Δύναμη στην ενημέρωση.... ποιότητα στην ψυχαγωγία

O «Μαύρος Σεπτέμβρης» και η ταινία που έμαθε στον Σπίλμπεργκ τη μούντζα

Στην εφηβεία μου εξερευνώντας το πατάρι του πατρικού μου σπιτιού ανακάλυψα ένα περίεργο, μεταλλικό αντικείμενο. Ενώ το περιεργαζόμουν είδα χαραγμένα πάνω του μία πόλη και μία χρονιά: Μόναχο 1972.

Ήταν μία από τις δάδες των Ολυμπιακών Αγώνων εκείνης της χρονιάς, που διεξήχθησαν στην βαυαρική πρωτεούσα. Αποτελούσε ενθύμιο του πατέρα μου, που υπήρξε λαμπαδηδρόμος. Η δάδα μιας διοργάνωσης που το σκοτάδι της επισκίασε το φως.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες του1972 έμειναν στην ιστορία περισσότερο ως η Σφαγή του Μονάχου, παρά για τις επιδόσεις των αθλητών.

Η επιλογή του Μονάχου είχε έντονο συμβολισμό, καθώς οι Ολυμπιακοί Αγώνες θα επέστρεφαν στη Γερμανία για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μάλιστα, η διοργάνωση θα φιλοξενούνταν στην πόλη όπου είχε ιδρυθεί το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Ναζί (NSDAP), ενώ ανάμεσα στους συμμετέχοντες θα βρίσκονταν και Ισραηλινοί αθλητές, γεγονός με ιδιαίτερη ιστορική σημασία.

Πριν από την έναρξη των Αγώνων, ο επικεφαλής της ισραηλινής αποστολής είχε προειδοποιήσει δημόσια για πιθανούς κινδύνους και είχε εκφράσει αμφιβολίες σχετικά με την επάρκεια των μέτρων ασφαλείας που είχαν λάβει οι γερμανικές αρχές στους χώρους φιλοξενίας των αθλητών.

Παρά τις διαβεβαιώσεις για αυξημένη προστασία των Ισραηλινών αθλητών, οι απαιτούμενες ενέργειες δεν υλοποιήθηκαν. Έτσι, το κλίμα αισιοδοξίας των Αγώνων του Μονάχου, οι οποίοι είχαν χαρακτηριστεί ως «Χαρούμενοι Αγώνες», διαλύθηκε σύντομα από ένα τραγικό γεγονός που σημάδεψε την ιστορία της διοργάνωσης.

Τα ξημερώματα της 5ης Σεπτεμβρίου 1972, κι ενώ η διοργάνωση βρίσκονταν στη δεύτερη εβδομάδα διεξαγωγής τους, μέλη της Ισραηλινής αποστολής έπεσαν θύματα απαγωγής από την παλαιστινιακή τρομοκρατική οργάνωση «Μαύρος Σεπτέμβρης» μέσα στο Ολυμπιακό Χωριό.

Η απαγωγή έληξε με αποτυχημένη επέμβαση της γερμανικής αστυνομίας, κατά την οποία σκοτώθηκαν και οι 9 αθλητές από τους τρομοκράτες, ένας Δυτικογερμανός αστυνομικός και πέντε από τους 8 απαγωγείς. Μαζί με τους δυο αθλητές που είχαν δολοφονηθεί νωρίτερα, ο τελικός απολογισμός έφτασε τους 17 νεκρούς.

Η σφαγή που γέννησε το «Μόναχο» και ένα μάθημα… ελληνικών στον Σπίλμπεργκ

Η σφαγή του Μονάχου έδωσε την έμπνευση στον Στίβεν Σπίλμπεργκ να γυρίσει την ταινία με τίτλο «Μόναχο», η οποία κυκλοφόρησε το 2005, με ένα λαμπρό καστ ηθοποιών, όπως οι Έρικ Μπάνα, Ματιέ Κασοβίτς, Τζέφρι Ρας, Ντάνιελ Κρεγκ και ο «δικός μας» Μιχάλης Γιαννάτος.

Είναι βασισμένη στο βιβλίο “Vengeance: The True Story of an Israeli Counter-Terrorist Team” του Τζορτζ Τζόνας σχετικά με τον Γιούβαλ Αβίβ, έναν τύπο ο οποίος ήταν ο Εβραίος επικεφαλής των ερευνών του Ισραήλ σχετικά με την εύρεση των υπεύθυνων της Σφαγής του Μονάχου, όπου σκοτώθηκαν σχεδόν όλοι οι Ισραηλινοί αθλητές.

Η συμμετοχή του Γιαννάτου στο «Μόναχο» υπήρξε… σχολείο ελληνικών για τον Σπίλμπεργκ, αφού του δίδαξε την εθνική μας βρισιά, αλλά και χειρονομία: τον μα…κα και τη μούντζα.

