Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

Όταν έσπασε η φωνή της Πάτι Σμιθ στον ναό της Santa Maria di Nazareth στη Βενετία -Είμασταν εκεί [βίντεο]

Η Πάτι Σμιθ μέσα στη Chiesa di Santa Maria di Nazareth και οι Pietà της Τζένι Σάβιλ στο Ca’ Pesaro άνοιξαν στη Μπιενάλε μια βαθιά συνομιλία γύρω από το σώμα, τη μητρότητα και το ιερό. Ανάμεσα στη φωνή της Σμιθ που λύγισε μιλώντας για τη μοναχή Xίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, και στα σπαρακτικά σώματα της Σάβιλ, η Βενετία έμοιαζε για λίγο να αλλάζει συχνότητα

«Ο αέρας ήταν μαγνητισμένος και τα πουλιά είχαν σωπάσει. Ένιωθα μια τόσο δυνατή φλόγα μέσα μου που νόμιζα πως θα πέθαινα. Όμως άκουσα τις λέξεις: “Μη φοβάσαι”. Κι όμως τον κυοφόρησα, ένιωσα την οργή του. Και ένιωσα χαρά, ακόμη και μια κοριτσίστικη αγάπη, για το ίδιο μου το παιδί. Το όνομά μου είναι Μαρία και είμαι ο γιος μου».

Όταν η Πάτι Σμιθ πρόφερε αυτές τις τελευταίες λέξεις μέσα στη Chiesa di Santa Maria di Nazareth, λίγο μετά τις τρεις το μεσημέρι, η φωνή της έσπασε σχεδόν αμέσως, ένας μορφασμός πόνου, θλίψης διαπέρασε το πρόσωπό της, έτσι όπως έστεκε με ξέπλεκα τα μακριά γκρίζα μαλλιά της κάτω από το μπλε φως.

Έξω, η Βενετία έκαιγε κάτω από τον ήλιο και βούιζε από τον πυρετό των προ-εγκαινίων της Biennale· βαπορέτα γεμάτα καλεσμένους έφταναν ασταμάτητα, επιμελητές έτρεχαν με badges περασμένα στον λαιμό, η πόλη κινούνταν με εκείνη τη γνώριμη ταχύτητα της παγκόσμιας καλλιτεχνικής βιομηχανίας. Μέσα όμως στη Santa Maria di Nazareth επικρατούσε μια εντελώς διαφορετική θερμοκρασία, σαν η εκκλησία να είχε αποκοπεί προσωρινά από τον χρόνο της πόλης.

Οι βαριοί μπαρόκ όγκοι, οι στριφτοί μαρμάρινοι κίονες, οι νωπογραφίες και οι επιχρυσωμένες μορφές του 17ου αιώνα απορροφούσαν το φως και το επέστρεφαν σαν θερμή αντήχηση πάνω στους τοίχους, ενώ οι Soundwalk Collective άπλωναν πίσω από τη φωνή της Πάτι Σμιθ ένα βαθύ ηλεκτρονικό βουητό που λειτουργούσε σαν φυσική δόνηση μέσα στο σώμα.

Στα στασίδια κάθονταν καλλιτέχνες (ο Γιούργκεν Tέλερ), άνθρωποι του κινηματογράφου (ο Γούλιαμ Νταφόε αναμεσά τους) και της μουσικής, επιμελητές, εκπρόσωποι του Βατικανού, πρόσωπα που εδώ και μέρες κινούνταν ασταμάτητα μεταξύ Giardini, Αrsenale και κλειστών δείπνων σε palazzo. Εδώ έστεκαν ακίνητοι, εκστατατικοί.

Η performance «A Sonic Prayer with Patti Smith» πραγματοποιήθηκε για την επίσημη έναρξη του Περιπτέρου της Αγίας Έδρας του Βατικανού στην 61η Μπιενάλε της Βενετίας και της έκθεσης «The Ear is the Eye of the Soul», που παρουσιάζεται από το Dicastery for Culture and Education της Αγίας Έδρας σε συνεργασία με το Onassis Culture.

Την έκθεση επιμελούνται οι Hans Ulrich Obrist και Ben Vickers μαζί με τους Soundwalk Collective, ενώ συμμετέχουν είκοσι τέσσερις καλλιτέχνες και μουσικοί, ανάμεσά τους οι Brian Eno, FKA twigs, Jim Jarmusch, Kali Malone, Dev Hynes και Meredith Monk. Το περίπτερο εκτείνεται στον Μυστικό Κήπο των Ανυπόδητων Καρμηλιτών στο Cannaregio και στο συγκρότημα Santa Maria Ausiliatrice στο Castello, οργανώνοντας μια εμπειρία ακρόασης γύρω από την ιδέα του «sonic prayer», της ηχητικής προσευχής.

Η Πάτι Σμιθ και η προσευχή της / φωτογραφία Βλαδίμηρος Νικολούζος

Η Πάτι Σμιθ και η προσευχή της / φωτογραφία Βλαδίμηρος Νικολούζος

Στον πυρήνα ολόκληρης της έκθεσης βρίσκεται η Xίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, η βενεδικτίνα μοναχή, ποιήτρια, θεραπεύτρια και συνθέτρια του 12ου αιώνα που έγραφε για το «ζωντανό φως», για τη μουσική ως θεραπευτική δύναμη και για τον ήχο ως τρόπο γνώσης που προηγείται της γλώσσας.

Η Χίλντεγκαρντ πίστευε ότι η φωνή μπορεί να αποκαταστήσει μια αρχική αρμονία ανάμεσα στο σώμα, στη φύση και στο θείο. Έβλεπε τη μουσική όχι ως διακόσμηση της πίστης αλλά ως φυσική δύναμη. Ως δόνηση που διαπερνά το σώμα πριν ακόμη μετατραπεί σε νόημα.

Η Πάτι Σμιθ στις 8 Μάη, έμοιαζε να την συναντά ακριβώς σε αυτή την περιοχή. Όχι στη θρησκεία με τη στενή έννοια αλλά στην αντίληψη της τέχνης ως σωματικής και πνευματικής αποστολής. Καθώς μιλούσε μέσα στην εκκλησία για την «κλήση» του καλλιτέχνη, για εκείνη τη δύναμη από την οποία δεν μπορείς ποτέ να απομακρυνθείς πραγματικά γιατί πάντοτε θα επιστρέφεις σε αυτήν, η φωνή της έμοιαζε να κουβαλά ολόκληρη τη βιογραφία της: την ποίηση, τη μητρότητα, τους νεκρούς της, την εμμονική πίστη στην τέχνη ως πράξη αφοσίωσης.

«Καθώς περπατούσα μέσα σε αυτόν τον κήπο, σκεφτόμουν τη Χίλντεγαρντ», είπε. «Τη φανταζόμουν τον 12ο αιώνα να περιπλανιέται σε έναν παρόμοιο κήπο, ανάμεσα σε βότανα και θεραπευτικά φυτά». Λίγο αργότερα άρχισε να περιγράφει τη Χίλντεγκαρντ να τραγουδά μικρές «ηχητικές προσευχές» προς τον αέρα, προς τα φυτά, προς τη ζωή, και εκείνη τη στιγμή τα λόγια της Πάτι Σμιθ και τα κείμενα της Χίλντεγκαρντ άρχισαν να συγχωνεύονται με τρόπο σχεδόν ακατανόητο. Οι δύο γυναίκες έμοιαζαν να μιλούν μέσα από την ίδια φωνή.

«Ήταν το άρωμα του νάρδου και το άρωμα όσων αγαπούσε». Η βιβλική εικόνα του νάρδου, του πανάρχαιου αρώματος που συνδέεται με τη Μαρία τη Μαγδαληνή, με το σώμα του Χριστού, με το μύρο, με τη φροντίδα και το πένθος, αναδύθηκε μέσα στην performance. Η γλώσσα της Χίλντεγκαρντ γύρω από τη μήτρα, το φως, τη γέννηση και τον «πολύτιμο Υιό» συναντούσε τη δική της ποιητική γλώσσα γύρω από τη μητρότητα, την απώλεια και την ανθρώπινη αγάπη.

«Είχε ερωτευτεί τους ανθρώπους, τα ανθρώπινα πλάσματα. Είχε ερωτευτεί την ανθρωπότητα. Την απλότητά τους, ακόμη και τη μικρότητά τους».

Μυσταγωγία / φωτογραφία Βλαδίμηρος Νικολούζος

Μυσταγωγία / φωτογραφία Βλαδίμηρος Νικολούζος

Εκεί βρισκόταν ίσως ο πραγματικός πυρήνας αυτού του απομεσήμερου, σε μια βαθιά πίστη στο ανθρώπινο σώμα και στην ανθρώπινη ευθραυστότητα. Η Πάτι Σμιθ μας μίλησε για τη σάρκα, για την αγάπη, για τη μητέρα και το παιδί, για τον άνθρωπο που προδίδει, πληγώνει, χλευάζει και παρ’ όλα αυτά εξακολουθεί να αξίζει αγάπη.

Οι καθηλωτικές Pietà της Τζένι Σάβιλ που κατάκτησε τη Βενετία

Λίγες ώρες αργότερα, μπροστά στις Pietà της Τζένι Σάβιλ στο Ca’ Pesaro, αυτή η εμπειρία επέστρεψε ακαριαία. Οι τεράστιες μορφές της Σάβιλ, τα σώματα που ενώνονται για να δημιουργήσουν ένα νέο υβριδικό σώμα στον καμβά, κρατούν το βάρος το ένα του άλλου και μοιάζουν να αιωρούνται ανάμεσα στη ζωγραφική, στη μνήμη της αναγεννησιακής Pietà και στη βυζαντινή εικόνα, συνέχισαν οργανικά τη συζήτηση που είχε ξεκινήσει λίγες ώρες πριν στη Santa Maria di Nazareth.

Byzantium της Τζένι Σάβιλ / φωτογραφία iefimerida

Byzantium της Τζένι Σάβιλ / φωτογραφία iefimerida

Στο «Byzantium», το χρυσό φόντο των βυζαντινών εικόνων μετατρέπεται σε ένα ρευστό πεδίο φωτός όπου οι μορφές μοιάζουν να αναδύονται και να βυθίζονται ταυτόχρονα, σαν φαντάσματα της ιστορίας της τέχνης που εξακολουθούν να κουβαλούν δέρμα, θερμοκρασία και βάρος.

Η Σάβιλ έχει μιλήσει πολλές φορές για τη σχέση της με την Pietà Bandini του Μιχαήλ Άγγελου και για το πώς, μελετώντας το έργο από κοντά, αισθανόταν ότι ο Μιχαήλ Αγγελος βρισκόταν «κάτω από το δέρμα της». Η ίδια αίσθηση διαπερνούσε και τη φωνή της Πάτι Σμιθ εκείνο το μεσημέρι στη Βενετία. Σαν η τέχνη να μην ανήκει ποτέ ολοκληρωτικά στο παρόν. Σαν να μεταφέρεται από σώμα σε σώμα, από φωνή σε φωνή, από αιώνα σε αιώνα, χωρίς ποτέ να χάνει τη θερμοκρασία της.

Blue Pieta, της Τένι Σάβιλ / φωτογραφία iefimerida

Blue Pieta, της Τένι Σάβιλ / φωτογραφία iefimerida

Η Χίλντεγαρντ του Μπίνγκεν, η Πάτι Σμιθ και η Τζένι Σάβιλ ήταν σαν αν συνομίλησαν για την ίδια επίμονη ιδέα: ότι το σώμα θυμάται πράγματα που η γλώσσα δεν μπορεί πια να εξηγήσει. Ότι η φωνή, η σάρκα, η μητέρα που κρατά το παιδί, ο άνθρωπος που κουβαλά το βάρος ενός άλλου ανθρώπου, αποτελούν ακόμη το τελευταίο καταφύγιο του ιερού. Και καθώς η Βενετία συνέχιζε έξω να κινείται με τη γνώριμη φρενίτιδα της Biennale, ψιθύριζα την φράση της Πάτι Σμιθ: «Είχε ερωτευτεί την ανθρωπότητα».

Αleppo της Τζένι Σάβιλ / φωτογραφία iefimerida

Αleppo της Τζένι Σάβιλ / φωτογραφία iefimerida

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο