαρκώς πάνω στη σκηνή, στη «Χρυσή εποχή» οι οθόνες λειτουργούν σαν σύγχρονα εικονοστάσια. Σαν αντικείμενα λατρείας και επιτήρησης ταυτόχρονα. Οι χορευτές καταγράφονται αδιάκοπα, τα πρόσωπά τους μεγεθύνονται πάνω στη γιγαντοοθόνη. Η ιδιωτικότητα έχει εξαφανιστεί, το σώμα έχει γίνει δημόσια εικόνα, το γέλιο γίνεται κραυγή και ξανά γέλιο, η αγωνία σε τρώει.
Και όμως, μέσα σε αυτή την υπερφόρτωση εικόνων, το σώμα επιμένει να θυμάται. «Είμαστε ντυμένοι ή γυμνοί όπως ο αυτοκράτορας; Είμαστε ελεύθεροι ή πολιορκημένοι; Είμαστε μαριονέτες του θεού ή ταξιδιώτες στον χειμώνα, κουβαλώντας πάντα μέσα μας τις νύχτες του καλοκαιριού;»
Τα λόγια αυτά του Ρήγου, που ακούγονται σαν προσωπικό του Πιστεύω, διατρέχουν ολόκληρη την παράσταση σαν εσωτερικός μονόλογος. Και ίσως γι’ αυτό η «Χρυσή εποχή» συγκινεί τόσο βαθιά. Επειδή πίσω από όλη αυτή την εκτυφλωτική εικαστικότητα υπάρχει ένας δημιουργός που δεν κοιτά τον κόσμο ως αυθεντία. Τον κοιτά σαν πολίτης που φοβάται, επιθυμεί, κουράζεται, θυμώνει, συνεχίζει παρ’ όλα αυτά να αναζητά μια μορφή ομορφιάς. Όπου η ομορφιά εδώ, εμπεριέχει αδιαπραγμάτευτα τη δικαιοσύνη, την ισότητα, τη δημοκρατία, την ισονομία, την ελευθερία.
Η ειρωνεία της εποχής ήρθε να συναντήσει το έργο του με τρόπο σχεδόν προφητικό. Ο τίτλος «Golden Age» είχε ήδη επιλεγεί όταν ο Τραμπ άρχισε να χρησιμοποιεί συστηματικά τον ίδιο όρο σαν πολιτικό σύνθημα για μια νέα εποχή αμερικανικής δύναμης και εθνικής αναγέννησης. Ο Ρήγος αιφνιδιάστηκε βλέποντας τον όρο να αποκτά τόσο έντονο πολιτικό φορτίο. Και ξαφνικά η παράσταση άρχισε να διαβάζεται διαφορετικά. Γιατί η δική του «Χρυσή εποχή» δεν υπόσχεται καμία επιστροφή σε ένδοξο παρελθόν. Αντιθέτως, παρουσιάζει μια ανθρωπότητα εξαντλημένη από τις ίδιες της τις εικόνες, μια κοινωνία που συνεχίζει να γιορτάζει ενώ γύρω της διαλύονται τα πάντα.
Κάπου μέσα στην παράσταση ακούγεται το «Some dance to remember, some dance to forget». Ο χορός είναι μηχανισμός επιβίωσης, είναι τρόπος να θυμηθείς ποιος είσαι πριν σε καταπιεί ο θόρυβος. Και ταυτόχρονα τρόπος να ξεχάσεις για λίγο ότι ο κόσμος μοιάζει να φλέγεται.
Η μουσική που συνδιαμορφώνει ο Θοδωρής Ρέγκλης λειτουργεί σαν τεράστιο συναισθηματικό jukebox, φωνές που εμφανίζονται σαν αναμνήσεις από άλλες ζωές. Όλα μοιάζουν να μπλέκονται σε μια μουσική Βαβέλ, σαν την ορχήστρα του Τιτανικού που συνεχίζει να παίζει ενώ το πλοίο βυθίζεται. Τα σώματα αλλάζουν συνεχώς μορφή μέσα στα κοστούμια του έργου που υπογράφει η Daglara: άγιοι, club kids, αρχαίοι ήρωες, avatars, λαϊκά είδωλα, πλάσματα βγαλμένα από ένα συλλογικό ελληνικό υποσυνείδητο.