Στην ταινία ο Μιχάλης Γιαννάτος ενσαρκώνει τον Αριστείδη, τον άνθρωπο του ξενοδοχείου, στο οποίο έχει το κρησφύγετό του ένας από τους υπευθύνους του μακελειού στο Ολυμπιακό Στάδιο του Μονάχου. Οι Ισραηλινοί πράκτορες παγιδεύουν με εκρηκτικά το δωμάτιο, και κάνουν κυριολεκτικά «καλοκαιρινό» το ξενοδοχείο και καθώς φεύγουν πετούν στον ξενοδόχο ένα μάτσο χρήματα.

Ο Μιχάλης Γιαννάτος είχε αποκαλύψει σε συνέντευξή του το 2012 την πολύ καλή σχέση που διατηρούσε με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, αλλά και μία λεπτομέρεια που ίσως δεν έχει γίνει γνωστή στο ευρύ κοινό. Ήταν αυτός που έμαθε στον πολυβραβευμένο Αμερικανό σκηνοθέτη… τη μούντζα.

Η φωτογραφία αποτελεί καρέ από τη σκηνή με τον Μιχάλη Γιαννάτο, που υποδύεται τον άνθρωπο του Hotel Aristides. 

«Η πρώτη επαφή που είχα με τον Σπίλμπεργκ ήταν τόσο εγκάρδια λες και γνωριζόμασταν είκοσι χρόνια. Στη σκηνή που μου φέρνουν τα λεφτά οι πράκτορες οι οποίοι ανατίναξαν το δωμάτιο του ξενοδοχείου, εγώ σύμφωνα με τη σκηνοθετική υπόδειξη έπρεπε να φτύσω τα λεφτά. Και του λέω: “Στίβεν, στην Ελλάδα εμείς δεν φτύνουμε λεφτά”. “Τι κάνετε, Μάικ;” με ρώτησε, κι εγώ του υπέδειξα τη μούντζα και με τα δύο χέρια. Εκείνος, χωρίς πολλή σκέψη,μου είπε: “Μάικ, εντάξει, κάν’το. Οτιδήποτε νομίζεις ότι είναι ελληνικό κάν’ το. Εσύ είσαι η ελληνική πλευρά μου τώρα. Ο Σπίλμπεργκ έχει ανοικτό μυαλό και δεν το λέω από αυτό το περιστατικό. Είναι ζαχαρένιος άνθρωπος. Αν ήσουν από μια μεριά στη Μάλτα (σσ. εκεί γυρίστηκαν οι σκηνές της Αθήνας) και μας έβλεπες, θα έλεγες: “Αυτοί οι δύο γνωρίζονται χρόνια”. Είναι εγκάρδιος», είχε διηγηθεί ο Μιχάλης Γιαννάτος. 

Η εθνική μας βρισιά που έκανε «ψωμοτύρι» ο Έρικ Μπάνα

Φυσικά, την διπλή μούντζα συνόδευε η κλασική μας βρισιά «Να, «μ…κα». Όπως είχε αποκαλύψει στην ίδια συνέντευξη ο Μιχάλης Γιαννάτος, από τη στιγμή που την άκουσε ο Έρικ Μπάνα «κόλλησε».

«Ο Έρικ Μπάνα ξεσήκωσε το μ…κα που έλεγα συνέχεια και κάποια στιγμή με ρώτησε τι σημαίνει. Από εκείνο το λεπτό δεν σταμάτησε μ….κα να με ανεβάζει και μ….κα να με κατεβάζει», είχε αναφέρει ο αξέχαστος ηθοποιός.

Ο Μιχάλης Γιαννάτος υπήρξε ένας από τους Έλληνες ηθοποιούς που ξεπέρασαν τα εγχώρια κινηματογραφικά σύνορα. Αρκεί να θυμηθεί κανείς τις συμμετοχές του στο «Εξπρές του Μεσονυχτίου» του Άλαν Πάρκερ και «Το Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» του Τζον Μάντεν.

Για την ιστορία, η ταινία «Μόναχο» κυκλοφόρησε στους περισσότερους κινηματογράφους παγκοσμίως το 2005, ενώ στην Ελλάδα στις αρχές Ιανουαρίου του 2006.

Μπορεί να μην αποτέλεσε εισπρακτική επιτυχία, αφού παγκοσμίως απέφερε μόνο 130,358,911 εκατ. δολάρια, ωστόσο το «Μόναχο» απέσπασε θετικά σχόλια από τους κριτικούς και ήταν υποψήφια για πέντε Όσκαρ, εκ των οποίων Καλύτερης Ταινίας, Σκηνοθεσίας (Στίβεν Σπίλμπεργκ), Διασκευασμένου Σεναρίου (Τόνι Κούσνερ – Έρικ Ροθ), Μουσικής (Τζον Γουίλιαμς), Μοντάζ (Μάικλ Καν) και δύο Χρυσές Σφαίρες (Σκηνοθεσίας, Διασκευασμένου Σεναρίου).