Ο 83χρονος Πολ ΜακΚάρτνεϊ βγάζει νέο άλμπουμ και μιλάει για όλα -Τι λέει για Λένον, Beatles και τον κόσμο που αλλάζει
Στα 83 του χρόνια, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ εξακολουθεί να κοιτάζει μπροστά. Ωστόσο, ο νέος του δίσκος τον οδηγεί αναπόφευκτα πίσω: στις γειτονιές του Λίβερπουλ.
- Ο νέος δίσκος του Πολ ΜακΚάρτνεϊ, «The Boys of Dungeon Lane», αποτελεί μουσική εξερεύνηση της μνήμης. Αντλεί έμπνευση από τα παιδικά του χρόνια στο Λίβερπουλ, εστιάζοντας σε μικρές, προσωπικές λεπτομέρειες που διαμόρφωσαν την πορεία του.
- Στο επίκεντρο του δίσκου βρίσκεται η νοερή συνομιλία του με τον Τζον Λένον. Ο ΜακΚάρτνεϊ συχνά φαντάζεται τις αντιδράσεις του παλιού του συνεργάτη, συνεχίζοντας έναν δημιουργικό διάλογο που παραμένει ζωντανός μέσα από τα τραγούδια του.
- Η παραγωγή του δίσκου έγινε σε συνεργασία με τον 35χρονο Άντριου Γουάτ. Ο Γουάτ τον ενθάρρυνε να ενσωματώσει συγκεκριμένες αναφορές από το Λίβερπουλ, μετατρέποντας τις προσωπικές του αναμνήσεις σε μια πανανθρώπινη εμπειρία για τον ακροατή.
- Ο δίσκος συνδέει τις προκλήσεις της μεταπολεμικής Βρετανίας με τις σημερινές παγκόσμιες ανησυχίες. Παρά την απαισιοδοξία της εποχής, ο ΜακΚάρτνεϊ εκφράζει την πίστη του στην ανθεκτικότητα και τις κοινές αξίες της ανθρωπότητας.
Στα 83 του χρόνια, ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ εξακολουθεί να κοιτάζει μπροστά. Ωστόσο, ο νέος του δίσκος, με τίτλο «The Boys of Dungeon Lane», τον οδηγεί αναπόφευκτα πίσω: στις γειτονιές του Λίβερπουλ, στα παιδικά ακούσματα που διαμόρφωσαν τη μουσική του συνείδηση, στις πρώτες φιλίες, στις οικογενειακές συγκεντρώσεις γύρω από ένα πιάνο και, πάνω απ’ όλα, στη σχέση που καθόρισε όσο λίγες τη σύγχρονη ποπ κουλτούρα, εκείνη με τον Τζον Λένον.
«Νομίζω ότι θυμάμαι να γεννιέμαι»
Καθισμένος στο γραφείο του με θέα την πλατεία Σόχο στο Λονδίνο, σε ένα κτίριο που αγόρασε το 1974 και το οποίο στεγάζει εδώ και δεκαετίες τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ο ΜακΚάρτνεϊ μιλά στην εφημερίδα Guardian για τις πρώτες αναμνήσεις που μπορεί να ανακαλέσει.
Μάλιστα, με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, φτάνει μέχρι τη γέννησή του. «Νομίζω ότι θυμάμαι να γεννιέμαι», λέει γελώντας. «Είναι μάλλον ανοησία, σχεδόν σίγουρα φανταστική ανάμνηση, αλλά θυμάμαι λευκά πλακάκια, μεταλλικά εργαλεία και ήχους». Αμέσως μετά παραδέχεται πως πιθανότατα πρόκειται για επινόηση της μνήμης, όμως αυτή ακριβώς η αβεβαιότητα φαίνεται να τροφοδοτεί μεγάλο μέρος της νέας του δουλειάς.