Και ύστερα έρχονται εκείνες οι σκηνές που μένουν καρφωμένες μέσα σου. Ο «θεός» που υψώνεται πάνω σε χρυσή επιφάνεια σαν σταυρωμένο είδωλο και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα γλιστρά έξω από τα ρούχα του, σαν σώμα που απογυμνώνεται από τη θεότητά του. Η μορφή κάτω από αυτόν, Μαγδαληνή βγαλμένη από βυζαντινή εικόνα και ντισκοτέκ μαζί. Το χρυσό κεφάλι του Ρήγου δίπλα στο πικάπ σαν λείψανο μιας μεταμοντέρνας θρησκείας. Τα σώματα που κινούνται σαν avatars μέσα σε πυρετώδες όνειρο.
Και μετά το ντουέτο του Πάτροκλου και του Αχιλλέα – όταν ο Πάτροκλος επισκέπτεται τον Αχιλλέα ένα βράδυ στο όνειρό του.. Πάνω στο «Απόψε φίλα με να με χορτάσεις, αύριο φεύγω και θα χάσεις», η σκηνή παύει να είναι σκηνή και γίνεται σχεδόν αρχαίο μοιρολόι. Ένας έρωτας που γνωρίζει ήδη το τέλος του, ένας αποχαιρετισμός που μοιάζει να κουβαλά μέσα του όλους τους αποχωρισμούς του κόσμου. Για λίγα λεπτά αισθάνεσαι ότι το έργο ανοίγει προς κάτι συλλογικό και ασυνείδητο, σαν να περνά από πάνω σου η μνήμη όλων όσοι αγάπησαν και έχασαν.
Όταν λίγο αργότερα ακούγεται το «Hello darkness, my old friend», η φωνή αποκτά σχεδόν φυσική υπόσταση.Οι χορευτές μοιάζουν να πάλλονται μέσα σε ηλεκτρικό πεδίο, σαν να περνά από το σώμα τους ο ίδιος ο λευκός θόρυβος της εποχής.
Το Μπαλέτο της Εθνική Λυρική Σκηνή βρίσκεται εδώ σε μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές του. Οι χορευτές δεν εκτελούν απλώς τη χορογραφία· μοιάζουν να κατοικούν ολόκληρο το σύμπαν της παράστασης. Είναι συγκινητικό σχεδόν να βλέπεις πώς έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια, πως ανταποκρίνεται σε διαφορετικές απαιτήσεις και ύφη και στυλ.
Η «Χρυσή εποχή» είναι ίσως η πιο προσωπική δουλειά του Κωνσταντίνου Ρήγου ακριβώς επειδή δεν λειτουργεί σαν εξομολόγηση ή απολογισμός, αλλά σαν ανοιχτό σύστημα όπου μπαίνουν μέσα όλες οι αγωνίες της εποχής μας. Η πίστη, η εγκατάλειψη, η πολιτική, οι εικόνες, τα σώματα, οι οθόνες, η ποπ κουλτούρα, η Ελλάδα, οι νύχτες, ο θόρυβος, η επιθυμία να αγαπηθούμε πριν σβήσουν τα φώτα. Σαν να είναι η τελευταία νύχτα μας αυτή.
*Απομένουν δύο παραστάσεις, στις 22 και 23 Μαίου, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής.
Σύλληψη, χορογραφία, σκηνικό, επιλογή τραγουδιών: Κωνσταντίνος ΡήγοςΜουσική: Θοδωρής ΡέγκληςΔραματουργία: Έρι ΚύργιαΕικαστικό έργο: Πέτρος ΤουλούδηςΚοστούμια: DaglaraΦωτισμοί: Χρήστος ΤζιόγκαςΒίντεο: Βασίλης Κεχαγιάς
Χορεύουν:
Βαγγέλης Μπίκος, Άννα Φράγκου, Μάνες Αλμπέρντι, Γιάννης Γκάντσιος, Σταύρος Ικμπάλ, Έλενα Κέκκου, Γιάννης Μητράκης, Πέτρος Νικολίδης, Μαρίτα Νικολίτσα, Ντανιέλε Πεκοράρι, Στέφανο Πιετραγκάλλα, Μάρτα Ριβέρο ντε Μιράντα, Γιώργος Χατζόπουλος, Δέσποινα Χρυσοστόμου, Έλτον Ντιμρότσι
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο