Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Όταν το κράτος απονομιμοποίησε την πατριαρχία στον γάμο – Η κατάργηση της προίκας και  της «πατρικής εξουσίας»

Σαν σήμερα το 1983, η Ελλάδα περνά σε μια από τις πιο βαθιές τομές της μεταπολίτευσης για τα δικαιώματα των γυναικών: το οικογενειακό δίκαιο αλλάζει φιλοσοφία, γλώσσα και ισορροπίες. 

Με τον Ν. 1329/1983 στο ΦΕΚ Α΄ 25/18.02.1983, το κράτος αναγνωρίζει θεσμικά κάτι που το φεμινιστικό κίνημα, οι νομικοί, οι κοινωνικοί αγώνες και η καθημερινή εμπειρία των Ελληνίδων έλεγαν επί δεκαετίες: ότι ο γάμος δεν είναι ιεραρχία και ότι η οικογένεια δεν μπορεί να λειτουργεί με κανόνες ιδιοκτησίας.

Η μεταρρύθμιση δεν ήταν μόνο στη θεωρία, αλλά ξήλωσε στην πράξη μία ολόκληρη νομιμότητα στην οποία η γυναίκα ήταν «παράρτημα» της οικογένειας του συζύγου. 

Από την «πατρική εξουσία» στη «γονική μέριμνα»

Η πιο κομβική αλλαγή, με τεράστια συμβολική και πρακτική βαρύτητα, είναι ότι η «πατρική εξουσία» αντικαθίσταται από τη «γονική μέριμνα», η οποία ασκείται από κοινού. Το κέντρο της οικογένειας μετακινείται προς το παιδί, το οποίο αναγνωρίζεται ως πρόσωπο με συμφέρον και δικαιώματα, ενώ οι γονείς έχουν κοινή ευθύνη και κοινό λόγο.

Αυτό το πέρασμα ήταν πολιτικό και βαθιά φεμινιστικό, επειδή αποδόμησε τη νομική κανονικότητα που κρατούσε τις γυναίκες σε ρόλο «βοηθητικό» μέσα στο ίδιο τους το σπίτι, ακόμα κι όταν εργάζονταν, ακόμα κι όταν σήκωναν τη φροντίδα σπιτιού και οικογένειας σχεδόν μόνες.

Στην πράξη, η μητέρα έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ο «δεύτερος» γονιός που απλώς συναινεί. Οι αποφάσεις για την ανατροφή, την εκπροσώπηση του παιδιού, τα κρίσιμα ζητήματα της καθημερινότητας, αποκτούν θεσμικό κανόνα ισότητας. 

Το μήνυμα είναι για πρώτη φορά ξεκάθαρο: η φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών δεν είναι κάτι που το «χρωστά» η γυναίκα επειδή είναι γυναίκα. Είναι ευθύνη που πρέπει να μοιράζεται.

Ισότητα στον συζυγικό βίο με υπογραφή στον νόμο

Στον Αστικό Κώδικα αποτυπώθηκε ρητά η φράση: «Οι σύζυγοι αποφασίζουν από κοινού για κάθε θέμα του συζυγικού βίου».

Για τις γυναίκες, αυτή η διατύπωση ήταν το όριο ανάμεσα σε μια καθημερινότητα όπου έπρεπε να «παίρνουν άδεια» για τα πάντα και σε μια ζωή με αυτονόητη, ισότιμη φωνή. Από τον τόπο κατοικίας και τις επιλογές της οικογενειακής ζωής μέχρι το πώς οργανώνεται το σπίτι και πώς μοιράζεται η ευθύνη, ο νόμος παύει να νομιμοποιεί την πατριαρχική συνήθεια και την κατονομάζει ως αυτό που είναι: ανισότητα.

Η κατάργηση της προίκας: Το τέλος μιας θεσμοθετημένης ανισότητας

Η κατάργηση της προίκας το 1983 σηματοδότησε την πιο ουσιαστική ρήξη με την πατριαρχική δομή στην οικογένεια. Για δεκαετίες, ο θεσμός λειτουργούσε ως μηχανισμός οικονομικού εξαναγκασμού, μετατρέποντας τον γάμο σε μια μορφή εμπορικής συναλλαγής. Οι οικογένειες επωμίζονταν δυσβάσταχτα χρέη για να «αποκαταστήσουν» τις κόρες τους, ενώ οι ίδιες οι γυναίκες εισέρχονταν στον έγγαμο βίο με την ιδιότητα του οικονομικού βάρους, γεγονός που παγίωνε την υποτίμηση της θέσης τους.

Η μεταρρύθμιση διέκοψε μια πρακτική που νομιμοποιούσε την οικονομική βία υπό το πρόσχημα της παράδοσης. Στην πράξη, η κατάργηση της προίκας σήμανε το τέλος της αξιολόγησης της γυναίκας με όρους περιουσίας και της κανονικοποίησης της «αγοραίας τιμής της». Με τη νομική αυτή τομή, η γυναίκα έπαψε να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο μεταβίβασης κεφαλαίου, ανοίγοντας τον δρόμο για τη ισοτιμία των δύο φύλων εντός της οικογένειας και την αυτονομία της γυναικείας προσωπικότητας.

Το όνομα μένει δικό της

Κάτι ακόμα που άλλαξε με τον νόμο ήταν ότι κατοχυρώθηκε ρητά πως «με τον γάμο δεν μεταβάλλεται το επώνυμο των συζύγων, ως προς τις έννομες σχέσεις τους». Αυτό σήμαινε, στην πράξη, ότι η γυναίκα δεν υποχρεώνεται να «σβήσει» το όνομά της για να σταθεί ως σύζυγος: δεν χρειάζεται να ξαναφτιάξει ταυτότητα στην εργασία, στα έγγραφα, στις συναλλαγές, στην κοινωνική της παρουσία. Παράλληλα, θεσπίστηκε πλαίσιο για το επώνυμο των παιδιών μέσω κοινής δήλωσης των γονέων, με πρόβλεψη και για την περίπτωση που δεν γίνει δήλωση.

Περιουσία και αόρατη εργασία

Για χρόνια, η οικονομική πραγματικότητα του γάμου γραφόταν με ανδρικούς όρους: ο ένας «φέρνει» χρήματα, η άλλη «κρατάει» το σπίτι. Κι όμως, αυτό το «κρατάει» χτίζει περιουσίες, στηρίζει καριέρες, κάνει εφικτή την καθημερινότητα. Η μεταρρύθμιση αναγνωρίζει ως συμβολή στις ανάγκες της οικογένειας όχι μόνο το εισόδημα ή την περιουσία, αλλά και την εργασία μέσα στο νοικοκυριό.

Πάνω σε αυτή τη λογική, η «συμμετοχή στα αποκτήματα» και οι σχετικές αξιώσεις μετά τη λύση του γάμου λειτουργούν ως εργαλείο δικαιοσύνης για γυναίκες που επί χρόνια στήριζαν, οργάνωναν, φρόντιζαν, χωρίς να έχουν «απόδειξη» μισθοδοσίας. Είναι μια νομική γέφυρα ανάμεσα σε αυτό που η κοινωνία αποκαλούσε «φυσικό ρόλο» και σε αυτό που είναι στην πραγματικότητα: εργασία με οικονομικό αποτύπωμα.

Διαζύγιο χωρίς δημόσιο διασυρμό

Ο νόμος κάνει πιο σύγχρονο και το διαζύγιο, ώστε το τέλος ενός γάμου να μη σημαίνει υποχρεωτικά μια επίπονη διαδικασία με εξευτελισμό και αλληλοκατηγορίες. Με τη λογική του «ισχυρού κλονισμού», αναγνωρίζεται ότι ένας γάμος μπορεί να έχει φτάσει σε σημείο που δεν αντέχεται άλλο, χωρίς το δικαστήριο να γίνεται χώρος «δίκης χαρακτήρων».

Παράλληλα, μπαίνει και το διαζύγιο με κοινή συμφωνία. Σε μια εποχή που πολλές γυναίκες έμεναν εγκλωβισμένες από κοινωνική πίεση και οικονομική εξάρτηση, αυτό έδινε έναν πιο καθαρό δρόμο για να κλείσει μια σχέση χωρίς δημόσια σύγκρουση.

Από την υποταγή στην ισότητα

Ο Ν. 1329/1983 δεν εξάλειψε τις κοινωνικές ανισότητες εν μια νυκτί, πέτυχε όμως κάτι δομικό: αφαίρεσε από το κράτος τη νομική δυνατότητα να συντηρεί την υποτίμηση των γυναικών. 

Με τη μεταρρύθμιση αυτή, ο νόμος έπαψε να λειτουργεί ως αντίπαλος της γυναικείας αυτονομίας. Η γυναίκα παύει να  «οφείλει» να ακολουθεί τυφλά τις αποφάσεις του συζύγου, δεν χρειάζεται να «αγοράσει» τη θέση της στον γάμο μέσω προίκας, η φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών παύει να είναι κάτι που το «χρωστάει» επειδή είναι γυναίκα και γίνεται κοινή ευθύνη, ενώ η διαδικασία του διαζυγίου αρχίζει να την προστατεύει από τον εξευτελισμό. 

Από το 1983, η ισότητα στις οικογενειακές σχέσεις μετακινήθηκε από το επίπεδο των κοινωνικών διεκδικήσεων στον σκληρό πυρήνα του Αστικού Κώδικα. Η νομοθετική αυτή κατοχύρωση έδωσε στις γυναίκες τα απαραίτητα εργαλεία για να διεκδικήσουν τον σεβασμό και την αυτοδιάθεση στην πράξη: μέσα στο σπίτι, στα δικαστήρια και στην ευρύτερη κοινωνική ζωή, μετατρέποντας την ισότητα από σύνθημα σε κανόνα του οικογενειακού δικαίου.

Φωτογραφία εξωφύλλου: taexeiola.gr / Εφημερίδα της Κυβερνήσεως