Η ικανότητα να μετατρέπει το προσωπικό σε συλλογικό βίωμα
Το «The Boys of Dungeon Lane» είναι το 18ο προσωπικό άλμπουμ του και αντλεί υλικό από μια εποχή κατά την οποία η ζωή ήταν πολύ διαφορετική. Το Dungeon Lane, από το οποίο δανείζεται τον τίτλο του ο δίσκος, ήταν μια περιοχή κοντά στο σπίτι όπου μετακόμισε η οικογένεια ΜακΚάρτνεϊ το 1950 στο Λίβερπουλ. Εκεί, ανάμεσα σε εργατικές κατοικίες, παιδικές φωνές, λεωφορεία και ανοιχτούς χώρους, άρχισε να σχηματίζεται η προσωπικότητα ενός παιδιού που αργότερα θα γινόταν ένας από τους πιο επιδραστικούς τραγουδοποιούς στην ιστορία της μουσικής.
Οι αναμνήσεις που ανασύρει δεν είναι μεγάλες ιστορικές στιγμές. Είναι μικρές λεπτομέρειες. Η φράση μιας συμμαθήτριας που του είπε ότι έχει όμορφες βλεφαρίδες. Οι οικογενειακές βραδιές τραγουδιού. Μια αστεία ατάκα κάποιου θείου. Η πρώτη φορά που άκουσε μια συγκεκριμένη λέξη. «Είναι βαθιές αναμνήσεις, αλλά για οποιονδήποτε άλλον θα ήταν εντελώς ασήμαντες», λέει. Κι όμως, ακριβώς αυτή η ικανότητα να μετατρέπει το προσωπικό σε συλλογικό βίωμα είναι που τον συνοδεύει από την εποχή των Beatles μέχρι σήμερα.
Στο επίκεντρο του δίσκου βρίσκεται και η σχέση του με τον Τζον Λένον, έναν άνθρωπο που εξακολουθεί να συνομιλεί μαζί του, έστω και νοερά. Ο ΜακΚάρτνεϊ παραδέχεται ότι όταν γράφει τραγούδια για τόπους και γεγονότα που έζησαν μαζί, συχνά σκέφτεται πώς θα αντιδρούσε ο παλιός του συνεργάτης.
«Ο συνεργάτης μου ήταν πιθανότατα ένας από τους καλύτερους τραγουδοποιούς του αιώνα», λέει. «Φυσικά και μου λείπει. Αλλά όταν γράφω για ένα μέρος που γνωρίζαμε και οι δύο, μπορώ να φανταστώ την αντίδρασή του. Μπορώ να πω: “Αυτό είναι καλό, βάλ’ το μέσα”».
Η αναφορά θυμίζει το «Penny Lane», το τραγούδι που έγραψε το 1967 ως απάντηση στο «Strawberry Fields Forever» του Λένον. Οι δύο συνθέσεις λειτουργούσαν σαν ένας διάλογος ανάμεσα σε δύο φίλους που αναπολούσαν τα ίδια μέρη μέσα από διαφορετικές οπτικές.
Σήμερα, σχεδόν μισό αιώνα μετά τη δολοφονία του Λένον, ο ΜακΚάρτνεϊ εξακολουθεί να αισθάνεται ότι η συζήτηση συνεχίζεται. «Χάνεις ανθρώπους στη ζωή», λέει. «Έχασα τον Τζον και τον Τζορτζ Χάρισον, δύο ανθρώπους-σημεία αναφοράς για όλα όσα συζητάμε. Αλλά δεν είμαι ο μόνος που τους νοσταλγεί. Όλος ο κόσμος το κάνει».
Ένα από τα τραγούδια του δίσκου αναφέρεται στις νεανικές εκδρομές που πραγματοποιούσαν οι τρεις τους κάνοντας ωτοστόπ στους δρόμους της Αγγλίας. Για τον ΜακΚάρτνεϊ, αυτές οι μνήμες δεν αποτελούν απλώς προσωπικές αναφορές αλλά κομμάτια μιας κοινής πολιτιστικής ιστορίας που συνεχίζει να επηρεάζει εκατομμύρια ανθρώπους.
«Η σημαντικότερη εμπειρία της ζωής μου»
Παρά την έντονη αναδρομή στο παρελθόν, ο δίσκος δημιουργήθηκε μέσα από μια συνεργασία που κοιτάζει ξεκάθαρα προς το μέλλον. Παραγωγός του είναι ο 35χρονος Άντριου Γουάτ, γνωστός από τη δουλειά του με καλλιτέχνες όπως ο Έλτον Τζον, η Lady Gaga, ο Όζι Όσμπορν και οι Rolling Stones. Ο Γουάτ παραδέχεται ότι η συνεργασία με τον ΜακΚάρτνεϊ ήταν «η σημαντικότερη εμπειρία της ζωής του».
Παρ’ όλα αυτά, ο πρώην Beatle φρόντισε να μην αισθανθεί ποτέ δέος. «Ξέρει ακριβώς ποιος είναι και τι έχει πετύχει», λέει ο παραγωγός. «Όταν μπαίνει σε ένα δωμάτιο, δεν κουβαλά κανένα ίχνος εγωισμού. Σε κάνει να αισθάνεσαι ισότιμος συνομιλητής».
Μάλιστα, ο Γουάτ ήταν εκείνος που τον ενθάρρυνε να γίνει ακόμη πιο συγκεκριμένος στους στίχους του. Όταν ο ΜακΚάρτνεϊ αναρωτήθηκε αν έπρεπε να αναφέρει συγκεκριμένους δρόμους του Λίβερπουλ, ο παραγωγός του απάντησε ότι δεν έχει σημασία αν ο ακροατής γνωρίζει το μέρος. «Όλοι έχουν τη δική τους Forthlin Road», του είπε, αναφερόμενος στον δρόμο όπου έζησε η οικογένεια ΜακΚάρτνεϊ.
Παράλληλα, ο δίσκος συνομιλεί με το παρόν. Οι αναφορές σε οικογένειες που παλεύουν να τα βγάλουν πέρα, σε ανθρώπους που ζουν μέσα στην αβεβαιότητα και σε κοινωνίες που δοκιμάζονται δημιουργούν αναλογίες ανάμεσα στη μεταπολεμική Βρετανία και τον σημερινό κόσμο.
Ο ίδιος ο ΜακΚάρτνεϊ δεν κρύβει την ανησυχία του για τη διεθνή κατάσταση, από την Ουκρανία μέχρι τη Γάζα. Συχνά, όπως λέει, σκέφτεται τους γονείς του να μεγαλώνουν δύο παιδιά σε συνθήκες πολέμου και αναρωτιέται πώς αισθάνονται σήμερα οι οικογένειες που βιώνουν αντίστοιχους φόβους.
«Ποιος θα πίστευε ποτέ ότι θα βλέπαμε έναν Τραμπ;»
«Ποιος θα πίστευε ποτέ ότι θα βλέπαμε έναν Αμερικανό πρόεδρο σαν αυτόν;» αναρωτιέται, αναφερόμενος στην πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ και τον ίδιο τον Τραμπ. Παρ’ όλα αυτά, αρνείται να παραδοθεί στην απαισιοδοξία.
«Πιστεύω ότι η ανθρωπότητα έχει τεράστια ανθεκτικότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι που συναντώ είναι καλοί άνθρωποι, οικογενειάρχες, άνθρωποι με παρόμοιες αξίες. Όταν γράφω ένα ερωτικό τραγούδι, σκέφτομαι ότι την ίδια στιγμή στην Κίνα κάποιοι ερωτεύονται και κάνουν παιδιά. Είναι κάτι πανανθρώπινο. Έχω κάθε ελπίδα ότι θα τα καταφέρουμε».
Ακόμη και η σχέση του με την τεχνολογία αποκαλύπτει έναν άνθρωπο που παραμένει περίεργος αλλά και δύσπιστος. Γκρινιάζει για τις συνεχείς αναβαθμίσεις των κινητών τηλεφώνων, παραδέχεται ότι αρνείται συστηματικά τα cookies στο διαδίκτυο και αφηγείται πώς παραπονέθηκε προσωπικά στον Τιμ Κουκ της Apple επειδή το iPhone του αλλάζει συνεχώς. «Αγόρασα αυτή τη συσκευή, είναι δική μου», λέει. «Θα έπρεπε να κάνει αυτό που θέλω εγώ»
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο